D

  • Daemon / daimon / demon (= δαίμων),
    αρχαία θεότης που όριζε τη μοίρα. Η λέξη είναι σύνθετη, από δαίω (μοιράζω) / δαίομαι (διαιρώ), της ρίζας da- / da(i)- (= μοιράζω), ↔ time, tide, δαίομαι (χωρίζω), δασμός, δάπτω (καταβροχθίζω), δαπάνη, πανδαισία. το δεύτερο συστατικό είναι η κατάληξη -men που δηλώνει ενέργεια, όπως στο ποιμήν. Σημειώνεται ότι ένα άλλο δαίω (καίω) έχει δώσει τη δάδα και το δαδί.
  • daffodil (= νάρκισσος),
    από τον ασφόδελο.
  • daft (= ανόητος),
    της ρίζας dhabh- (= συναρμολογώ), ↔ φάμπρικα.
  • dag (= ψιλόβροχο),
    όπως το dew.
  • dainty (= νόστιμος, πολυτέλεια),
    από το λατινικό dignus (= τιμή, dignity), της ρίζας dek-, ↔ decent, doctor, δέχομαι, δοκώ.
  • dais (= εξέδρα),
    από τον δίσκο.
  • daisy (= μαργαρίτα),
    από παλαιά αγγλικά που ισοδυναμούσαν με day’s eye (το μάτι της ημέρας), της ρίζας okw- (όχι την op-), της όψης κ.α.
  • dale (= dell, κοιλάδα, στα γερμανικα Tahl),
    της ρίζας dhel- (= κοίλος, λάμπω), ↔ θόλος. Από εδώ προήλθαν τα dollar, δολάριο, τάλιρο, Dallas.
  • damnation (= καταδίκη),
    από το λατινικό damnum (= δαπάνη, απώλεια), της ρίζας dap-, όπως το condemn.
  • dandelion (= ραδίκι),
    από το γαλλικό dent de lion (= δόντι λιονταριού), βλ. indent, ↔ δαντέλα.
  • dandy (= δανδής),
    χαϊδευτικό του Andrew (= Ανδρέας), από ανήρ, γεν. ανδρός.
  • danger (= κίνδυνος),
    από το λατινικό dominium, τη δικαιοδοσία του δεσπότη, dominus, της ρίζας dem- (= οίκος), ↔ δομή.
  • dare (= τολμώ),
    της ρίζας dhers-, ↔ θρασύς, το περσικό dars και το λιθουανικό drasus.
  • data (= δεδομένα),
    από datus, ρηματικός τύπος του do (= δίδω).
  • date. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «ημερομηνία» και ετυμολογείται όπως το data. Η δεύτερη είναι ο χουρμάς, με προέλευση τον δάκτυλο.
  • daub (= πασαλείβω, μουτζουρώνω),
    από τα λατινικά dealbo (= λευκαίνω), albus (= λευκός), ↔ αλφός.
  • daunt (= αποθαρρύνω, νικώ),
    από τα λατινικά domito / domo (= εξημερώνω), της ρίζας dom- του δαμά(ζ)ω, ↔ tame, δαμά(ζ)ω, πιθανώς αρχικά της ρίζας dem- (= δέμω, δομή).
  • daunting (= τρομακτικός),
    όπως το daunt.
  • dawn (= αυγή),
    της ρίζας dhegh- (= θερμός).
  • de-. Από το λατινικό επίρρημα de (= μακριά ή κάτω από),
    συγγενές με το αγγλικό to και το αρχαίο εγκλιτικό μόριο κίνησης -ζε (-σδε), π.χ. Αθήναζε = προς την Αθήνα. Η συνηθέστερη έννοια του de- είναι «απο-, ξε-».
  • deacon (= διάκονος),
    όπως το conation ή από το δίω (απομακρύνομαι), ↔ δίνη.
  • dead (= νεκρός),
    της ρίζας dheu- (= θάνατος), με συγγενή τα θυμίαμα, τύφος, fume.
  • deaf (= κουφός),
    της ρίζας dheubh- / dhewh2- (= σύγχιση), ↔ τυφλός, τύφω (καπνίζω).
  • deal (= συμφωνία),
    κατά μια εκδοχή από το λατινικό doleo (= προξενώ πόνο), από ρίζα που σημαίνει «διαιρώ» κι έχει δώσει τα δαίδαλος, daedal (= περίπλοκος).
  • debacle (= πανωλεθρία),
    από γαλλικό ρήμα με προέλευση το λατινικό bacculus (= βακτηρία). Η έννοια είναι ότι προξενείται καταστροφή με την απελευθέρωση μιας μπάρας που συγκρατούσε κάτι, όπως στην πλημύρα ποταμού.
  • debauchery (= ακολασία),
    όπως το balk, βλ. και fulcrum.
  • debenture (= ομολογία χρέους),
    από το λατινικό habeo, της ρίζας ghabh- (= δίνω).
  • debil (= ηλίθιος),
    όπως το debilitate.
  • debilitate (= εξασθενώ),
    από τα λατινικά de + -bilis (= δύναμη), της ρίζας bel- (= ισχύς), ↔ βελτίων ή από το habeo (= έχω).
  • debit, debt (= χρέωση, χρέος),
    από το λατινικό debeo (= χρωστώ), από de + habeo (= έχω).
  • debonair (= ευγενικός),
    από τη γαλλική έκφραση de bon aire (= καλής ράτσας), που αναφερόταν αρχικά στα κυνηγετικά γεράκια. Η λέξη aire δε σχετίζεται με τον αέρα, air, αλλά με τον αγρό, από το λατινικό / αγγλικό area. Η πρώτη λέξη bon, από το λατινικό bene (= καλώς), είναι της ρίζας deu-2 (= κάνω).
  • debut (= ντεμπούτο),
    γαλλική λέξη, σχετίζεται με το butt (= στόχος), γερμανικής προέλευσης, της ρίζας bhau- (= κτυπώ), ↔ μπουτονιέρα.
  • decadence (= ξεπεσμός, χλιδή),
    από το cedo = υποχωρώ), κατά μια εκδοχή από το sedeo (= κάθομαι).
