A

  • Abacus (= άβακας),
    ο αρχαίος άβαξ, από εβραϊκή λέξη για τη σκόνη, με παράγωγο τον άμπακο.
  • abaft (= πίσω, στην πρύμνη),
    από τo λατινικό ab (= υπό, από, μετά) + aft.
  • abandon (= εγκαταλείπω),
    γαλλικής και γερμανικής προέλευσης, από τα λατινικά ad (= από, προς, επί) + bannum (= απαγόρευση), της ρίζας bha-2- (= ομιλώ), ↔ φήμη, φημί, φωνή banal, banish, bandit, contraband.
  • abash (= προκαλώ αμηχανία),
    από τα λατινικά ex + bato (= χασμουριέμαι), bado, pateo, ↔ πετάννυμι. Ίσως σχετίζεται και με το base #2.
  • abase (= υποβαθμίζω),
    βλ. base #2.
  • abate (= υποχωρώ, μετριάζω),
    από το γαλλικό rebattre (= ξαναχτυπώ), από το λατινικό battuo (= χτυπώ, πολεμώ), της ρίζας bhau- (= χτυπώ), ↔ bοutonniere (= μπουτονιέρα).
  • abattoir (= σφαγείο),
    όπως το abate.
  • abbreviate (= συντομεύω),
    από τα λατινικά ab + brevis ↔ βραχύς, της ρίζας mregh-u-.
  • abdicate (= αποκληρώνω),
    από τα λατινικά ab + dico (= ομιλώ, λέγω), ↔ δίκη, δείκνυμι, της ρίζας deik-. Σημειώνεται ότι dico σημαίνει επίσης «αφιερώνω», dedicate, πιθανώς από άλλη συγγενή ρίζα, από όπου έχει προκύψει το index (= το δάκτυλο δείκτης και το ευρετήριο). Γενικότερα, τα παράγωγα του dico, π.χ. syndicate, δεν είναι εύκολο να υπαχθούν στο ένα ή το άλλο dico.
  • abduct (= απάγω),
    από το λατινικό duco (= οδηγώ), της ρίζας deuk- (= οδηγώ), ↔ δείκω (δείχνω), δοκέω (νομίζω), οδόω (οδηγώ, όδωκα στον παρακείμενο).
  • aberration (= εκτροπή),
    από το λατινικό ρήμα aberrrο (= εκτρέπω), από ab + errο (= περιπλανώμαι), όπως το έρρω (= βαδίζω με κόπο), από όπου η έκφραση «ερρ’ ες κόρακας» (άει στο διάβολο), της ρίζας h1ers-, ↔ ιερός, οίστρος.
  • abet (= υποθάλπω),
    από το λατινικό findo, της ρίζας bheid- (= σχίζω), ↔ fission, beetle, φείδομαι.
  • abhor (= αποστρέφομαι),
    βλ. horror.
  • abide (= συμμορφώνομαι),
    από το bide.
  • abject (= ταπεινός),
    από το λατινικό abiectus, της ρίζας ye- (= ορμώ) του ίημι.
  • ablate (= αφαιρώ, εκτέμνω),
    από τα λατινικά ab (= από) + latus (= μετοχή του fero, απαρέμφατο ferre), πιθανώς ↔ τλάω (υπομένω).
  • able (= ικανός),
    από το λατινικό habilis (= κατάλληλος), από το habeo (= έχω, κρατώ).
  • abode (= κατοικία, διαμονή),
    από το bide.
  • abolish (= καταργώ),
    από το λατινικό aboleo (= καταστρέφω, επιβραδύνω) από oleo (= αυξάνω και μυρίζω), από alo (= τρέφω), ↔ αλδαίνω (αυξάνω, τρέφω), αλθαίνω (= θεραπεύω), της ρίζας al-3. Εναλλακτικά, από το όλλυμι (καταστρέφω), του ολέθρου και της απώλειας. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν πέντε διαφορετικές ρίζες al-, εκ των οποίων η al-1σημαίνει «άλλος», η al-2 «περιπλανώμαι, αλάομαι, η al-3 «αλδαίΝω = αυξάνω», η al-4 «αλέθω» και η al-5 «όλος».
  • abominable (= απεχθής),
    από ab + omen (= οιωνός), πιθανώς από το οίομαι / οίμαι (νομίζω).
  • abortion (= έκτρωση),
    από τα λατινικά ab + orior (= σηκώνομαι), από το όρνυμι (σηκώνομαι, αρχίζω) της ορμής.
  • abortive (= ανεπιτυχής),
    όπως το προηγούμενο λήμμα.
  • abound (= αφθονώ),
    δεν έχει σχέση με το bound, καθώς σχετίζεται με το abundant.
  • abrade (= τρίβω),
    όπως το abrasive.
  • abrasive (= τραχύς λειαντικός),
    από ab + rado (= χράω = ξύνω), ↔ χρίσμα, ράσο (εννοείτα το τραχύ ύφασμα, απο τη μετοχή rasus = ξυρισμένος), rodent, της ρίζας red-. Σημειώνεται η ύπαρξη δύο άλλων χράω (επιτίθεμαι και δίνω χρησμό) που κλίνονται διαφορετικά. από το πρώτο προκύπτουν τα χρως (δέρμα), χρώμα.
  • abridge (= συντομεύω),
    από ad + brevis ↔ βραχύς, της ρίζας mregh- (= βραχύς).
  • abrogate (= καταργώ),
    από το λατινικό rogo (= ερωτώ), ↔ rego (= κυβερνώ), Henry, ρογεύω (ρογιάζω, μισθώνω), ρόγα (αμοιβή), της ρίζας reg- / h3reg- (= ισιώνω). Αναφέρεται η νομική έκφραση letter abrogatory (= δικαστική συνδρομή).
  • abrupt (= ξαφνικός),
    της ρίζας leup- / reup- / reub- (= κομματιάζω, αρπάζω).
  • abscess (= απόστημα),
    από τα λατινικά abs (= μακράν, πίσω, πάλι), ↔ αψ + cedo (= υποχωρώ), της ρίζας του sedeo (= έζομαι, κάθομαι), ↔ έδρα, εδώλιο, οδός.
  • abscind (= αποσχίζω),
    από το λατινικό scindo (= σχίζω).
  • abscissa (= τετμημένη),
    της ρίζας skei- / skheid- (= σχίζω), με ομόρριζα όπως schism, σχίσμα, prescient, nescient, schizophrenia, shingle, shed, scudo, squire, ski.
  • abscond (= δραπετεύω),
    από τα λατινικά abs + condo (= συναρμολογώ), από cum + τη ρίζα dhe- (= θέτω) του τίθημι, όχι το do (= δίδω).
  • absent (= απών),
    από τα λατινικά abs + esse, της ρίζας es- (= be, είμαι).
  • absolute (= απόλυτος),
    από ab + solvo, από luo (= λύω), των ριζών leu-
  • absolve (= απαλλάσσω),
    όπως το absolute.
  • absorb (= απορροφώ),
    από τα λατινικά ab + sorbo ↔ ροφέω, σορμπέ, της ρίζας srebh- (= ρουφώ).
  • abstain (= απέχω),
    από τα λατινικά abs + temptο / tendo / teneo (= δοκιμάζω, χειρίζομαι, απλώνω, συγκρατώ), ↔ τείνω, της ρίζας ten-.
  • abstruse (= δυσνόητος),
    από το λατινικό trudo (= ωθώ), πιθανώς ↔ τρύω (φθείρω).
  • absurd (= παράλογος),
    από ab + surdus (= κουφός), πιθανώς από την ηχοποίητη λατινική λέξη sussurrus (= σούσουρο, μουρμούρισμα), παράγωγο η σουρντίνα. Εναλλακτικά, η λέξη surdus σχετίζεται με τη λατινική sorex (= ποντικός), ο αρχαίος ύραξ, στα γαλλικά souris, ενώ έχει επίσης προταθεί η σύριγξ (absurdus στα λατινικά σήμαινε «κακόηχος»).
  • abundant (= άφθονος),
    από τα λατινικά ab + unda (= κύμα), δηλ. ξέχειλος, της ρίζας wed-, ↔ water.
  • abuse (= καταχρώμαι),
    της ρίζας oit- (= παίρνω), όπως ο μέλοντας οίσω του φέρω.
  • abut (= καταλήγω),
    από το γαλλικό ρήμα battre (= χτυπώ), και το ανάλογο αγγλικό, batter (σημαίνει επίσης το κουρκούτι), από το λατινικό ba(t)tuo, ↔ φύση και πιθανώς πατάσσω, της ρίζας bhau- (= κτυπώ).
  • acaricide (= ακαρεοκτόνο),
    σύνθετη λέξη από το άκαρι, από το αρχαίο επίθετο ακαρής (= μικροσκοπικός, κατά λέξη «μη κουρεμένος»), από α- (στερητικό) + κείρω (= κόβω), εξού ο ακαριαίος, και από το caedo (= τεμαχίζω, φονεύω), της ρίζας kae-id-, ↔ καίνω / κτείνω.
  • accede (= δέχομαι, συναινώ),
    από το λατινικό accedo (= προσθέτω), από ad (= από, προς, επί) + cedo (= υποχωρώ), κατά μια εκδοχή από τις ρίζες ke- (= εκείνος, βλ. cis-) και sed- του sedeo (= κάθομαι), ↔ έζομαι ή της ρίζας ked- (= υποχωρώ, πηγαίνω).
  • accent (= τόνος, προφορά, διακοσμητικό),
    μετάφραση της προσωδίας στα λατινικά, accentus, από ad + cano (= τραγουδώ), της ρίζας kan-, ↔ καναχέω (κροτώ, κουδουνίζω), κανάσσω (καταπίνω με θόρυβο), καντάδα, καντάτα. ηικανός λεγόταν ο πετεινός. Σημειώνεται ότι υπάρχουν αρκετές λέξεις που λήγουν σε -cent, ποικίλης ετυμολογίας, όπως ascent, decent, docent, innocent, Milicent, recent, εκ των οποίων μόνο η λέξη percent αναφέρεται στο εκατό, cent.
  • accentuate (= δίνω έμφαση),
    όπως το accent.
