Χ

  • Χάζομαι = αποσύρομαι ↔ castle
  • χάζω = χωράω ↔ sickle
  • χάιος = γνήσιος, γκλίτσα ↔ goad
  • χαίρω = αρπάζω ↔ heresy
  • χανδάνω = κρατώ, χωράω ↔ prize
  • χατέω / χατίζω = ποθώ, έχω ανάγκη ↔ vacant
  • χάω = χαίνω ↔ vacant
  • χέραδος =αμμολίθαρα ↔ furane
  • χηρ = σκαντζόχοιρος ↔ hair
  • χθών = γη ↔ human
  • χιλός = πόα, σανός ↔ fenugreek
  • χίμαρος = τράγος ↔ Himalaya
  • χλίδος = στολίδι ↔ glad
  • χλίω = είμαι θερμός, περηφανεύομαι ↔ yolk
  • χολάς = έντερο ↔ haruspex
  • χόρτος = περιφραγμένος χώρος ↔ garden
  • χραίνω = αλείφω ↔ ground
  • χραύω = ξύνω, σχίζω ↔ great (πιθανώς)
  • χράω = ξύνω, αγγίζω ↔ abrasive, chromo-, -chrome
  • χράω = εφορμώ ↔ congruent
  • χράω = χρησμοδοτώ ↔ chrestomathy
  • χρίω = αλείφω ↔ christian
No Comments