  • decant (= μεταγγίζω),
    από το λατινικό decantho, από τον κανθό (άκρη, ιδίως των οφθαλμών), από την αρχαία λέξη άντυξ (ανά + τεύχω, η περιφέρεια τροχού, ασπίδας), η σημερινή ζάντα.
  • decay (= αποσυντίθεμαι),
    από de + cado (= πέφτω) ή caedo (= φονεύω).
  • deceased (= αποθανών),
    από de + λατινικό cedo (= υποχωρώ), όπως το accede.
  • deceitful (= ανειλικρινής),
    όπως το deceive.
  • deceive (= εξαπατώ),
    από de + capio (= αρπάζω = κάπτω), με ομόρριζα / παράγωγα μια πλειάδα αγγλικών λέξεων (πάνω από 100).
  • decent (= αξιοπρεπής),
    της ρίζας dek-, ↔ δέχομαι, δοκώ, δόξα.
  • decibel (= ντεσιμπέλ),
    από το δέκα και τον Α. Bell, εφευρέτη του τηλεφώνου.
  • decide (= αποφασίζω),
    από de + caedo (= τεμαχίζω, φονεύω), από το καίνω, ↔ κτείνω (και τα δύο σημαίνουν «σκοτώνω»). Το ρήμα εντάσσεται στις αζευγάρωτες, unpaired, λέξεις καθώς δεν υπάρχει ρήμα cide.
  • deck (= κατάστρωμα πλοίου),
    από trudo (= ωθώ), ↔ τρύω (καταστρέφω).
  • declaim (= διακηρύσσω),
    όπως το acclaim.
  • declare (= δηλώνω),
    από clarus (= διαυγής), της ρίζας kele-2 (= κελεύω, καλώ), ↔ εκκλησία, κλαρινέτο, γλαρός (γλάω = λάμπω), γλαυκός = λαμπερός).
  • declension (= κλίση),
    όπως το decline.
  • decline (= αρνούμαι, χειροτερεύω),
    από το clino (= κλίνω, κάμπτω) της ρίζας klei-.
  • declivity (= κατήφορος),
    από το clino (= κλίνω) της ρίζας klei-.
  • decoction (= αφέψημα),
    της ρίζας pekw-, ↔ πέπτω, kiln, kitchen.
  • decollete (= ντεκολτέ),
    της ρίζας kwel- (= περιστρέφομαι), ↔ colony, collar, wheel, κύκλος, τέλος.
  • decompose (= αποσυνθέτω),
    από το γαλλικό composer, όχι από το pono αλλά από το pauso, της παύσης.
  • decorum (= ευπρέπεια),
    από το λατινικό decus (= τιμή, δόξα), της ρίζας dek- ↔ decent, doctor, δοκώ, δέχομαι.
  • decoy (= δόλωμα, αντιπερισπασμός),
    από τα ολλανδικά de (= άρθρο) + kooi (= κλουβί), από τα λατινικά cavea (= κλωβός), cavus (= σπήλαιο), ↔ κύπτω, κύαρ (μάτι της βελόνας). Δεν έχει σχέση με το coy (= ντροπαλός).
  • decrepit (= γερασμένος),
    από το λατινικό crepo (= σπάζω, ραγίζω, κροταλίζω), της ηχοποίητης ρίζας ker- (= κτυπώ), βλ. crepitation.
  • decussation (= χιασμός, βοτανικός όρος),
    από το λατινικό decussis (= διαίρεση χιαστί, αναφορά στη διάταξη των φύλλων) που σχετίζεται με το 10, στα λατινικά Χ, της ρίζας dek(m)-.
  • dedicate (= αφιερώνω),
    από ab + dico (= ομιλώ, αφιερώνω), ↔ δείκνυμι.
  • deduce (= συνάγω),
    από το duco (= οδηγώ), της ρίζας dewk-, ↔ δείκω (δείχνω), δαδύσσομαι (αφαιρούμαι, έλκομαι).
  • deed (= πράξη, ενέργεια, τίτλος ιδιοκτησίας),
    γερμανικής προέλευσης, της ρίζας dhe- (= θέτω) του τίθημι, ↔ duma (= δούμα, η ρωσική Βουλή).
  • deem (= θεωρώ),
    όπως το deed.
  • deep (= βαθύς),
    από τον βυθό, ↔ Τυφών, Πύθων, μυθολογικά τέρατα που κατοικούσαν στα έγκατα της γης, της ρίζας dheub-.
  • deer (= ελάφι),
    της ρίζας dheu- (= νέφος), ↔ τύφος, fume.
  • defame (= δυσφημώ),
    από τα λατινικά de + for (= φημί, ομιλώ).
  • defeat (= νικώ),
    από 6τα λατινικά disfacio (= ξεκάνω), dis- + facio (= φτιάχνω), της ρίζας dhe- (= θέτω).
  • defect (= αυτομολώ, ατέλεια),
    από de + facio.
  • defected (= κατηφής),
    όπως τo defect.
  • defenestrate (= εκπαραθυρώνω),
    από το λατινικό fenestra που θεωρείται ετρουσκικής προέλευσης, είναι όμως πιθανώς είναι παράγωγο του φαίνω. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει ρήμα fenestrate. Για λέξεις αυτού του είδους, (unpaired words, αζευγάρωτες λέξεις) υπάρχει ένα ποίημα του J.H. Parker.
  • defiance (= ανυπακοή),
    από το λατινικό fides (= πίστις), ↔ πείθω, της ρίζας bheidh-.
  • deficient (= ελλιπής),
    από de + facio.
  • deficit (= έλλειμμα),
    από de + facio.
  • defile. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει “λερώνω, σπιλώνω”, από το λατινικό fullo (= λευκαντής, fuller),
    από το full (= χτυπώ, πλένω) που δεν έχει σχέση με το ομώνυμο γνωστό επίθετο (= γεμάτος). ίσως να προήλθε από τον πολιό. Η δεύτερη σημαίνει “στενό πέρασμα” και είναι παράγωγο του filum (= κλωστή), ↔ profile, προφίλ, της ρίζας gwhi- (= ίνα, τένοντας).
  • definite (= συγκεκριμένος),
    βλ. confine.
  • deflate (= ξεφουσκώνω, υποτιμώ),
    της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω), ↔ fool, πνέω, φαλλός.