  • accept (= δέχομαι),
    από ad + capio / capto (= αρπάζω), της ρίζας kap- (= καταπίνω, αρπάζω) του κάπτω, ↔ κώπη (κουπί), αρχικά η λαβή ξίφους, κατσάδα, κατσίβελος (από το ιταλικό cattivo = κακός). Σημειώνεται ότι σπό τη ρίζα kap- έχουν προκύψει πολυάριθμες λέξεις στις οποίες δεν είναι συχνά εμφανής η καταγωγή τους, ιδίως όταν αρχίζουν από a, b, c, d, e, f, g, h, i, m, o, p, r, s. Επίσης, το φωνήεν της ρίζας από a μπορεί να γίνει e (prince), ea (heavy), ei (receive), i (recipe), o (behoof), u (occupy) και ω (κώπη).
  • access (= πρόσβαση),
    από τα λατινικά ad + cedo (= υποχωρώ), όπως το accede.
  • accesssory (= αξεσουάρ),
    όπως το accede.
  • accident (= ατύχημα),
    από το cado (= πίπτω). κατά μια παλαιότερη ανεδαφική εκδοχή από το κάτειμι (κάτω + ειμί).
  • acclaim (= αναγνωρίζω),
    από ad + clamo (= καλέω / καλώ), της ρίζας kla- ή kele-2 (= φωνάζω).
  • acclivity (= ανήφορος),
    από τα λατινικά ad + clivus (= κλίση), της ρίζας klei- (= κλίνω).
  • accolade (= έπαινος),
    από ad + collum (= λαιμός), της ρίζας kwel-1 (= περιστρέφω), ↔ κύκλος, τέλος, wheel. Η λέξη προέκυψε από την απονομή τίτλου ιππότη όπου ο βασιλιάς ακουμπούσε το ξίφος του στον ώμο του υποψήφιου.
  • accomplice (= συνένοχος),
    της ρίζας pel-2 (= διπλώνω) του πλέκω.
  • accomplish (= επιτυγχάνω),
    από ad + cum (= συν) + pleo (= γεμίζω), της ρίζας pele-1, ↔ πλήρης, πλήθος, πολύς, πλούτος, plenary.
  • accouter (= εφοδιάζω),
    από τα λατινικά cum / con (= με, ↔ quis, ποιος )+ suo (= ράβω, δένω), της ρίζας syu- (= ράβω, συνδέω), ↔ υμήν, ύμνος, σούβλα, souvlaki.
  • accredit (= διαπιστεύω),
    από ad + credo (= πιστεύω) που αποτελείται από δύο ρίζες, την kerd-, της καρδιάς, heart, και την deh- του τίθημι, ↔ facio.
  • accretion (= συσσώρευση),
    από ad + cresco (= αυξάνω), ↔ κορέννυμι (χορταίνω), κόρος, της ρίζας ker-2, ↔ κούρος, increase.
  • accrue (= συσσωρεύω),
    όπως το accretion.
  • accumulate (= συσσωρεύω),
    από το λατινικό cumulus (= σωρός, είδος σύννεφου, σωρείτης), ↔ κύω (εγκυμονώ).
  • accuse (= κατηγορώ),
    από τα λατινικά ad + causa (= αιτία), άγνωστης ετυμολογίας, όχι από την καύση, ούτε σχετικό με το incuse.
  • acerbic (= δριμύς),
    από acerbus (= πικρός, άγουρος), από acer (= τραχύς), ↔ άκρον, της ρίζας ak-.
  • acervate (= σωρεύω),
    από το λατινικό acervus (= σωρός), της ρίζας ak- για αντικείμενα με οξύ άκρο, όπως ακίδα, ακόντιο, ακμή, άκμων (αμόνι).
  • ache (= υποφέρω, πόνος),
    πιθανώς συγγενές με το άρχαίο άγος (μίασμα) ↔ headache (= πονοκέφαλος), της ρίζας ag-es- (= σφάλμα).
  • achieve (= επιτυγχάνω),
    από γαλλική λέξη, από ad + chief (= αρχηγός), από caput (= κεφαλή).
  • acne (= ακμή, η δερματική ασθένεια),
    όπως το acervate.
  • acolyte (= ακόλουθος),
    από το αθροιστικό α-, της ρίζας sem- (= ένας) + κέλευθος (δρόμος). Συγγενή είναι τα κέλλω (ελαύνω), κελεύω (διατάσσω), celerity, callis (= στα λατινικά ο δρόμος, στα ισπανικά η οδός, calle). Η επίσης ισπανική rua (ρούγα) είναι από τη λατινική ruga (ρυτίδα).
  • acquaint (= εξοικειώνω),
    από το λατινικό cognosco, ↔ γιγνώσκω, know, όνομα, της ρίζας gno- / no-.
  • acquire (= αποκτώ),
    από το λατινικό quaero (= ερωτώ), ↔ πεπαίνω (ωριμάζω), της ρίζας kweh2-i- / kwo- (= αποκτώ).
  • acquit (= απαλλάσσω),
    από το λατινικό quiesco (= αναπαύομαι), ↔ κείω / κείμαι.
  • acrid (= δριμύς),
    από το λατινικό acer (= δριμύς), από το άκρος, της ρίζας ak-, ↔ ακίδα.
  • acrimony (= δριμύτης),
    από το λατινικό acer (= οξύς), της ρίζας ak-.
  • activate (= ενεργοποιώ),
    από ago (= ενεργώ), άγω.
  • actual (= πραγματικός),
    από το άγω.
  • actuary (= αναλογιστής),
    από το άγω. Ακτουάριος λεγόταν ο βυζαντινός πρακτικογράφος.
  • actuator (= ενεργοποιητής),
    από το άγω.
  • acuity (= οξύνοια),
    από το λατινικό acus (= οξύς), της ρίζας ak-.
  • acumen (= οξύνοια),
    αυτούσια η λατινική λέξη, με παράγωγο το acute (= οξύς), από acus (= βελόνα), ↔ ακμή. Το δεύτερο συστατικό, -men, είναι της ρίζας men-1 (= νους).
  • acupuncture (= βελονισμός),
    από acus (= οξύς) + puncture (= τρυπώ), από το λατινικό pungo (= τρυπώ).
  • acute (= οξύς),
    από acus (= οξύς), της ρίζας ak-.
  • adage (= παροιμία, ρητό),
    από το λατινικό adagium (= παροιμία, ρητό), από ad (= εις) + ago (= άγω) ή από το aio (= λέγω), ↔ αρχαίο ημί (φημί, λέγω).
  • adagio (= αντάτζιο),
    όπως το παραπάνω.
  • adamant (= ανυποχώρητος, ανένδοτος),
    από αδάμας, δαμά(ζ)ω, της ρίζας demh2-, ↔ δαμάλι.
  • adapt (= προσαρμόζω),
    από τα λατινικά ad + apo (= συνδέω), ↔ άπτω (αγγίζω).
  • adder (= οχιά),
    από τα λατινικά no (= νάω, πλέω) και natrix (= νερόφιδο), που απέβαλλε το n, όπως το orange, για να γίνει an adder, ↔ ναυς, νάμα.
  • addiction (= εθισμός),
    από ad + dico (= αφιερώνω), της ρίζας deik- (= δείχνω).
  • adduct (= προϊόν προσθήκης) από το adduce
    (= παραθέτω), βλ. abduct.
  • Adelaide (= Αδελαΐς),
    από at (= προς) + Φρίζα al-3 του αλδαίνω (αυξάνω), βλ. atheling. Η Αλίκη, Alice, είναι υποκοριστικό.
  • adenine (= αδενίνη),
    συστατικό των DNA, από τον αδένα, της ρίζας eng- (= φουσκώνω), ↔ όγκος, βλ. oncology.
  • adept (= επιδέξιος, ειδήμονας),
    από ad + οpus, operis, από ops, opis (= δύναμη, υπηρεσία), ↔ όμπνη (σιτηρά, τροφή) ή από aptus (= επιδέξιος), του άπτω (συνάπτω).
  • adequate (= επαρκής),
    από το λατινικό aequus (= ίσος), ίσως ↔ αίσα (απόφαση της μοίρας), αίσιος. Η Αίσα ήταν θεότης της μοίρας.
  • adhere (= προσκολλώμαι),
    από ad + haereo (= κολλώ), πιθανώς σχετικό με το αιρέω (προτιμώ, άρα «κολλάω» σε κάτι).
  • adhesive (= συγκολλητική ουσία),
    ετυμολογείται όπως το adhere.
  • adjacent (= γειτονικός),
    από το λατινικό iaceo (= κείμαι), συγγενές του iacio (= ρίχνω), της ρίζας ye- (= στέλνω), ↔ ίημι (ρίχνω, στέλνω, με πολλά παράγωγα), ίεμαι (σπεύδω, παράγωγο ο ιέραξ).
  • adjective (= επίθετο),
    όπως το adjacent.
  • adjourn (= αναβάλλω, διακόπτω),
    αρχικά με την έννοια «προσδιορίζω ημέρα», από το λατινικό diurnalis (= καθημερινός), από dies (= ημέρα), ↔ δήλος (εμφανής, διαυγής), July, divine, της ρίζας dyeu- (= λάμπω). το επίθημα -urnal δηλώνει χρονική διάρκεια. Η λέξη day δεν προέρχεται από την dies, αλλά από τη ρίζα agh- (= μια μέρα).
  • adjust (= προσαρμόζω),
    από ad + iuxta (= πλησίον), της ρίζας yeug- (= ενώνω), ↔ yoga, join, conjugation, ζυγός.
  • adjutant (= υπασπιστής),
    από το λατινικό iuvo / juvo (= βοηθώ), βλ. aid.
  • adjuvant (= ενισχυτικός, πρόσθετο με βελτιωτικές ιδιότητες),
    αναφέρεται κυρίως σε φάρμακα και εμβόλια. όπως το adjutant.
  • admire (= θαυμάζω),
    από τα λατινικά ad + mirus (= θαυμαστός), ↔ smile (= χαμόγελο), μειδίαμα, Miranda. Εναλλακτικά, από το μείρομαι (συμμετέχω).
  • admission (= εισδοχή),
    από τα ad + mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • admonish (= προειδοποιώ, επιπλήττω),
    της ρίζας men-1 νοητικών λειτουργιών.
  • adobe (= πλίνθος, κατοικία),
    πιθανώς από το daub.
  • adolescent (= έφηβος),
    από τα λατινικά ad + oleo (= αυξάνω, μυρίζω) ή alo (= τρέφω), ↔ αλδαίνω (αυξάνω, τρέφω).
