Β

  • Βαβάζω / βαβίζω = ομιλώ ↔ baby
  • βαθύω / βοθύω = σκάπτω ↔ fossil
  • βαιός = χαμηλός ↔ bay
  • βαλαύστιον = άνθος ροδιάς ↔ balustrade
  • βαλανείον = λουτρά ↔ bainmarie
  • βαλλίζω = χοροπηδώ ↔ ball
  • βασκαίνω = μαγεύω, κακολογώ ↔ festival
  • βατώ = περπατώ ↔ acrobat
  • βαυκαλώ = κοιμίζω ↔ bottle (πιθανώς)
  • βέλεμνον = ακόντιο ↔ ballistics
  • βέομαι / βείομαι = θα ζήσω ↔ vital
  • βήλον = παραπέτασμα ↔ vellum
  • βιβρώσκω = τρώγω ↔ gorge
  • βίκος = πιθάρι, ποτήρι ↔ beaker
  • βιός = τόξο ↔ filigree
  • βλαδύς = ασθενής ↔ bland
  • βλακεύω = είμαι αδύνατος ↔ flaccid
  • βληχός = βέλασμα ↔ feeble
  • βλιχώδης = γλοιώδης ↔ glue
  • βλύω = αναβλύζω ↔ play
  • βλώσκω = πηγαίνω ↔ blastocyst
  • βοθύω = σκάπτω ↔ fossil
  • βολγός / μολγός = ασκός ↔ bulge
  • βουνέω / βωνώ = συσσωρεύω ↔ compound (πιθανώς)
  • βρέγμα / βρεχμός = το άνω μέρος της κεφαλής ↔ brain
  • βρέμω = βρυχώμαι, παφλάζω ↔ brim
  • βρένθος = υπερηφάνεια ↔ grand
  • βριαρός = ισχυρός ↔ hubris
  • βρύκω / βρύχω = καταβροχθίζω ↔ bruxism
  • βρυτός = θρακικη μπίρα ↔ braise
  • βρύω = τινάζω μπροστά ↔ embryonic
  • βρώμα = φαγητό ↔ devour
  • βύω = γεμίζω, βουλώνω ↔ buccinum
No Comments