  • defray (= πληρώνω),
    από το λατινικό frango, ↔ ρήγνυμι, της ρίζας bhreg- / bhreu- ή bheyd- (= σχάζω). Δεν έχει σχέση με το fray.
  • defrost (= απόψυξη),
    όπως το freeze.
  • defunct (= αδρανής, πεθαμένος),
    της ρίζας bhung- (= χρησιμοποιώ) που συνδέεται με τη ρίζα bhrug-, του λατινικού fruor (= απολαμβάνω), ↔ φρούτο.
  • defuse (= εξουδετερώνω),
    από το fundo, ↔ χέω (χύνω, της ίδιας σημασίας), της ρίζας gheu- (= χέω).
  • defy (= αψηφώ),
    από τα λατινικά dis- + fidus, της ρίζας bheidh-, ↔ πίστη.
  • degenerate (= εκφυλισμένος),
    από τα λατινικά de- + genus / generis, το γένος, της ρίζας gene- (= γίγνομαι, γένος).
  • degrade (= αποσυντίθεμαι, υποβαθμίζω),
    όπως το aggress.
  • dehiscence (= διάνοιξη, βοτανικός όρος),
    από το λατινικό hio (= ανοίγω, χασμουριέμαι), της ρίζας ghieh- (= ανοίγω), ↔ χαίνω, χάος, chasm, yawn.
  • deign (= καταδέχομαι),
    από το λατινικό dignus (= αξιοπρέπεια), της ρίζας dek-, ↔ δοκώ, δέχομαι, δηνάριο.
  • deity (= θεότης),
    από το λατινικό dies (= ημέρα) που δεν έχει σχέση με την αγγλική day, αλλά προέρχεται από τη ρίζα dyeu- (= λάμπω), ↔ δήλος (φανερός), δίος (θεϊκός), Δίας.
  • deject (= αποθαρρύνω),
    από το λατινικό iaceo (= ρίχνω), ↔ ίημι.
  • delay (= καθυστερώ),
    δεν προήλθε από το lay (= τοποθετώ), αλλά από το leave (= αφήνω), από το λατινικό laxo (= αναπαύομαι, της ρίζας leip- / (= κολλώ), ↔ λίπος, αλείφω. εναλλακτικά της ρίζας leikw- (= αφήνω), ↔ λείπω.
  • deleterious (= δηλητηριώδης),
    από το αρχαίο δηλέομαι (βλάπτω), της ρίζας delh-1 (= σχίζω), από τα λατινικά dolo (= σχίζω), dolor (= πόνος), ↔ dolorous.
  • deliberation (= εξέταση, συζήτηση),
    από το λατινικό delibero, de- (= πλήρως) + libero (= ελευθερώνω), απο τη libra (= ζυγός), ↔ λίτρα, πιθανώς ετρουσκικής προέλευσης.
  • delineate (= σκιαγραφώ),
    από το λατινικό linea (= γραμμή), από το λίνον (λινάρι).
  • delinquent (= εγκληματίας),
    από το λατινικό delinquo (= αποτυγχάνω), από το linquo, ομόρριζο και της ίδιας σημασίας με το λείπω (στον μέλλοντα λιπώ, αιολικό λικώ), της ρίζας leikw-.
  • delirious (= αυτός που παραμιλάει),
    από το λατινικό delirium, μεταφορά από το όργωμα που κατά λέξη σήμαινε το ανυψωμένο χώμα ανάμεσα σε δύο αυλακιές, από την εβραϊκής προέλευσης lira.
  • dell (= κοιλάδα),
    όπως η dale.
  • delude (= εξαπατώ),
    από το λατινικό ludo (= παίζω), πιθανώς από το λίζω (παίζω, χαράζω), ↔ λοιδορώ, ή από το συγγενές λινδίω (αμιλλώμαι). Μια άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότιι προήλθε από τους Λυδούς που είχαν αποικίσει την Ετρουρία και έμαθαν στους αυτόχθονες τα παιχνίδια τους.
  • deluge (= κατακλυσμός),
    από το λατινικό diluo, dis- + lavo (= λούω), της ρίζας leue-, ↔ λαβομάνο, λούστρο.
  • demand (= αιτώ, απαιτώ),
    από de- + το λατινικό ρήμα mando, από manus + do (= χέρι + δίδω), ↔ mandate.
  • demarcate (= οριοθετώ),
    από το λατινικό mergo (= βουτώ, μεταφορικά κρύβω), από το αμέργω (αναδύομαι), ↔ μείρω (παρακείμενος μέμερκα = χωρίζω), μαρκάρω, μάρκο, της ρίζας merg- (= όριο).
  • demean (= εξευτελίζω),
    από το mean, της ρίζας mei- / mey-5 (= ελαττώνω), ↔ μείων, μινύθω.
  • demeano(u)r (= συμπεριφορά). Δεν σχετίζεται με το demean, αλλά με το λατινικό minor
    (= απειλώ), διαφορετικό του αγγλικού minor, της ρίζας men-2, βλ. amenable, menace.
  • dementia (= άνοια),
    λέξη λατινική και αγγλική, από mens, βλ. comment.
  • demesne (= κυριότης),
    ↔ domus, δομή.
  • demigod (= ημίθεος),
    το πρπ΄΄ωτο συνθετικό είναι από τα λατινικά demi- (= ημι-), dismedius.
  • demise (= θάνατος, τέλος),
    από το mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • demolition (= κατεδάφιση),
    από το λατινικό moles (= μάζα), της ρίζας mo- / meh3- (= εξασκώ), ↔ μώλος, μογέω (κοπιάζω).
  • demonstrate (= επιδεικνύω),
    από το λατινικό moneo (= συμβουλεύω), της ρίζας men-1 (= νομίζω), ↔ μάντης, μανία.
  • demote (= υποβιβάζω),
    όπως το promote.
  • demotion (= υποβιβασμός),
    από το λατινικό moveo (= κινούμαι).