  • adoption (= υιοθεσία),
    από ad + opto (= επιθυμώ, διαλέγω), της ρίζας op- (= διαλέγω), ↔ όμπνη (τροφή), opinion. πιθανώς επίσης συγγενές με το ποθώ μετά από αναγραμματισμό.
  • adorn (= στολίζω),
    από τα λατινικά ad + orno (= στολίζω), της ρίζας ar- (= συναρμολογώ), ↔ αραρίσκω, ordo (= ορθός).
  • adroit (= επιδέξιος),
    από ad + το γαλλικό droit (= δεξιός, δικαίωμα), από το λατινικό directus (= ευθύς, ορθός), από το dirigo (= διευθύνω), από dis- + rego (= κυβερνώ), της ρίζας reg- (= κινούμαι ευθέως), ↔ ρηξ / ρήγας, όρεξη.
  • adscititious (= πρόσθετος),
    από τα λατινικά ad + scisco (= ζητώ να μάθω), από scio (= γνωρίζω), της ρίζας skey- (= σχίζω).
  • adsorb (= προσροφώ),
    από τα λατινικά ad + sorbo, ↔ ροφέω.
  • adulation (= λατρεία, δουλοπρέπεια),
    από το λατινικό adulor (= κολακεύω), της ρίζας ul- (= ουρά), αναφορά στο κούνημα της ουράς του σκύλου.
  • adult (= ενήλικος),
    από τα λατινικά ad + alo (= τρέφω, συντηρώ, ανυψώνω), ↔ αλύω (είμαι ταραγμένος), αλάομαι (περιφέρομαι), άλλομαι (πηδώ), της ρίζας al-3 (= αυξάνω). Εναλλακτικά από τα altero (= αλλάζω), altus (= υψηλός), της ρίζας al-1 (= πέραν), ↔ άλλος.
  • adulterate (= νοθεύω),
    όπως το adult.
  • adumbrate (= σκιαγραφώ),
    από το λατινικό umbra (= σκιά), ↔ αμαυρός (σκοτεινός).
  • advance (= πρόοδος),
    από ab + ante (= αντί), της ρίζας ant- (= εμπρός), εξού το αβάντσο.
  • advantage (= πλεονέκτημα),
    όπως το advance.
  • advent (= παρουσία),
    από το λατινικό venio (= έρχομαι), της ρίζας gwa- / gwem-, ↔ βαίνω.
  • adventitious (= συμπτωματικός),
    όπως το advent.
  • adventure (= περιπέτεια),
    όπως το advent.
  • adversary (= αντίπαλος),
    από τα λατινικά ad + verto = (περιστρέφω), ↔ ρατάνη (αναδευτήρας), είρω (ομιλώ), ρήμα, ρήτωρ, αρτηρία, άρσις, αήρ, ούρος (φύλαξ), της ρίζας wer-3 (= περιστρέφω).
  • adverse (= ενάντιος),
    όπως το adversary.
  • advertise (= διαφημίζω),
    όπως το adversary.
  • advice (= συμβουλή),
    από τα λατινικά ad + visum, μετοχή του video (= βλέπω).
  • advise (= συμβουλεύω). Δεν ετυμολογείται ακριβώς όπως το advice, αλλά από ad + avis
    (= γνώμη), παλιά αγγλική-γαλλική λέξη που όμως προκύπτει από το visum.
  • advocate (= υποστηρίζω, συνήγορος),
    από τα λατινικά ad + voco (= καλώ), από vox (= φωνή), ↔ οψ (η, φωνή και μάτι), έπος.
  • advoke (= απευθύνομαι σε ανώτερο δικαστήριο),
    όπως το advocate.
  • aedicule (= ναΐσκος),
    υποκοριστικό του λατινικού aedis (= βωμός), ↔ edifice, αίθω.
  • aegis (= αιγίς, ασπίδα),
    από την αίγα.
  • aestival (= θερινός),
    από το λατινικό aestus (= θερμότης), ↔ αίθω, αιθάλη.
  • affable (= καταδεκτικός),
    από τα λατινικά ab + for (= φημί, ομιλώ), της ρίζας bha-2, (= φωνή, ομιλώ), ↔ φήμη, φωνή, άφατος.
  • affable (= καταδεκτικός),
    από τα λατινικά ab + for (= φημί, ομιλώ).
  • affair (= υπόθεση),
    από ad + faire (γαλλικό ρήμα = κάνω), ισοδύναμο με το λατινικό facio, ↔ τίθημι, της ρίζας dhe- (= θέτω).
  • affect (= επηρεάζω),
    από ad + facio, της ρίζας dhe- (= θέτω).
  • affection (= αφοσίωση),
    όπως το affect.
  • affiance (= υπόσχομαι),
    από το λατινικό affido, από ad + fides ↔ πίστη, της ρίζας bheidh-.
  • affidavit (= ένορκη κατάθεση),
    κατά λέξη «κατέθεσε ενόρκως», η πρώτη λέξη του σχετικού εγγράφου, όπως το affiance.
  • affinity (= συγγένεια),
    από το λατινικό affinis, συγγενής, από ad + finis (= τέλος, όριο), ↔ ραφινάρω, refine, paraffin. Για την ετυμολογία έχουν προταθεί τα πάος / πήος (συγγενής) ή findo (= σχίζω, σπάζω), ομόριζο με φείδομαι, ή figo (= fix = διορθώνω) ή φθίνω.
  • affirm (= διαβεβαιώνω),
    από το firm, ↔ θρόνος.
  • affix (= στερεώνω, πρόσφυμα),
    από τα λατινικά ad + figo (= μπήγω, στερεώνω), ↔ φιξάρω, σοφίτα και το απαρχαιωμένο φιξατέρ (ανδρικό καλλυντικό των μαλλιών).
  • afflict (= επηρεάζω, ταλαιπωρώ),
    από ad + τον ρηματικό τύπο flictus του fligο (= κτυπώ), ↔ φλίβω / θλίβω.
  • affliction (= δοκιμασία, συμφορά),
    όπως το afflict.
  • affluent (= άφθονος),
    από τα λατινικά ab + fluo (= ρέω), από φλέω (αφθονώ) / φλύω (αναβράζω), της ρίζας pleu- / bhleu-.
  • afford (= διαθέτω),
    από τo επιτατικό a- + forth (= εμπρός), της ρίζας per-1 (= προς, εμπρός), βλ. ford.
  • afforestation (= αναδάσωση),
    από ad + forest (= δάσος), της ρίζας dhwer- (= θύρα), ↔ door, foreign.
  • affray (= συμπλοκή),
    από ex + Freide (= ειρήνη στα γερμανικά), της ρίζας pri- / preyΗ- (= αγαπώ), ↔ πράος, free, afraid, friend, Frederick.
  • afraid (= φοβισμένος),
    από το λατινικό exfrido, της ρίζας pri- (= αγαπώ), όπως το affray.
  • aft (= πίσω, πρυμναίος),
    της ρίζας apo- (= από), ως υπερθετικός βαθμός, της κατάληξης -st, όπως άπω, απώτατος.
  • after (= ύστερα),
    από το απώτερος μάλλον παρά από το αρχαίο αυτάρ (αλλά, οπωσδήποτε).
  • agape. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις που γράφονται ακριβώς το ίδιο, στα αγγλικά homographs. Η πρώτη σημαίνει «ορθάνοιχτα» (επίρρημα), από το gap
    (= χάσμα, κενό), της ρίζας gai- του χαίνω, ενώ η δεύτερη είναι η αγάπη. Τέτοια ζεύγη δεν πρέπει να συγχέονται με τα homophones, που προφέρονται όμοια αλλά γράφονται διαφορετικά, π.χ. fool-full.
  • agave (= αγαύη, αμερικανική αλόη),
    από τη μυθολογική Αγαύη, από αγαυός (επιφανής), άγαμαι (θαυμάζω) ↔ άγαν, Αγλαΐα, γαίω (χαίρομαι), γάνος, γαύρος. Η ονομασία δόθηκε εξαιτίας του μεγαλοπρεπούς μίσχου του φυτού.
  • age (= ηλικία, αιώνας),
    από το λατινικό aevum (= αιώνας), της ρίζας aiw- / aqu- (= αιωνιότης, ζωτική δύναμη), ↔ αιών, eon, αεί.
  • agenda (= ατζέντα),
    από τον ίδιο λατινικό ρηματικό τύπο (γερούνδιο) που σημαίνει κατά λέξη «πράγματα που πρέπει να γίνουν», από το ago (= άγω).
  • agent (= μέσο, πράκτορας),
    από το άγω.
  • aggravate (= επιδεινώνω),
    της ρίζας gwere-2 / gwreh2- (= βάρος), ↔ baro-, βαρύς.
  • aggress (= επιτίθεμαι),
    από το λατινικό gradus (= βήμα), ↔ βραδύς, εγείρω, γραδάρω, γκρέιντερ, της ρίζας ghredh- (= πηγαίνω).
  • agile (= ευέλικτος),
    από το άγω.
  • agitate (= αναστατώνω, αναδεύω ισχυρά),
    από το agito (= θέτω σε κίνηση), από το άγω.
  • agminate (= συσσωρευμένος),
    από το λατινικό agmen (= ακολουθία), των ago / άγω.
  • agostic (= αγοστικός),
    νεολογισμός, χημικός όρος, από το αγοστός (βραχίων, αγκαλιά), ↔ αγκώνας.
  • agree (= συμφωνώ),
    από τα λατινικά ad + gratus (= ευχάριστος, ευγνώμων), από grates (= ευχαριστίες), ↔ χάριτες, χαίρω, bard, της ρίζας gwere-2 (= ευνοώ).
  • ahead (= εμπρός),
    από head ↔ κεφαλή, της ρίζας kaput-. Η γερμανική λέξη kaputt (= κατεστραμμένος, τελειωμένος) είναι σε τελευταία ανάλυση ομόρριζη, μετά από μακριά διαδρομή.
  • aid (= βοηθώ),
    αρχικά είδος φόρου, από τα λατινικά ad + iuvo / juvo (= βοηθώ), ↔ iuvenis (= νέος) και το αγιούτο (= βοήθεια, παιδικό παιχνίδι). Για περισσότερα βλ. young.
  • ailing (= ασθενής),
    της ρίζας agh-, ↔ άγχος, συνάχι, άγχι (κοντά).
  • aim (= σκοπεύω),
    συντόμευση από το λατινικό aestimo, βλ. estimate.
  • air. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις που γράφονται ακριβώς το ίδιο. Η πρώτη σημαίνει «αέρας» και είναι της ρίζας awer-, με πολυάριθμα παράγωγα, ↔ aerobics, airplane, άημι (πνέω). Η δεύτερη σημαίνει «τρόπος, εμφάνιση», της ρίζας agro- του αγρού.
  • aisle (= πτέρυγα κτιρίου, διάδρομος, κλίτος),
    από το λατινικό ala (= φτερό), από axla, τον άξονα.
  • aitchbone (= κιλότο),
    σύνθετη λέξη, αρχικά nache-bone, το πρώτο συστατικό από τα γαλλικά για τα οπίσθια, από το λατινικό natis (= νώτο) που απέβαλλε το n, όπως το orange, της ρίζας not- (= νωτιαίος).
  • akimbo (= μεσολαβή),
    πιθανώς σχετίζεται με το bow #1.
  • akin (= συγγενής εξ αίματος),
    βλ. kin.
  • alacrity (= ζήλος, ταχύτης),
    από το λατινικό alacer, ↔ ελαύνω, ελατήριο, ελαστικός, έλασμα. Αναφέρεται πιθανή σχέση με το λατινικό ala (= φτερό), βλ. aisle.
  • alar (= πτερυγοειδής),
    βλ. aisle.
  • albedo (= φωταύγεια),
    από albus (= λευκός), ↔ αλφός + -edo, επίθημα ισοδύναμο του -ηδών.
  • Albert (= Αλβέρτος),
    το πρώτο συστατικό όπως το atheling, το δεύτερο από το bright (= λαμπερός).
  • albino (= αλφικός),
    από albus / αλφός (υπόλευκος).
  • alderman (= δημοτικός σύμβουλος),
    από elder + man.
  • ale (= μπίρα),
    από τη λατινική alumen (= πικρός), από αλύδοιμος (πικρός).
  • aleatory (= τυχαίος, αβέβαιος),
    από τα λατινικά alea (= ζάρι), axlea, axis (= άξονας), αναφερόμενο στο αξονικό οστό (pivot bone), από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το ζάρι. Ο όρος είναι οικονομικός, σε ασφαλιστικά συμβόλαια, και καλλιτεχνικός για δημιουργήματα που βασίζονται στην τύχη.
  • alfalfa (= κτηνοτροφικό φυτό),
    πιθανώς από αραβική λέξη της ρίζας ekwo- (= ίππος), βλ. equine.
  • alias (= εναλλακτική ονομασία, ψευδώνυμο),
    από άλλος, της ρίζας al-1 (= πέραν).
  • alibi (= άλλοθι),
    όπως το alias.
  • Alice (= Αλίκη),
    παράγωγο της Adelaide, στα γερμανικά Adelheid (= ευγενής).
  • alien (= ξένος),
    όπως το alias.
  • alihatic (= αλειφατικός),
    από το άλειφαρ (λίπος), των αλείφω, αλοιφή.
  • alight. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις, παράγωγα του light. Ως επίθετο σημαίνει «φλεγόμενος» από το light (= φως),
    ενώ ως ρήμα σημαίνει «αποβιβάζομαι» από το light (= ελαφρός), με την έννοια του ξαλαφρώνω το υποζύγιο.
  • align (= ευθυγραμμίζω),
    από το λατινικό linum, το λινάρι. Η πρώτη σημασία του ρήματος αναφερόταν στο ζευγάρωμα των σκύλων όπου τα δύο ζώα ευθυγραμμίζονται. Το λατινικό ξύλο, lignum, και τα παράγωγά του δεν είναι ομόρριζα, αφού προέρχονται από τη ρίζα leg- (= συλλέγω).
  • aliquot (= δείγμα, ομαλός διαιρέτης),
    από τη ρίζα al-1- (= πέραν), ↔ άλλος, + quotient (= πηλίκο), της ρίζας kwo- λατινικών ερωτηματικών / αναφορικών αντωνυμιών και επιρρημάτων, όπως quotus = πόσος και quis = τις.
  • allay (= κατευνάζω),
    της ρίζας legh- (= κείμαι), ↔ λοχεία, λόχος, λεχώνα.
  • alleged (= υποτιθέμενος),
    από ad + lex, legis (= νόμος).
  • allegiance (= υποταγή),
    όπως το allay.
  • alleviate (= ελαφρώνω, ανακουφίζω),
    από levis ↔ ελαφρός, light), ελαχύς, λεβιέ, της ρίζας legwh- (= ελαφρός). η συγγενής ρίζα lengwh- (= ταχύς) έχει δώσει το ελάφι.
  • alley (= δρομάκι),
    από το λατινικό ambulo (= περπατώ), από ambo (= αμφί), *alo (= περιπλανώμαι), της ρίζας al- / el- των ελαύνω και αλάομαι / αλύω (περιπλανώμαι).
  • alliance (= συμμαχία, συνασπισμός),
    από το λατινικό alligo (= ενώνω), από ad + ligo (= συνδέω), ↔ lego / λέγω (= συλλέγω), λύγος (λυγαριά), λέσχη.
  • allocate (= κατανέμω),
    από ad + locus (= τόπος), με αρχική μορφή το stlocus, της ρίζας sta- των στέλλω / ίστημι.
  • allow (= επιτρέπω),
    από συνδυασμό των λατινικών alloco + allaudo, το πρώτο από locus (βλ. allocate), το δεύτερο από laudo (= επαινώ), από το ηχοποίητο laus, laudis που έχει δώσει το γερμανικό διεθνοποιημένο κλασικό τραγούδι, lied.
  • allowance. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «επίδομα», όπως το allocate. Η δεύτερη σημαίνει «ανοχή», βλ. allow.
  • allusion (= αναφορά, μεταφορά),
    από ad + ludo, βλ. ludicrous.
  • alluvium (= πρόσχωση),
    από το λατινικό lavo (= λούω), της ρίζας leue-.
  • almanac (= αλμανάκ),
    από το αραβικό άρθρο, αλ, και τον μήνα.
  • alms (= ελεημοσύνη),
    στα λατινικά alimosina, στα ιταλικά limosina, στα παλιά αγγλικά almes, ↔ έλεος, ελεεινός, ανηλεής, πιθανώς ηχομιμητικού χαρακτήρα.
  • alone (= μόνος),
    από all + one.
  • along (= συνεχής, κατά μήκος),
    σύνθετη λέξη όπου το a- είναι της ρίζας ant- (= εμπρός), όπως το αντί + long.
  • alopecia (= αλωπεκία),
    από αλώπηξ, α- (αθροιστικό ή στερητικό) + λώπη (ιμάτιο), δηλ. η γούνα της αλεπούς που είναι πυκνή τον χειμώνα και αραιή το καλοκαίρι.
  • altar (= βωμός),
    από τα λατινικά adoleo (= καίω), από ad + oleo (= αυξάνω, μυρίζω), ↔ αλδαίνω (αυξάνω, τρέφω) και αλθαίνω ( = θεραπεύω), της ρίζας al-3.
  • alter (= αλλοιώνω),
    από άλλος, της ρίζας al-1.
  • alternate (= εναλλάσσω),
    όπως το alter.
  • altruism (= αλτρουισμός),
    όπως το alter.
  • alumin(i)um (= αλουμίνιο),
    αρχικά είχε ονομαστεί alumium, από την αγγλική alum (= στυπτηρία), από τη λατινική alumen (= πικρός), από αλύδοιμος (πικρός) ↔ ωμός (σκληρός, άγριος). Στα λατινικά ο πικρός λέγεται και amarus, από όπου προήλθε η φυσική στυπτηρία αμαριλίτης, amarillite, από την περιοχή Tierra amarilla (Πικρή γη) της Χιλής.
  • alveolar (= φατνιακός),
    αναφορά στην κοιλότητα του δοντιού, από το λατινικό alveolus (υπάρχει αυτούσιο και ως αγγλική λέξη), υποκοριστικό του alvus (= κοίλος, κοιλιά, αμπάρι), της ρίζας awl- (= κοιλότητα), του άω / άημι (πνέω), που σχετίζεται με τη ρίζα al- (= αυξάνω, τρέφω), ↔ αυλός, αυλάκι, αυλών (βαρομετρικό χαμηλό), όχι όμως την αυλή, βλ. aula.
  • always (= πάντα),
    της ρίζας wegh- (= πηγαίνω), ↔ way, wave, όχος (άμαξα), όχλος.
  • amass (= συσσωρεύω),
    της ρίζας mag- / mak- (= ζυμώνω), ↔ magma, μάγμα, mass, μάζα.
  • amateur (= ερασιτέχνης),
    από το λατινικό amo (= αγαπώ), όπως το κύριο όνομα Amy (= αγαπημένη), της ρίζας ama- / h2emh3 (= κρατώ, εννοείται το χέρι). πιθανώς ↔ ομνύω. Μια άλλη εκδοχή είναι της ρίζας am- (= μήτηρ), ↔ άμμα (βρεφική λέξη για μαμά), aunt.
  • amazon (= αμαζόνα),
    από το μάχομαι (στα περσικά maz).
  • ambagious (= έμμεσος, πλάγιος),
    από αμφί + άγω.
  • ambassador (= πρέσβυς),
    από το λατινικό ambactus, από αμφί + άγω.
  • ambient (= του περιβάλλοντος),
    από τα λατινικά ambio (= τριγυρίζω), από ambo (= αμφί) + ire (= ρηματικός τύπος του eo = πηγαίνω), του είμι, επίσης πηγαίνω, της ρίζας ei-, ↔ αμαξιτός, ιταμός, ιόν.
  • ambiguous (= αμφίβολος),
    από το λατινικό ambigo, από ambo (= αμφί) + ago (= άγω).
  • ambit (= έκταση, πεδίο εφαρμογής),
    όπως το ambient.
  • ambition (= φιλοδοξία),
    ambient.
  • ambivalence (= αμφιθυμία, αναποφασιστικότης),
    από αμφί + το λατινικό valeo (= είμαι ισχυρός), της ρίζας wal-, ↔ Βαλέριος, Βλαδίμηρος, Ιζόλδη, θαλέω / θάλλω.
  • amble (= περίπατος, περιφέρομαι),
    όπως το alley.
  • amblyopia (= αμβλυωπία),
    από αμβλύς, της ρίζας mel- (= μαλακός) + ωψ (οφθαλμός), της ρίζας okw-.
  • ambulance (= ασθενοφόρο),
    όπως το alley.