  • demur (= καθυστερώ, αντίρρηση),
    από το γαλλικό demeurer (= κατοικώ), από τα λατινικά moenia (πληθυντικός, τα τείχη), munio (= υπηρεσίες), της ρίζας mey- / mei- (= δυναμώνω, στερεώνω, αλλάζω), ↔ αμείβω, αμοιβή, κομμουνισμός. εναλλακτικά από mora (= καθυστέρηση), της ρίζας (s)mer-, ↔ μάρτυρας, μέριμνα. Η ρίζα mey- αναλύεται σε 6-7 ρίζες που σημαίνουν επίσης συνδέω, μικρός, περιπλανώμαι.
  • demure (= σεμνός),
    όπως το demur.
  • demurrage (= επισταλία),
    όπως το demur.
  • demurral (= αντίρρηση),
    όπως το demur.
  • den (= φωλιά, κρησφύγετο),
    από το αρχαίο θέναρ (παλάμη, επιφάνεια), του θείνω (κτυπώ), ↔ φόνος.
  • denigrate (= δυσφημώ),
    από το λατινικό niger (= μαύρος), ↔ νύχτα.
  • denouement (= ξετύλιγμα, επίλογος),
    της ρίζας ned- / gnod- του αρχαίου νέω (= συσσωρεύω), βλ. connect.
  • denounce (= αποδοκιμάζω),
    όπως το announce.
  • dense (= δασύς),
    ομόρριζα, της ρίζας dens-, ↔ δάσος.
  • density (= πυκνότης),
    όπως το dense.
  • dental (= οδοντικός),
    από το λατινικό dens, dentis (= οδούς, δόντι), ↔ έδω (τρώγω).
  • denudation (= απογύμνωση),
    από nude ↔ γυμνός), από την παλαιότερη μορφή γδυμνός, από γδύνω, εκδύω.
  • denunciation (= κατηγορία),
    όπως το denounce.
  • deny (= αρνούμαι),
    από το λατινικό nego, από το μόριο neg- / nek- / ne- (= ρίζα νη-, το στερητικό) + ago (= άγω).
  • departure (= αναχώρηση),
    από τα λατινικά partio / portio (= διαιρώ, μοιράζομαι), από pars, partis (= μέρος, τμήμα), βλ. apportion.
  • depend (= εξαρτώμαι),
    από τα pendo (= ζυγίζω), ↔ σπένδω (ραντίζω), πονώ.
  • depilatory (= αποτριχωτικός),
    από το λατινικό pilus (= τρίχα), της ρίζας pil-, όπως τα πιλόω (συμπιέζω), πίλος (καπέλο), πίλημα (τσόχα), πελούζα.
  • depletion (= μείωση),
    από το λατινικό depletio (= αφαίμαξη), από plenus (= πλήρης).
  • deplore (= αποδοκιμάζω, ελεεινολογώ),
    από το λατινικό ploro (= θρηνώ, φωνάζω), εξού η πλερέζα. Κατά περίεργο τρόπο το ploro θεωρείται ομόρριζο με τη βοή ή γοή. εναλλακτικά από το φλύω (= αναβράζω, κατακλύζω, φλυαρώ), όπου αντί λόγια εκπέμπονται δάκρυα.
  • deploy (= αναπτύσσω),
    της ρίζας plek- (= πλέκω).
  • deport (= απελαύνω),
    από το port (= λιμάνι), ↔ πόρος.
  • deposit (= προκαταβολή),
    από de + pono (= θέτω).
  • depot (= αποθήκη),
    από το pono (= θέτω).
  • deprave (= διαφθείρω),
    από το λατινικό pravus (= αισχρός), της ρίζας preh2- (= κάμπτω), per- ↔ προ, παρά.
  • deprecate (= αποδοκιμάζω),
    από το λατινικό precor (= προσεύχομαι), της ρίζας prek- (= αιτώ). κατά παλαιότερη εκδοχή από το βρέχομαι, εννοείται από δάκρυα.
  • depreciate (= υποτιμώ),
    όπως το appreciate.
  • depredate (= λεηλατώ, υποβαθμίζω),
    της ρίζας ghend- (= παίρνω), ↔ get, prison, χανδάνω.
  • deprive (= στερώ),
    από το private (= ιδιωτικός), της ρίζας per-1 (= εμπρός), ↔ παρά, περί.
  • deracinate (= ξεριζώνω),
    της ρίζας wrad- (= ρίζα, κλάδος), ↔ χράδαμνον (κλαδί).
  • derail (= εκτροχιάζομαι),
    βλ. rail.
  • derange (= τρελαίνω),
    της ρίζας sker-2 (= κάμπτω), ↔ κίρκος.
  • derelict (= αμελής, έρημος) από τα λατινικά relinquo
    (= εγκαταλείπω), linquo, ↔ leave, λείπω, της ρίζας leikw-.
  • deride (= γελοιοποιώ),
    από το λατινικό rideo (= γελώ), της ρίζας wert- / wer-2 (= κάμπτω), λόγω της κάμψης του στόματος. Παλιότερα είχε προταθεί το renideo (= γελώ, λάμπω), από niteo (= λάμπω), ↔ νίζω (νίπτω).
  • derisive (= χλευαστικός),
    όπως το deride.
  • derogatory (= υποτιμητικός),
    από το λατινικό rogo (= ερωτώ), βλ. arrogant.
  • descant (= αναλύω και τραγουδώ σε υψηλό τόνο),
    από το λατινικό cano (= τραγουδώ), όπως το accent.
  • descend (= κατέρχομαι),
    από το λατινικό scando (= σκαρφαλώνω), βλ. ascend.
  • desert (= εγκαταλείπω, έρημος),
    από serve (= υπηρετώ, σερβίρω), από τα λατινικά servio (= υπηρετώ), sero (= συνδέω), ↔ είρω, επίσης συνδέω (στη σειρά), της ρίζας ser-2 (= συνδέω).
  • deserve (= δικαιούμαι),
    όπως το desert.
  • desiccate (= ξηραίνω),
    από το λατινικό siccus (= ξηρός), της ρίζας seikw- (= εκρέω), ↔ ισχνός, σεκ, σέκος (sec στα γαλλικά = ξηρός).
  • desire (= επιθυμώ),
    από το λατινικό desidero, από sidus, sideris (= αστέρας), από το είδος (= μορφή), συγγενές με τα είδον / video.
  • desist (= σταματώ),
    από το λατινικό sisto, προϊόν αναδιπλασιασμού του sto, ↔ ίστημι.