  • ameliorate = καλυτερεύω), από το λατινικό melior
    (= καλύτερος), ↔ μάλα (πάρα πολύ), μέλε (φίλε μου), της ρίζας mel-2 (= δυνατός).
  • amenable (= υποκείμενος, σύμφωνος),
    από τη ρίζα men-2 (= εξέχω), ↔ eminent, mountain, μνα (αρχαία μονάδα βάρους και νόμισμα).
  • amend (= βελτιώνω, τροποποιώ),
    από το λατινικό emendo, από ex + menda (= σφάλμα, ατέλεια), της ρίζας mend- (= ελάττωμα), πιθανώς συγγενές με το μενετός (αυτός που παραμένει), με παράγωγο το μαντάρω.
  • amid (= εν μέσω),
    της ρίζας medhyο- (= μέσος).
  • amiss (= κάτι που πάει στραβά),
    της ρίζας mei-1 (= αλλάζω), ↔ αμείβω.
  • amity (= φιλία),
    όπως το amateur.
  • among (= ανάμεσα),
    της ρίζας mag- (= ζυμώνω, μάσσω), ↔ μάγμα, μάγειρος, δια της γερμανικής οδού.
  • amorous (= ερωτιάρης),
    όπως το amateur.
  • ample (= άφθονος, ευθύς),
    από τα λατινικά ambi (= αμφί) ή amo (= αγαπώ) + plenum (= πλήρης). Δεν έχει σχέση με το example.
  • amplitude (= εύρος, πλάτος),
    όπως το ample.
  • ampoule (= αμπούλα),
    από τον αμφορέα.
  • amputate (= ακρωτηριάζω),
    της ρίζας pau-2 (= παίω, χτυπώ), ↔ deputy. Εναλlακτικά από puto (= καθαρίζω, υπολογίζω), από putus = purus = καθαρός.
  • amulet (= φυλαχτό),
    από τα λατινικά amolior (= αποτρέπω) και moles (= μάζα), βλ. mole.
  • amuse (= διασκεδάζω),
    από το λατινικό musum (= μουσούδα), πιθανώς από το μυς.
  • anacolouthon. Η ατόφια ελληνική λέξη αποτελεί γραμματικό όρο και προέρχεται από το ακολουθώ, βλ. acolyte.
  • ancestor (= πρόγονος),
    από το λατινικό antecedo, ante (= αντί) + cedo (= κινούμαι), από τις ρίζες ke- (= εδώ) και sed- (του κάθομαι, sedeo), ↔ οδός.
  • anchorite (= αναχωρητής),
    όχι από anchor, αλλά από το αναχωρώ.
  • anchovy (= αντσούγια),
    η αρχαία αφύη, apiua στα λατινικά.
  • ancient (= αρχαίος),
    από το λατινικό anteanus, από ante (= προ), ↔ αντί, της ρίζας ant- (= εμπρός).
  • ancillary (= βοηθητικός),
    από τις λατινικές ancilla (= υπηρέτρια), anculus (= υπηρέτης), από ambi (= αμφί) + colo (= κατοικώ), της ρίζας kwel-1 (= περιστρέφω), ↔ κύκλος, πολέω, wheel, culture.
  • android (= ανδροειδές),
    προτού γίνει γνωστή από τα κινητά τηλέφωνα, υπήρξε λέξη του 1837 για αυτόματο που μιμείται ανθρώπινες κινήσεις, της ρίζας ner-2 (= ανήρ) + είδος.
  • angary (= δικαίωμα κατάσχεσης ή καταστροφής),
    αναφέρεται σε εμπόλεμο προς ουδέτερο κράτος, ↔ αγγαρεία, περσικής προελευσης.
  • angel (= άγγελος),
    από τον αρχαίο άγγαρο, περσικής προέλευσης λέξη για τον αγγελιοφόρο, ↔ αγγαρεία, angary.
  • anger (= θυμός),
    από το άγχος (άγχω = πιέζω σφιχτά, στραγγαλίζω), άγχι = κοντά, ↔ αγχόνη, άχνυμαι / άχος (λυπάμαι / πόνος ψυχής), της ρίζας angh- / h2engh- (= στενός, πιέζω).
  • angle (= γωνία),
    από την αγκύλη.
  • angler (= ψαράς με καλάμι),
    από την αγκύλη.
  • angry (= θυμωμένος),
    όπως το anger.
  • anguish (= αγωνιώ, απελπισία),
    από το λατινικό angustia (= στενότης), από το ang(u)o (= βασανίζω), ↔ anger, άγχω, της ρίζας nag- / h2engh- (= στενός, πιέζω).
  • angular (= γωνιακός),
    από την αγκύλη.
  • animal (= ζώο, ζωικός),
    από anima (= ψυχή), ↔ άνεμος, της ρίζας ane- (= αναπνέω).
  • animosity (= εχθρότης),
    όπως το animal.
  • anneal (= ανοπτώ),
    της ρίζας ai- (= καίω) του αίθω.
  • annex (= προσαρτώ),
    της ρίζας ned- / gnod- του αρχαίου νέω (= συσσωρεύω), βλ. connect.
  • announce (= αναγγέλλω),
    από τα λατινικά ad + nuntius (= αγγελιαφόρος), από nuntio / nuncio (= φέρω νέα / παπικός απεσταλμένος), ↔ νεύω ή noventius / novus (= νέος).
  • annoy (= ενοχλώ),
    από τη λατινική έκφραση esse in odio (= να είσαι σε μίσος), από τα odium (= μίσος), odi (= ωθώ), της ρίζας od-2 (= μίσος), ↔ οδύσσομαι (μισώ), παραλλαγή της od-1 (= όζω, οσμή), καθώς μια ενοχλητική οσμή προκαλεί αποστροφή.
  • annuity (= ετήσιο επίδομα),
    από το λατινικό annus / ennus (= έτος), όπως τα αρχαία ένος (έτος), ενιαυτός.
  • annul (= μηδενίζω, ακυρώνω),
    από τα λατινικά ad + nullus (= κανείς, από ne- = νη + ullus = unus).
  • annulation (= δακτυλιοποίηση),
    από τα λατινικά annulus (= δακτύλιος), anus (= πρωκτός).
  • anodized (= ανοδιωμένος),
    λέγεται για το αλουμίνιο, από τον ηλεκτρολυτικό όρο «άνοδος», από άνω + οδός, με παράγωγα όπως episode, method, synode, odometer, φρούδος (= χαμένος, από προ + οφός). H οδός είναι της ρίζας sed- της έδρας και συνδέεται με τα αρχαία ελληνικά ούδας (επιφάνεια γης) και ουδός (κατώφλι).
  • anomaly (= ανωμαλία),
    της ρίζας sem- του ενός.
  • answer (= απαντώ),
    της ρίζας ant- (= εμπρός), όπως το αντί.
  • ant (= μυρμήγκι),
    από τα παλαιότερα αγγλικά ampte, aemette, από γερμανικές λέξεις που κατέληξαν στο σύγχρονο Ameise, συγγενείς με το maim (= κόβω) που πιθανώς συνδέεται με τη ρίζα της αλλαγής mei-, όπως το mad.
  • antecedent (= προηγούμενος),
    από ante (= προ, αντί) + cedo (= υποχωρώ), κατά μια εκδοχή από τη ρίζα του sedeo (= κάθομαι), ↔ έδρα, εδώλιο, οδός.
  • antelope (= αντιλόπη),
    από άνθος + οψ (οφθαλμός), από το μυθικό ασιατικό ζώο ανθόλωψ που αναφέρει ο Ευσέβιος.
  • antenna (= κεραία),
    από τη μετοχή ανατιθέμενος ή της ρίζας ten- (= τείνω).
  • anthology (= ανθολογία),
    από το άνθος, της ρίζας αθ-, ↔ αθάρη (πληγούρι), αθήρ (γένι του σταχυού).
  • antic (= γελοία συμπεριφορά),
    συχνά στον πληθυντικό, από τo λατινικό ante (= αντί), της ρίζας ant-, + παράγωγο της ρίζας okw- (= βλέπω).
  • anticipate (= αναμένω),
    από ante (= προ, από το αντί) + capio (= αρπάζω), ↔ κάπτω (καταβροχθίζω).
  • antique (= αρχαίος, αντίκα),
    όπως το antic.
  • antler (= κέρατο),
    από τη λατινική έκφραση cornu antoculare (= κέρατο μπροστά από τα μάτια), από ante ↔ αντί + oculus (= οφθαλμός).
  • anvil (= αμόνι),
    από on + γερμανικής καταγωγής λέξη της ρίζας pel-5 (= κτυπώ, ωθώ κ.α.), ↔ πάλλω.
  • anxiety (= νευρικότητα, άγχος),
    από το λατινικό ango (= προκαλώ πόνο), από το άγχος, βλ. anger.
  • apart (= ξεχωριστά),
    βλ. part.
  • apartment (= διαμέρισμα),
    βλ. part.
  • apex (= κορυφή),
    αυτούσια όπως στα λατινικά, από τα apo (= συνδέω), άπτω (ανάβω, συνδέω), της ρίζας ap-, ↔ apical, apse, synapse.
  • apiary (= μελισσοκομείο),
    από το λατινικό apis (= μέλισσα), από τα apo (= συνδέω), άπτω, επειδή οι μέλισσες σχηματίζουν σωρούς, συστάδες, τύπου κλάστερ. Μια άλλη εκδοχή ευνοεί την προέλευση από την αρχαία εμπίδα (εμπίς, κουνούπι που πίνει αίμα), από το πίω, με πιθανά παράγωγα τα abeille, bee Binnen (= η μέλισσα στα γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά).
  • apical (= κορυφαίος),
    από apex.
  • appall (= σοκάρω),
    από ad + palleo (= ωχριώ), από τα αρχαία πελλός / πελιός (σκουρόχρωμος), της ρίζας pel-6 (= ωθώ), ↔ πελιδνός, Πελοπόννησος.
  • appanage (= προνόμιο, αρχικά των βασιλιάδων),
    από το λατινικό panis (= ψωμί), της ρίζας pa- (= προστατεύω), ↔ pastor, ποιμήν, πανάρισμα, πανέρι. Η παροιμιώδης φράση «άρτον και θεάματα» είναι απόδοση της λατινικής “panem et circenses”, κατά λέξη «άρτον και τσίρκα». Το pan (= τηγάνι), με την έννοια του καρβελιού, προήλθε από τα λατινικά panna / patina (= μπολ, δοχείο).
  • apparatus (= συσκευή),
    όπως το apparel.
  • apparel (= ενδύματα),
    από ad + paro (= ετοιμάζω), της ρίζας pere-1 (= παράγω), ↔ πόρις (δαμάλι).
  • apparent (= εμφανής),
    από ad + pareo (= εμφανίζομαι), ↔ πατέομαι (τρώγω), πώμα, της ρίζας pere-1 (= παράγω).
  • apparition (= φάντασμα, εμφάνιση),
    όπως το apparent.
  • appeal (= προσελκύω),
    από το λατινικό appelo / applio (= αποκαλώ), από ad + pello (= ωθώ), από το πάλλω, ↔ ψάλλω που δεν είχε τη σημερινή έννοια, αλλά αναφερόταν σε ισχυρό άγγιγμα, όπως όταν κανείς παίζει άρπα, το αρχαίο ψαλτήριον, ↔ ψαύω και ψάω που σήμαιναν «ελαφρό άγγιγμα», της ρίζας pal-5 (= χτυπώ). Το ψαλτήριον έχει μεταφερθεί σε ένα νεότερο έγχορδο όργανο, το psaltery.
  • appear (= εμφανίζομαι),
    από ad + pareo (= εμφανίζομαι), της ρίζας peh2- (= προστατεύω), ↔ ποιμήν, πώμα, πατέομαι (τρώγω), feed. Παλιότερα είχε προταθεί ως συγγενές το παρέω / πάρειμι (βρίσκομαι κοντά).
  • appease (= κατευνάζω),
    από τη λατινική έκφραση ad + pacem (= εν ειρήνη). Η ειρήνη, pax, στα αγγλικά peace, προέρχεται από το pactum / pact (= συνθήκη, συμφωνία) από το pango (= πακτώνω, στερεώνω), με παράγωγο το πατσίζω, της ρίζας pag- (= παγιώνω). Συγγενές του pango είναι το fundo (= ιδρύω, μεταφορικά θεμελιώνω), επειδή για την εδραίωση της συμφωνίας, για να στεργιώσει, οι διαπραγματευτές βύθιζαν συμβολικά τα ραβδιά τους στο έδαφος.
  • appellate (= δευτεροβάθμιος),
    όπως το appeal.
  • appellation (= ονομασία, επωνυμία),
    από το λατινικό appelo (= αποκαλώ), όπως το appeal.
  • appetite (= όρεξη),
    από το λατινικό peto (= ζητώ), ↔ πετώ, πίπτω.
  • appliance (= συσκευή),
    από ad + plecto (= πλέκω).
  • application (= εφαρμογή),
    από το λατινικό ρήμα plecto ή plico (= πλέκω). Διαφορετικό είναι το plecto (= τιμωρώ), με διαφορές στις κλίσεις. προέρχεται από το πλήττω, ↔ plectrum, apoplexy, της ρίζας plak-2 (= κτυπώ).
  • appoint (= διορίζω),
    από ad + point, από το pungo (= τρυπώ) που με αναγραμματισμό έδωσε το pugnus ↔ πυγμή.
  • apportion (= διανέμω) από ad + partio / portio
    (= διαιρώ, μοιράζομαι), από pars, partis (= μέρος, τμήμα), από συγγενείς ρίζες του pere- (= παρέχω), ↔ πέπρωται. εναλλακτικά από πέρνημι (πουλώ) ή πόρος.
  • apposite (= κατάλληλος),
    από ad (= από) + pono (= θέτω), από po- (από ab = προ) + sino (= βάζω), επιτρέπω). κατά μια εκδοχή από το αρχαίο βουνέω / βωνώ) (συσσωρεύω, υψώνω).
  • appraise (= αξιολογώ),
    της ρίζας per-5 (= πουλώ), pretium (= αξία, αμοιβή), ↔ προ, πριν, πέρας, πόρνη, πρατήριο, πέρνημι (εξάγω προς πώληση), πιπράσκω (= πουλώ), πράττω, περάω.
  • appreciate ( = εκτιμώ), όπως το appraise.
  • apprehend (= αρπάζω, κατανοώ μεταφορικά),
    από τα λατινικά apprehendο (= αναλαμβάνω), ad + prae + hendo (= παίρνω). praeheda ήταν η λεία, το λάφυρο, από prae + heda, της ρίζας ghed- (= βρίσκω, κρατώ), ↔ χάζω / χανδάνω (κρατώ / χωρώ), predatory.
  • apprehensible (= καταληπτός),
    βλ. apprehend.
  • apprehension (= ανησυχία, αντίληψη),
    βλ. apprehend.
  • apprentice (= μαθητευόμενος),
    εκείνος που «αρπάζει» γνώσεις, βλ. apprehend.
  • apprise (= ενημερώνω),
    όπως το apprehend.
  • approach (= πλησιάζω),
    από τα λατινικά ad + το επίρρημα και την πρόθεση prope (= πλησίον), από pro- + que (= και, τε). το pro είναι της ρίζας per-1 (= προ), ↔ παρά, περί.
  • approve (= εγκρίνω),
    από ad + probus (= καλός, άξιος), όπως το pro του approach.
  • approximate (= παραπλήσιος),
    από ad + proximus, υπερθετικό του prope (= κοντινός), όπως το pro του approach.
  • apricate (= λιάζομαι),
    από το λατινικό aperio (= ανοίγω), από ad + pario (= γεννώ, φέρω), της ρίζας per- (= διαμέσου), με αρκετά ελληνικά παράγωγα ↔ overt (= ανοικτός) και extrovert / introvert.
  • apse (= αψίδα),
    ομόρριζα, από το άπτω (= συνάπτω, ανάβω), της ρίζας ap-, ↔ apical, apse, synapse.
  • apt (= εύστοχος, κατάλληλος),
    από τα λατινικά apo (= συνδέω), apio, apisco, από άπτω (αγγίζω, ανάπτω, συνάπτω) της αφής, και άπτομαι (σχετίζομαι), της ρίζας ap-.
  • aptitude (= κλίση),
    όπως το apt.
  • Apus (= άπους),
    αστερισμός, από το τροπικό πτηνό Paradisaea apoda.
  • aqueduct (= υδραγωγείο),
    από τα λατινικά aqua (= ύδωρ) + ductio (= αγωγός) του duco (= οδηγώ).
  • aquiline (= αετίσιος),
    από τον λατινικό αετό, aquilus, ↔ αΐσσω (ορμώ), αίλουρος, αιόλος.
  • arable (= αρόσιμος),
    από αρόω (οργώνω), της άρουρας (γη).
  • arbor / arbour (= πέργκολα),
    της ρίζας eredh- (= υψηλός), ↔ πτόρθος (βλαστάρι), ορθός, άλμπουρο, άρδην (ψηλά), αίρω / αείρω. Για την ίδια λέξη, που σημαίνει «στήριγμα μηχανής» και στα λατινικά το δέντρο, έχουν προταθεί επίσης οι ρίζες της αύξησης: είτε al- των aliment, άλλομαι (πηδώ), είτε η ghreh1-, από όπου προήλθαν τα grow, green, herb, grass. ειδικά το τελευταίο δεν έχει σχέση με το γρασίδι που κατάγεται από το αρχαίω γράω (ροκανίζω), πιθανώς από το βιβρώσκω ή είναι ηχομιμητικό, με παράγωγα το λατινικό gramen και το graminivorous (= ζώο που τρώει γρασίδι).
  • arboretum (= δενδρολογικός κήπος),
    όπως το arbor. Βλ. επίσης arduous.
  • arc (= τόξο, με αρχική αναφορά την διαδρομή του ήλιου),
    από την άρκευθο.
  • arcane (= απόκρυφος, αρχική σημασία «εγκλείω»),
    από το λατινικό arca (= κιβώτιο), του arceo (= περιέχω, εγκλείω), ↔ αρκέω (αποκρούω), αλκή, αλέξω.
  • arch. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη είναι επίθετο και σημαίνει «άρχων», από την αρχή (κυρίως σε σύνθετες λέξεις), ενώ η δεύτερη σημαίνει «τόξο», από το λατινικό arcus, την άρκευθο.
  • archive (= αρχείο),
    από την αρχή, με την έννοια της διοίκησης.
  • arcuate (= τοξειδής),
    όπως το arch #2.
  • ardent (= φλογερός),
    από το λατινικό ardeo (= καίω), ↔ areo (= είμαι ξηρός), άζω (ξηραίνω) της αζαλέας, της ρίζας as-.
  • ardour (= ζήλος),
    όπως το ardent.
  • arduous (= κοπιαστικός),
    από το λατινικό arduus (= υψηλός), ↔ ορθός, της ρίζας eredh- (= υψηλός), όπως το arbor.
  • area (= περιοχή χωρίς βλάστηση, χώρος για οικοδόμηση, έδαφος),
    από το λατινικό aridus (= ξηρός, arid), από τα ardeo / areo (= ξηραίνω), της ίδιας ρίζας με τα άζω (= είμαι ξηρός), αζαλέα, ash (= στάχτη). Εναλλακτικά έχει προταθεί η συγγένεια με το γερμανικό Erde (= earth, έρα).
  • areolation (= προφητεία),
    από το λατινικό hariolus (= μάντης), ↔ χορδή.
  • argol (= τρυγία),
    από το αργός (αστραφτερός, άσπρος), της ρίζας arg-, ↔ άργυρος, Αργεντινή, άργιλλος, argue. Πρόκειται για το όξινο τρυγικό κάλιο που καταβυθίζεται σε κρυσταλλική μορφή από τον οίνο. Για ένα άλλο επίθετο αργός βλ. argon.
  • argon (= αργόν, το στοιχείο),
    από το αργός / άεργος (εδώ με την έννοια «ανενεργός»), της ρίζας werg- (= κάνω), βλ. work.
  • argosy (= στόλος, παλιά μεταφορικό ιστιοφόρο),
    όχι από το αργός αλλά από τη Ragusa, το αρχαίο Ραγούσιον, σημερινό Ντουμπρόβνικ.
  • argue (= λογομαχώ),
    από το λατινικό arguo (= βεβαιώνω), της ρίζας arg- τoυ αργύρου, από το αργής / αργός (λαμπερός). Από εδώ κατάγονται οι εκφράσεις argy-bargy για τη λογομαχία και argle-bargle για την άσκοπη ομιλία που θυμίζουν το άρτζι-μπούρτζι, το βυζαντινό αρτζιβούριον.
  • argument (= διαφωνία, επιχείρημα),
    όπως το argue.