  • desk (= θρανίο),
    από τον δίσκο.
  • desolate (= ερημώνω),
    από το λατινικό solus (= μόνος), της ρίζας swe- / se-, ↔ ος (οποίος) ή όλος (ολόκληρος = μόνος).
  • despair (= απελπίζομαι),
    από το spero (= ελπίζω), ↔ σπάω, πένομαι, πόνος, πείνα, σπάνις, βλ. aspire.
  • desperate (= απελπισμένος),
    όπως το despair.
  • despicable (= ελεεινός),
    από τα λατινικά spico / specio, ↔ σκοπώ.
  • despise (= απεχθάνομαι),
    από specio (= σκοπώ, βλέπω).
  • despite (= παρόλο),
    όπως το despise.
  • despoil (= λεηλατώ),
    όπως το spoil.
  • despondency (= απελπισία),
    της ρίζας spend- (= σπένδω, κάνω σπονδή), από το λατινικό spondeo (= υπόσχομαι). Η σπονδή, spondee, εκτός από το τελετουργικό χύσιμο οίνου, σήμαινε επίσης είδος μελωδίας που συνόδευε τη διαδικασία (σπόνδειος πους).
  • despot (= δεσπότης),
    σύνθετη λέξη από τις ρίζες dem- (= δέμω, δομή) + poti- (= πόσις, δυνατός), ↔ hospodar, οσποδάρος.
  • destination (= προορισμός),
    από τα λατινικά stino / sto, του ίστημι.
  • destiny (= πεπρωμένο),
    όπως το destination.
  • destitute (= άπορος),
    από sto (= ίστημι).
  • destroy (= καταστρέφω),
    από το λατινικό struo (= κατασκευάζω), στρώω, στρώμα, της ρίζας stere- (= απλώνω).
  • desultory (= επιπόλαιος, σπασμωδικός),
    από το λατινικό desultor, ονομασία του ιππέα που πηδούσε εν κινήσει από άλογο σε άλογο, από το salio (= πηδώ, άλλομαι), ↔ salmon, άλμα, σαλτάρω, σάλτο.
  • detail (= λεπτομέρεια),
    από το γαλλικό tailler (= κόβω), από το λατινικό talea (= κλαδί, ραβδί), ↔ θαλλός. Από εδώ προέκυψαν ο ράφτης, tailor / taylor, στην κυριολεξία ο κόφτης, και το ταγιέρ. Δεν υπάρχει σχέση με tail (= ουρά).
  • detain (= καθυστερώ, απασχολώ),
    από teneo / tendo (= τείνω).
  • detect (= ανιχνεύω),
    από το λατινικό tego (= προστατεύω, καλύπτω) από τα στέγω, τέγος = στέγη.
  • détente (= ύφεση, κατευνασμός),
    αυτούσια η γαλλική λέξη, της ρίζας ten- (= τείνω).
  • deter (= εμποδίζω),
    συγγενές με terror (= τρόμος), από το λατινικό terreo (= τρομάζω, τρέμω), ↔ terrible, τρέω (τρέπομαι σε φυγή).
  • detergent (= απορρυπαντικό),
    από το λατινικό tergeo (= τρίβω), από το τείρω (τρίβω, τρυπώ), ↔ τρώγω, της ρίζας torg- ή tere- (= τρίβω).
  • deteriorate (= χειροτερεύω),
    δε συγγενεύει με το deter, αλλά με τη ρίζα -ter- του συγκριτικού βαθμού.
  • determine (= προσδιορίζω),
    από το λατινικό termen, terminis, το τέρμα.
  • detest (= απεχθάνομαι),
    από το λατινικό testis (= μάρτυρας), όπως το attest.
  • detonation (= έκρηξη),
    από το λατινικό tono (= βροντώ), ↔ τόνος, της ρίζας (s)tene- (= αντηχώ).
  • detonator (= πυροκροτητής),
    όπως το detonation.
  • detour (= παρακαμπτήριος),
    της ρίζας tere-1 (= τρίβω, τρυπώ), όπως το attrition.
  • detriment (= απώλεια),
    από το λατινικό tero (= τρυπώ), όπως το detour.
  • detrimental (= επιβλαβής),
    όπως το detour.
  • detritus (= συντρίμμια),
    όπως το detour.
  • deuterium (= δευτέριο),
    από το δύο και το φώνημα -τερ- του συγκριτικού βαθμού. Το δύο προήλθε από το δαίω (= διαιρώ, διάφορο του καίω), της πανδαισίας, ή από τα δεύομαι, δέομαι που είχαν την έννοια του στερούμαι, ↔ υποδεέστερος.
  • devastate (= καταστρέφω),
    από το λατινικό vastus (= άδειος, απέραντος), βλ. vast, αλλά πιθανώς και από το άστυ.
  • deviate (= αποκλίνω),
    από via (= οδός), από το ίημι, όπως το convey.
  • deviation (= παράκαμψη),
    όπως το deviate.
  • device (= συσκευή),
    από το λατινικό divido (= διαχωρίζω, διαιρώ), σύνθετη λέξη, από τα dis- (= χωριστά, από το αριθμητικό δι-) + το αμάρτυρο *vido (= διαιρώ, διαχωρίζω) που σχηματίζει το ίδιο απαρέμφατο, videre, με το video (= βλέπω). Η ρίζα του *vido είναι weidh- / (d)uid- (= διαχωρίζω), ↔ widow.
  • devil (= διάβολος),
    από το διαβάλλω.
  • devious (= ύπουλος),
    από via (= οδός), όπως το convey. Σημειώνεται ότι ο ύπουλος αναφέρεται στα στρώματα του δέρματος «υπό την ουλή», όπου ένα τραύμα μπορεί να μην έχει θεραπευτεί.
  • devise (= επινοώ),
    όπως το device.
  • devote (= αφιερώνω),
    από το ρήμα voveo, ↔ εύχομαι.
  • devour (= καταβροχθίζω) από το λατινικό vorax
    (= άπληστος), ↔ βορά (λεία σαρκοφάγων ζώων), βιβρώσκω (τρώγω), βάραθρο, βρώμα (φαγητό), διάβρωση, της ρίζας gwora- / gwere- (= καταβροχθίζω).