  • argute (= πονηρός),
    όπως το argue.
  • arid (= άγονος, ξηρός),
    όπως το ardour.
  • arise (= υψώνω),
    από a- (= έξω) + ripa (= όχθη ποταμού, ακτή), από ριψ (βούρλο ή λυγαριά), βλ. arriviste.
  • ark (= κιβωτός),
    από το arca (= κιβώτιο), όπως το arcane.
  • arm (= μπράτσο, οπλίζω),
    της ρίζας ar- (= συναρμολογώ), ↔ artist, inert, harmony, άρθρο, αραρίσκω (συνδέω, κατασκευάζω), άρμενα κ.α.
  • armistice (= ανακωχή),
    από arma (= όπλο) + στάσις του sto (= ίστημι).
  • armory (= πανοπλία),
    από το αραρίσκω.
  • armpit (= μασχάλη),
    από arm, στα λατινικά armus (= ώμος), ↔ αρθρώνω + pit (= τρύπα), ↔ παίω.
  • arraign (= καταγγέλλω),
    από το λατινικό reor (= υπολογίζω), της ρίζας re- (= μετρώ) που θεωρείται παραλλαγή της ar- του αραρίσκω. Η ίδια ρίζα που γράφεται και ως h2erh1-, έχει δώσει πολυάριθμα παράγωγα, όπως τα αριθμός, arithmetic, dread,, rite, Alfred κ.α. Σημειώνεται ότι το επαναληπτικό πρόθεμα re- είναι διαφορετικής ετυμολογίας, της ρίζας wret / wert-.
  • arrange (= διευθετώ),
    από ad + range, της ρίζας sker-2 (= κάμπτω).
  • arrest (= συλλαμβάνω),
    από τα λατινικά ad + re- + sto (= ίστημι).
  • arriviste (= αριβίστας),
    από τη λατινική έκφραση ad ripam (= προς την όχθη, εννοείται αποβιβάζομαι), από ριψ (βούρλο), ↔ ερίπνη (γκρεμός), ερείπιο, της ρίζας rei- (= κόβω).
  • arrogant (= υπερόπτης),
    από τα λατινικά ad + rogo (= ερωτώ) ↔ rego (= κυβερνώ), ρηξ, ρηγός. Μια άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι προέρχεται από το οργάω (διογκώνομαι και μεταφορικά επιθυμώ).
  • arrow (= βέλος),
    από το λατινικό arcus (= τόξο), όπως το arc.
  • arse (= πισινός, πυγή),
    ↔ όρρος (γλουτός, ουρά), της ρίζας hor- / h3ers-.
  • arsenic (= αρσενικό),
    από την περσική λέξη zarnik για το διαρσενικό τρισουλφίδιο, το κίτρινο ορυκτό σανδαράχη, της ρίζας ghel-2 (= λάμπω), ↔ γλαυκός, αγλαός. Η ετυμολογία από το άρρην είναι λαϊκή.
  • article (= άρθρο),
    από το λατινικό artus (= σύνδεσμος, άρθρωση), από τον άρτιο, από την αρχαία λέξη αρτύς (διευθέτηση), από το αρτύω (λιπαίνω το φαγητό), με παράγωγο το άρτυμα. όλα προέρχονται από το αραρίσκω (συνδέω, κατασκευάζω), της ρίζας ar-.
  • artificial (= τεχνητός),
    από τα λατινικά ars, artis (= τέχνη) + facia (= φάτσα) του facio (= φτιάχνω), ↔ τίθημι.
  • Ascaris (= γένος σκουληκιών, ασκαρίδες),
    από το σκαίρω (σκιρτώ, χοροπηδώ), ↔ shrink, σκάρος.
  • ascend (= ανέρχομαι),
    από το λατινικό scando (= σκαρφαλώνω). αργότερα χρησιμοποιήθηκε για το ανεβοκατέβασμα του ρυθμού όταν διαβάζεται ένα ποίημα, από το αρχαίο σκάνδαλον (εμπόδιο). παράγωγο το ασανσέρ.
  • ascertain (= εξακριβώνω),
    από το cerno (= κρίνω), με αναγραμματισμό από το creno (= κοσκινίζω), από το κρίνω που σήμαινε αρχικά «διαχωρίζω, κοσκινίζω».
  • ash. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «στάχτη», όπως το ardent. Η δεύτερη σημαίνει την οξυά, της ρίζας os-, ↔ Ashley.
  • ashamed (= ντροπιασμένος),
    της ρίζας (s)kem- (= τυλίγω), ↔ κάμαξ /καμάκι, κάματος, υποκάμισο / πουκάμισο, στα ιταλικά camisia.
  • ask (= ερωτώ),
    γερμανικής προέλευσης, από το λατινικό aerusco (= παρακαλώ), της ρίζας ais- / h2eis- (= επιθυμώ / ζητώ), πιθανώς ↔ αιδώς. Μια άλλη πιθανότης είναι η αίσα (πεπρωμενο), ↔ αίσιος, αιτώ.
  • aspect (= άποψη, μορφή),
    από ad + specio (= παρατηρώ), ↔ σκέπτομαι.
  • asper (= τραχύς),
    από ρίζα κοινή με την ασπίδα, σύμφωνα με μια εκδοχή. Με την ίδια ονομασία ήταν γνωστά τα λεγόμενα και άσπρα, βυζαντινά νομίσματα που αρχικά είχαν τραχειά και λαμπερή επιφάνεια, ως νεόκοπα, ενώ με τη χρήση γίνονταν πιο λεία κι έχαναν τη λάμψη τους. από αυτά προέκυψε το επίθετο άσπρος.
  • asperity (= τραχύτης),
    από το λατινικό asper (= τραχύς), ↔ ασπίδα, άσπρος.
  • aspersion (= συκοφαντία),
    από τα λατινικά dispergo (= διασκορπίζω), spargo (= σκορπίζω), ↔ disperse, sparse, σπαργώ (είμαι σφριγηλός), της ρίζας sper-. Από εδώ κατάγονται οι μύκητες του γένους Aspergillus.
  • aspire (= λαχταρώ),
    από τα λατινικά ad + spiro (= αναπνέω), από σπαίρω (σπαρταρώ) ή από ex + spero (= ελπίζω), από spes (= ελπίδα), από σπάω, ↔ πείνα, πένης, σπάνις.
  • aspirin (= ασπιρίνη),
    από το φυτό σπειραία (ιτιά, salix) που περιέχει το σαλικυλικό οξύ.
  • ass. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει την πυγή, βλ. arse. Η δεύτερη σημαίνει τον όνο, στα λατινικά asinus, από ανατολική γλώσσα.
  • assemble (= συναρμολογώ, μαζεύω),
    από ad + simulo (= προσποιούμαι), από similis (= όμοιος), ↔ ομαλός.
  • assembly (= συνάθροιση),
    όπως το assemble.
  • assent (= συμφωνώ, συγκατάθεση),
    από το λατινικό sentio (= αισθάνομαι), ↔ σενσουαλισμός, σένσορας. κατά παλαιότερη εκδοχή σχετίζεται με τον συνετό (συν + ίημι).
  • assert (= διαβεβαιώνω),
    από ad + το λατινικό sero (= συνδέω), είρω. επίσης συνδέω (στη σειρά), με παράγωγα τα ειρμός, έρμα, ορμαθός, της ρίζας ser-2 (= συνδέω).
  • assess (= αξιολογώ),
    από ad + sedeo (= κάθομαι).
  • asset (= περιουσιακό στοιχείο, προσόν),
    από ad + satis (= αρκετά), από το άω (χορταίνω = satiate).
  • asseverate (= διακηρύσσω),
    από ad + severe, ↔ έχω, της ρίζας segh-.
  • assiduous (= επιμελής),
    από ad + sedeo (= έζομαι, κάθομαι), ↔ εσμός.
  • assign (= αναθέτω),
    από ad + signum (= σημάδι), ↔ έπομαι, οπαδός.
  • assimilate (= αφομοιώνω),
    από ad + similar (= παρόμοιος), από ομαλός, ομός (όμοιος).
  • assoil (= απαλλάσσω),
    από τα λατινικά absolvο, solvο (= λύνω), της ρίζας leu- (= λύω).
  • assuage (= καταπραΰνω, κατά λέξη «γλυκαίνω»),
    από ad + suavis (= sweet, ηδύς), της ρίζας swad-, ↔ persuade, hedonic, άσμενος, ανδάνω.
  • assume (= υποθέτω),
    από ad + sumo (= παίρνω), από sub + emo (= αγοράζω), ↔ νέμω, της ρίζας em-.
  • assure (= διαβεβαιώνω),
    απο ad + securo (sine + cura = χωρίς φροντίδα). η cura από το αρχαίο κορέω (σπέρνω, σαρώνω, φροντίζω).
  • asthenia (= ασθένεια),
    κυρίως σε ιατρικούς όρους, από το έχω, της ρίζας segh-, ↔ σθένος (δύναμη). χρησιμοποιείται και ως χημικός όρος.
  • astonish (= ξαφνιάζω),
    από τα λατινικά ex + tono (= βροντώ), από τόνος / τείνω, της ρίζας (s)tene- (= αντηχώ).
  • astound (= καταπλήσσω),
    όπως το astonish.
  • astray (= σε λάθος κατεύθυνση),
    βλ. stray.
  • astringent (= στυφός),
    από τα stringo (= αρπάζω, τσιμπώ) / στράγγω (στύβω), στραγγίζω, όπως το stress, της ρίζας streig- (= στράγγω).
  • astute (= έξυπνος),
    από το άστυ, της ρίζας wes-1 (= κατοικώ).
  • atheling (= μέλος ευγενούς οικογένειας),
    όπως η Adelaide.
  • athlete (= αθλητής),
    από άθλον / άθλος (αγώνας για βραβείο). Είναι σύνθετη λέξη όπου το «α-» είναι στην πραγματικότητα «αε-» (άεθλον), είτε της ρίζας wedh- (= συνδέω, οδηγώ), ↔ έεδνα (δώρα γάμου) είτε της ρίζας h2weh1- του άημι, ↔ αήρ, ατμός. το επίθημα, -thlete ή το ισοδύναμο -θλον / -thlon (π.χ. decathlon), είναι αντίστοιχα με τα λατινικά -ter, -trom, -bulum και τα -τηρ, -τειρα, χωρίς να σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο, χρησιμοποιούνται συνήθως για αντικείμενα.