  • devout (= ευσεβής),
    όπως το devote.
  • dew (= δροσιά),
    ομόρριζα, όπως το λατινικό ros, μέσω της γερμανικής Tau, της ρίζας dheu- (= ρέω), ↔ θοός (ταχύς), θέω (τρέχω).
  • dexterity (= επιδεξιότης),
    από δεξιός, δέχομαι.
  • diabetes (= διαβήτης),
    η γνωστή ασθένεια, από το διαβαίνω (το γεωμετρικό όργανο λέγεται compass).
  • dial (= καντράν, πληκτρολογώ, καλώ, ημερήσιος),
    από το λατινικό dies (= ημέρα), της ρίζας dyeu- (= λάμπω), δήλος, Δίας.
  • diaper (= πάνα),
    από το βυζαντινό ύφασμα δίασπρος, από το λατινικό και αγγλικό asper (= τραχύς).
  • diary (= ημερολόγιο),
    όπως το dial.
  • diatribe (= οργισμένος λόγος ή άρθρο),
    από τη διατριβή που είχε πολλές σημασίες, όπως φθορά, διασκέδαση, αναβολή, αργοπορία, ενασχόληση, διαμονή, πέραν της γνωστής επιστημονικής μελέτης.
  • dice (= κόβω σε κύβους),
    βλ. die.
  • dictator (= δικτάτορας),
    από το λατινικό dico (= λέγω), ↔ δείκνυμι.
  • didactic (= διδακτικός),
    από δάω (μαθαίνω), ↔ δαίω (καίω, φωτίζω), της ρίζας dens- (= σοφία). Το δι- επειδή για τη διδασκαλία χρειάζονται δύο, δάσκαλος + μαθητής.
  • die. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει τα ζάρια, πληθυντικός του dice, από το λατινικό dadus, από το datus (= δοσμένος) ↔ do / δίδω. η δεύτερη σημαίνει “πεθαίνω, κρησφύγετο”, ↔ θέω (πλέω, πετώ, τρέχω),
    θάνατος, της ρίζας dheu- (= καπνός, θύω).
  • diet (= δίαιτα). Όπως και στα ελληνικά, οι δύο λέξεις έχουν διπλή σημασία: η πρώτη αναφέρεται στη συγκέντρωση και αρχικά σήμαινε τόπο / τρόπο ζωής (ενδιαίτημα είναι η κατοικία). η δεύτερη σχετίζεται με την τροφή, καθώς διαιτάω είχε την έννοια του επιλέγω (τροφή) αλλά και του κρίνω, από όπου έχουμε τον διαιτητή. Ως προς την ετυμολογία, υπάρχουν πολλές απόψεις: #1. Από το διαιτώμαι, από τα αιτώ / ειμί ή από δια + αιτώ, ↔ αίσα (μοίρα),
    αίσιος, διάω (ζάω / ζω), τελικά από το το αίνυμαι (πιάνω, λαμβάνω). #2. Από τη λατινική dies (= ημέρα), της ρίζας dyeu- (= λάμπω). #3. Συγγενής με το ζην.
  • difficult (= δύσκολος),
    από dis- (= δυσ-, χωριστά) + facilis (= εύκολος, πραγματοποιήσιμος), από το facio.
  • diffident (= διστακτικός),
    από τα λατινικά dis- (= δυσ-) + fides (= πίστη).
  • diffraction (= περίθλαση),
    από dis- + fraction (= κλάσμα), ↔ frango / ρήγνυμι.
  • diffuse (= διαχέω, διάχυτος) από το diffundo, από dis- + fundo, ↔ χέω (χύνω),
    της ίδιας σημασίας.
  • dig (= σκάβω),
    από το λατινικό figo (= κάνω, στερεώνω), ↔ fix (= επισκευάζω), πήγω / πήγνυμι, τείχος, της ρίζας dheigh- (= σχηματίζω) ή της ρίζας dhigw- (= τρυπώ, στερεώνω).
  • digest (= χωνεύω),
    από dis- + gero (= φέρω).
  • dignify (= δίνω αξία),
    σύνθετη λέξη, με πρώτο συστατικό της ρίζας dek- (= δοκεύω, δέχομαι), ↔ ντεκόρ, docile, paradox + δεύτερο συστατικό το facio.
  • dignity (= τιμή, αξιοπρέπεια),
    της ρίζας dek- των δέχομαι, δοκώ.
  • digression (= απομάκρυνση),
    όπως το aggress.
  • dike (= τάφρος),
    όπως το dig.
  • dilapidated (= ερειπωμένος),
    από το λατινικό lapis (= πέτρα), από τα αρχαία (ξεφλουδίζω), λέπας (βράχος) ή λάας, ο λίθος, ↔ lapideous, lapis lazuli (= ουλτραμαρίνης), λατομείο.
  • dilate (= διαστέλλω),
    από dis + latus (= πλάγιος), της ρίζας bher-1 (= φέρω), ↔ τλάτος (βάσανα), τολμώ, ΄Ατλας.
  • dilatory (= αναβλητικός),
    όπως το dilate.
  • diligence (= επιμέλεια),
    από το lego (= διαλέγω, συλλέγω).
  • dilute (= αραιώνω),
    από το λατινικό lavo (= λούω).
  • diluvian (= κατακλυσμιαίος),
    από diluvium (πλημύρα), από lavo / λούω, ↔ λεβάντα, λουτρό, λούστρο.
  • dime (= δεκάρα),
    από το decem (= δέκα).
  • dimension (= διάσταση),
    από το λατινικό dimetio (= μετρώ), ↔ μήτις, μέτρον, μέτριος, μεζούρα.
  • diminish (= ελαττώνω),
    από μινυός (μικρός), της ρίζας mei-2.
  • dine (= δειπνώ),
    από τα λατινικά dis- (= δυσ-, βλ. λήμμα) + ieiunο (= νηστεύω), στα γαλλικά déjeuner (= γευματίζω), βλ. jejune.
  • dinner (= δείπνο),
    όπως το dine.
  • dinoflagellate (= δινομαστιγωτό),
    από τη δίνη του δίω (απομακρύνομαι), ↔ διώκω.