  • atonement (= εξιλέωση),
    από at + one.
  • atrabilious (= μελαγχολικός, πικρόχολος),
    από τα λατινικά ater (= μαύρος), ↔ αίθω + bilis (= χολή).
  • attach (= συνδέω),
    της ρίζας steg- (= κοντάρι), ↔ στέκα, stake, attack.
  • attaché (= ακόλουθος),
    αυτούσια η γαλλική λέξη, όπως το attach.
  • attain (= επιτυγχάνω),
    από ad + tango (= αγγίζω), από τη μετοχή τεταγών του τάσσω, της ρίζας tag- (= αγγίζω), ↔ ταγός, τάγμα.
  • attack (= επιτίθεμαι),
    όπως το attach.
  • attempt (= προσπαθώ),
    από τα λατινικά ad + temptο / tendo / teneo (= δοκιμάζω, χειρίζομαι, απλώνω), ↔ τείνω.
  • attend (= παρίσταμαι, φροντίζω),
    όπως το attempt.
  • attenuate (= αραιώνω),
    από τα λατινικά ad + tenuis (= αραιός), ↔ τείνω, τανύω (τεντώνω).
  • attest (= καταθέτω),
    από ad + testis (= μάρτυρας), από τα λατινικά terstis / tristis, από τη ρίζα του τρία + sto (= ίστημι).
  • attic (= σοφίτα),
    από την Αττική, από την ακτή.
  • attitude (= στάση, συμπεριφορά),
    όπως το aptitude.
  • attribute (= χαρακτηριστικό γνώρισμα),
    από ad + tribuo (= πραγματοποιώ, ικανοποιώ), από tribus (= tribe = φυλή), από το τρία και τη ρίζα του be (= είμαι), ↔ φυ (φυλή), αναφορά στις τρεις φυλές των Ρωμαίων.
  • attrition (= μεταμέλεια, φθορά),
    της ρίζας tere-1 (= τρίβω, τρυπώ), ↔ τρίβω, τείρω, τερηδών, τόρνος, τρήμα, τρώγω, attorney, throw.
  • attune (= εναρμονίζω),
    από ad + tune, ↔ τόνος.
  • aubade (= μουσική αναγγελία της αυγής, «εωθινή πατινάδα», σύμφωνα με παλιό λεξικό),
    γαλλο-αγγλικός όρος, από τη λατινική αυγή, auba, από albus (= λευκός), ↔ αλφός (υπόλευκος).
  • auction (= πλειστηριασμός),
    από augeo (= αυξάνω, αύξω).
  • audacious (= τολμηρός),
    από το λατινικό audeo (= τολμώ), ↔ αισθάνομαι, αΐω (ακούω), αΐτας (= φίλος), της ρίζας au- / h2ew- (= απολαμβάνω, παρατηρώ), στα ιταλικά audio (= ακούω).
  • audit (= έλεγχος),
    όπως το audacious.
  • auditorium (= αμφιθέατρο, αίθουσα),
    όπως το audacious.
  • auger (= γεωτρύπανο),
    σύνθετη λέξη από nave (#2) + gar (= λόγχη), γερμανικής προέλευσης.
  • augment (= αυξάνω),
    από το λατινικό augeo ↔ αυξάνω.
  • august (= σεβαστός),
    από augeo (= αύξω).
  • aula (= αυλή, προαύλιο),
    λέξη λατινική και αγγλική, της ρίζας h2wes- (= διανυκτερεύω), ↔ άημι (πνέω), wind.
  • aureate (= επίχρυσος),
    ↔ auster, όστρια, αυγή, αύριο και το λατινικό aes, aeris (= χαλκός, μπρούντζος, νόμισμα), της ρίζας aus- (= λάμπω), ↔ aurum (= χρυσός στα λατινικά, με χημικό σύμβολο Au), ηώς, east. Ομόρριζο είναι επίσης το αρχαίο ασσάριον, νόμισμα ελάχιστης αξίας, όπως το μονόλεπτο.
  • aureole (= φωτοστέφανος),
    από τον λατινικό χρυσό, aurum, της ρίζας aus- / h2ews- (= λάμπω), ή της ρίζας ghel-2 (= λάμπω), ↔ αύω (καίω, λάμπω), gold (= χρυσός), yellow (= κίτρινος).
  • aurora (= σέλας, αυγή),
    όπως το aureole.
  • auscultate (= ακούω προσεκτικά),
    από το λατινικό aus, auris (= ους) + κλίνω (πιθανώς).
  • auspex (= οιωνοσκόπος),
    από avis (= πτηνό) + specio (= παρατηρώ), ↔ σκοπώ.
  • auspice (= οιωνός),
    στον πληθυντικό auspices (= αιγίδα), όπως το auspex.
  • austere (= αυστηρός),
    από το λατινικό austerus που αρχικά σήμαινε κάτι που ξηραίνει το στόμα λόγω στυφότητας, δριμύς, από αύω (ξηραίνω, καίω), ↔ όστρια.
  • authentic (= αυθεντικός),
    από τον αυθέντη, από αυτός + ανύω (εκτελώ), ↔ άνυσμα, θείνω, φόνος, defend. Αρχικά αυθέντης λεγόταν ο αυτόχειρας, από το αμάρτυρο έντης που απαντά στο συνέντης (συνεργός).
  • author (= συγγραφέας),
    στα λατινικά autor (= δημιουργός), από augeo (= αύξω).
  • authority (= αρχή, αυθεντία),
    όπως το author.
  • authorize (= εξουσιοδοτώ),
    όπως το author.
  • autoclave (= αυτόκλειστο),
    χημική συσκευή, από το λατινικό clavis (= κλειδί), της ρίζας klau- (= άγκιστρο), ↔ κλωβός, κλείω, clavier.
  • automatic (= αυτόματος),
    από τον παρακείμενο, μέμαα / μέμονα, του μάω (= επιθυμώ), της ρίζας men-1 (= σκέπτομαι), ↔ amnesty, mania, mnemonic, music.
  • auxiliary (= βοηθητικός),
    από augeo (= αύξω).
  • avail (= εκμεταλλεύομαι, όφελος),
    από το λατινικό valeo (= είμαι ισχυρός), της ρίζας wal- (= ισχυρός), πιθανώς ↔ θαλέω / θάλλω.
  • avarice (= φιλαργυρία),
    από το λατινικό aveo (= απολαμβάνω), ↔ αισθάνομαι, αΐω, και το λατινικό audio (= ακούω), της ρίζας heu-eh- / h2ew- (= απολαμβάνω). Από το απαρέμφατο των aveo + do (= δίνω), προήλθε το νταραβέρι (δούναι-λαβείν).
  • avatar (= ινδική θεότης),
    από ava (= κάτω) + tar (= διασχίζω), της ρίζας tere-2 (= διέρχομαι), επειδή η θεότης κατεβαίνει στον κόσμο ενανθρωπισμένη, ↔ νέκταρ. Στα κομπιουτερίστικα αναφέρεται σε χρήστη που αναπαριστά τον εαυτό του ή το alter ego του, κυρίως ως τριδιάστατο μοντέλο σε παιχνίδια υπολογιστών.
  • avenge (= εκδικούμαι),
    από τα λατινικά ad + vindicatio (= εκδίκηση), από vis, στην αιτιατική vim (= ις = βία, δύναμη) + dico (= ανακηρύσσω), ↔ δείκνυμι, της ρίζας deik-.
  • avenue (= λεωφόρος),
    από ad + venio (= βαίνω) όπως το advent. Είναι ενδιαφέρον ότι στα αρχαία λεωφόρος χαρακτηριζόταν η πόρνη (πουλημένη).
  • avid (= άπληστος),
    όπως το avarice.
  • avocation (= χόμπι),
    της ρίζας wekw- (= ομιλώ), ↔ είπον, οψ (φωνή), έπος, vociferous, vowel, calliope.
  • avoid (= αποφεύγω),
    από το λατινικό vaco (= είμαι άδειος), ↔ χάω (χαίνω) ή εάω (αφήνω), της ρίζας eue- (= αφήνω).
  • avowal (= ομολογία),
    από avow (= παραδέχομαι), από advocate (= υποστηρίζω), από τα λατινικά voco (= καλώ), vox (= φωνή), ↔ οψ (η, φωνή και μάτι), έπος, voice (= φωνή), vowel (= φωνήεν) κ. α. Δεν έχει σχέση με το vow.
  • award (= έπαθλο),
    της ρίζας wer-1 (= αίρω, υψώνω) ή της ρίζας wer-3 του ορώ (βλ. ward).
  • aware (= ενήμερος),
    από το λατινικό vereor (= σέβομαι), ↔ ορώ, ward.
  • away (= μακριά),
    όπως το always.
  • awe (= δέος, φοβάμαι),
    από άχος (λύπη) / άχνυμαι (θλίβομαι), ↔ άγχος, της ρίζας agh-.
  • awkward (= παράξενος, αδέξιος),
    από awk (= πίσω) + το επίθημα -ward (= δείχνει κατεύθυνση), από το versus, της ρίζας wer-2 (= στρέφω), ↔ ρατάνη, διαφορετική της ρίζας wer-3, ↔ ward και της ρίζας wer-1 (= αίρω), βλ. soar.
  • awn (= άγανο),
    ο αρχαίος άκανος, της ρίζας ak-.
  • awry (= στραβά, επίρρημα),
    της ρίζας wreik- / wer-2 (= περιστρέφομαι), ↔ ροικός (κυρτός, σκολιός), δια της γερμανικής οδού. Η εννοιολογική εξέλιξη σε ανάλογες λέξεις είναι όπως στο turn into = become.
  • awsome (= φοβερός),
    όπως το awe. Η κατάληξη -some, της ρίζας sem-, αναφέρεται στο same (= όμοιος) και τη μονάδα (εις, 1). Η ίδια κατάληξη, π.χ. στο chromosome, αναφέρεται στο σώμα, βλ. tomentum. ένας σχετικός βιολογικός όρος, polysomy, αναφέρεται για εκείνα τα χρωμοσώματα που περιέχουν 3-10 αντίτυπα γενετικού υλικού.
  • axillary (= μασχαλιαίος),
    από το λατινικό axilla (= μασχάλη), υποκοριστικό του axla, από τον άξονα, της ρίζας aks-.
  • azalea, το γνωστό φυτό, από το αρχαίο επίθετο αζαλέος (ξηρός), από το άζω (αποξηραίνω).
No Comments