  • dinosaur (= δεινόσαυρος),
    από δεινός (φοβερός), από το δέος + σαύρα, από το επίθετο σαύλος που αναφέρεται στις κινήσεις του ερπετού, με ένα πρωτότυπο αρχαίο παράγωγο: σαυλοπρωκτιάω (= κουνάω τα οπίσθια)!
  • diocese (= επισκοπή),
    της ρίζας weik-1 (= φυλή), ↔ οίκος, parish, nasty, eco-.
  • dip (= βουτώ, σάλτσα),
    της ρίζας dheub- (= βαθύς), ↔ deep.
  • diphtheria (= διφθερίτις),
    από τη διφθέρα, από το δέφω, ↔ leter, δεψικός, βυρσοδέψης.
  • dire (= τρομερός),
    από το λατινικό dirus, του δείδω (φοβάμαι), ↔ δεινός, δέος, δειλός, άδειος (α- + δέος, πρόσωπο χωρίς ασχολία), της ρίζας dwei-.
  • dis- (= δυσ-). Η συνήθης έννοια του dis- είναι αρνητική, του αντιθέτου. Άλλες έννοιες είναι «έλλειψη» και «χωριστά», της ρίζας dwis- του δύο. Υπάρχει όμως και η έννοια του «πάρα πολύ», όπως στο different. Εξαίρεση αποτελεί το dis- στο dismay που προήλθε από το ex.
  • disallow (= απαγορεύω),
    από dis- (με τη συνήθη έννοια του αντιθέτου) + allow.
  • disambiguation (= αποσαφήνιση),
    dis- με την έννοια του αντίθετου, βλ. και ambiguous.
  • disappoint (= απογοητεύω),
    dis- (αρνητικό) + point (βλ. appoint).
  • disarm (= αφοπλίζω),
    όπως το arm.
  • disavow (= αποκηρύσσω),
    όπως το avow.
  • discard (= απορρίπτω),
    από dis- (με την έννοια «ξεχωριστά») + card. Εδώ δεν πρόκειται για τον χάρτη, αλλά για το λανάρισμα, carding, (= ξαίνω), από το λατινικό γαϊδουράγκαθο, carduus, που χρησιμοποιόταν γι’ αυτό τον σκοπό. Η ρίζα του carduus είναι η kers- (= χτενίζω) που έδωσε το harsh (= τραχύς).
  • discernible (= διακριτός),
    από το λατινικό cerno (= διαχωρίζω), όπως το concern.
  • discharge (= αποφορτίζω),
    από το λατινικό carrico, από το όχημα carrus (= car, κάρο).
  • discipline (= πειθαρχία),
    της ρίζας dek- (= δοκώ, δέχομαι), ↔ doctor, docile, paradox.
  • disclaim (= αρνούμαι),
    όπως το acclaim.
  • disclaimer (= αποποίηση),
    όπως το disclaim.
  • disclose (= αποκαλύπτω),
    όπως το close.
  • discomfit (= εξαφανισμένος, νικημένος),
    από dis- + cum + facio (= φτιάχνω), της ρίζας dhe- του τίθημι.
  • discord (= διαφωνία),
    από dis- + cor, cordis (= καρδιά), ↔ heart.
  • discordant (= παράφωνος),
    όπως το discord.
  • discount (= έκπτωση),
    από τα λατινικά dis + computo (= υπολογίζω), από cum + puto (= καθαρίζω), από putus = purus = καθαρός.
  • discreet / discrete (= διακριτικός),
    όπως το concern.
  • discrepancy (= ασυμφωνία, διαφορά),
    από το λατινικό crepo (= κροτώ), της ηχοποίητης ρίζας ker-2 / kra-, ↔ crack (= σπάζω και ο ήχος του), raven (= κοράκι), κόραξ.
  • discriminate (= ξεχωρίζω, κάνω διάκριση),
    όπως το concern.
  • discursive (= εκτενής),
    από το curro (= τρέχω), της ρίζας kers- ή kurs- (= τρέχω) του κάρου.
  • disdain (= απαξιώνω, περιφρόνηση),
    από dis- + deign (= καταδέχομαι), αζευγάρωτη λέξη, της ρίζας dek-, ↔ doctor, docile, paradox.
  • disgorge (= κάνω εμετό),
    από την αγγλική λέξη gorge + λαιμός, καταβροχθίζω, φαράγγι, από την παλιά gurge (= δίνη), της ρίζας gwere- (= καταπίνω), ↔ βιβρώσκω (τρώγω).
  • disguise (= μεταμφιέζω),
    από guise (= αμφίεση), της ρίζας weid- (= ορώ).
  • disgust (= αηδιάζω),
    από dis- + gust (= γούστο), της ρίζας geus- (= γεύση), βλ. choice.
  • dish (= πιάτο),
    από τον δίσκο, της ρίζας deik- (= δείχνω), ↔ δίκω (εκσφενδονίζω).
  • dishevelled (= αναμαλλιασμένος),
    από dis- + chevel (= μαλλιά), από το λατινικό capillus (= τρίχες), βλ. capillary. αζευγάρωτη λέξη.
  • disinfect (= απολυμαίνω),
    όπως το infect.
  • disintegrate (= αποσυντίθεμαι),
    από dis- + in + tango (= αγγίζω).
  • dislocate (= εξαρθρώνω),
    από dis- + locus (= τόπος), ↔ ίστημι.
  • dismal (= καταθλιπτικός, κατά λέξη «κακές μέρες», μετάφραση του λατινικού dies mali),
    όπου dies είναι της ρίζας dyeu- (= λάμπω), + malus, της ρίζας mel-3 (= ψευδής) που σχετίζεται με το μαλός (= μαλακός, αδύναμος). Από τη ρίζα dyeu- κατάγονται τα δήλος, Δίας, Tuesday, από το όνομα γερμανικού θεού, αντίστοιχου των Mars-Άρη. Η λέξη day δεν προέρχεται από dies, αλλά από τη ρίζα agh- (= μια μέρα).
  • dismantle (= αποσυναρμολογώ),
    από τον μανδύα.
  • dismay (= απογοητεύω),
    από de- + το αρχαίο γαλλικό esmaier (= ενοχλώ), από ex και τη ρίζα magh- / megh- (= δύναμαι), ↔ may, mighty, main, μηχανή, μάγος (περσικής προέλευσης).
  • dismiss (= απολύω, απορρίπτω),
    από το mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • disobedience (= ανυπακοή),
    από dis- + obey, από audio (= ακούω), ↔ αισθάνομαι, αΐω (ακούω).
  • disparage (= δυσφημώ),
    από dis- + parage (= ισότης), από το λατινικό par (= ίσος), της ρίζας pere- (= παράγω, ανατρέφω), ↔ πέρνημι.
  • dispel (= διασκορπίζω),
    από το pello (= ωθώ), ↔ πάλλω.
  • disperse (= διασπείρω),
    από τα λατινικά dispergo (= διασκορπίζω), spargo (= σκορπίζω), ↔ σπαργώ (είμαι σφριγηλός), της ρίζας sper-.
  • display (= εμφανίζω),
    κατά λέξη «ξεπλέκω», από το λατινικό ρήμα plecto ή plico (= πλέκω), της ρίζας pel-2. Δεν έχει σχέση με το play, γερμανικής προέλευσης.
  • disport (= διασκεδάζω),
    από dis- + port (= λιμάνι), ↔ πόρος.
  • disproportionation (= διαφορική κατανομή),
    από dis- + proportion.
  • dispute (= διαπληκτίζομαι),
    από puto (= καθαρίζω, υπολογίζω), ↔ putus, purus (= καθαρός). εναλλακτικά της ρίζας pau-2 (= κόβω), ↔ παίω (χτυπώ).
  • disrupt (= διαταράσσω),
    της ρίζας leup- / reup- / reub- (= κομματιάζω, αρπάζω), από το λατινικό rumpo (= σπάζω), από το ruo (= γκρεμίζομαι), συγγενές με το ορούω (ορμώ).
  • dissect (= ανατέμνω),
    της ρίζας sek- (= κόπτω).
  • dissemble (= αποκρύπτω),
    όπως το same.
  • dissemination (= διάδοση, διασπορά),
    από dis- (= προς πάσα κατεύθυνση) + semino (= φυτεύω, διαδίδω), από semen (= σπέρμα), του sero (= σπέρνω), διαφορετικό του sero (= συνδέω).
  • dissent (= διαφωνώ),
    από τα λατινικά dis- (= χωριστά, διαφορετικά) + sentio (= αισθάνομαι), της ρίζας sent-, όπως το assent.
  • dissertation (= πραγματεία, διατριβή),
    από τα λατινικά dis- + sero (= στοιχίζω, διευθετώ), ↔ είρω / ερέω / έρω (στοιχίζω, ενώνω, ομιλώ), ειρμός, έρμα, ορμαθός, της ρίζας ser-2 (= παρατάσσω).
  • dissident (= διαφωνών),
    από το λατινικό dissido, dis- + sedeo, κατά λέξη «κάθομαι χωριστά».
  • dissipate (= διασκορπίζω),
    από dis- + supo (= σκορπίζω), της ρίζας swep-, ↔ ύπνος.
  • dissociate (= διίσταμαι),
    της ρίζας sekw- (= έπομαι), ↔ οπαδός.
  • dissolve (= διαλύω),
    από dis- (= χωριστά) + luo / λύω), των ριζών leu-, se-lu, s(w)e- (= ίδιος, ος).
  • dissonant (= παράφωνος),
    από dis- + sonus (= ήχος), του τόνου.
  • dissuade (= μεταπείθω, αποτρέπω),
    από τα λατινικά suadeo (= συμβουλεύω), suavis (= ηδύς).
  • dissymetry (= δυσσυμετρία),
    γράφεται με υ επειδή το dis- προέρχεται από το δύο.
  • distaff (= ρόκα),
    όπου η λέξη dis, γερμανικής καταγωγής, σημαίνει την τούφα από λινάρι. η λέξη staff αρχικά σήμαινε «ραβδί», για να εξελιχθεί σε «προσωπικό γραφείου», της ρίζας stebh- που έδωσε το σταφύλι και το στέφω (δένω κυκλικά).
  • distance (= απόσταση),
    από το disto (= στέκω χωριστά), από sto, ίστημι.
  • distend (= διογκώνομαι),
    από dis- + tendο, όπως το attempt.
  • distinguish (= διακρίνω),
    της ρίζας steig-, ↔ stinguo (= κεντώ, σβήνω), στίζω (κεντώ).
  • distort (= παραμορφώνω),
    από το λατινικό torqueo (= στρίβω), ↔ τρέπω, άτρακτος.
  • distract (= αποσπώ),
    από το traho / / tractο (= τρέχω, σύρω, τραβώ), της ρίζας dragh- (= σύρω), που απαντά στον αόριστο του τρέχω, το «ανώμαλο» έδραμον, με παράγωγο τον δρόμο.
  • distraught (= αλλόφρων),
    όπως το distract.
  • distress (= στενοχωρώ, δυστυχία),
    από το stringo (= αρπάζω), όπως το stress.
  • distribute (= μοιράζω),
    από dis- + tribute (= σέβας, φόρος τιμής), από tribe (= φυλή), από τις τρεις φυλές των Ρωμαίων.
  • district (= περιοχή),
    όπως το destroy.
  • disturb (= ενοχλώ),
    από dis- + turbo (= κάνω φασαρία), από την τύρβη.
  • ditch (= τάφρος),
    όπως το dig.
  • diva (= ντίβα),
    από deus / δίος (= θεός), ↔ Δίας, της ρίζας dyeu- (= λάμπω).
  • divan (= συμβούλιο του τουρκικού κράτους),
    από περσική λέξη αρχικά για μικρό βιβλίο που εξελίχθηκε σε λογιστικό βιβλίο και τον υπηρεσιακό του χώρο. τελικά το ντιβάνι έφτασε να σημαίνει τη διοίκηση αφενός και το έπιπλο αφετέρου. Η λέξη είναι ομόρριζη με το άστυ, της ρίζας wes-1 (= κατοικώ) και από εδώ προέκυψαν το ιταλικό τελωνείο, dogana, και ο τελωνοφύλακας, ντουανιέρης.
  • dive (= βουτώ),
    της ρίζας dheub- (= βαθύς), ↔ deep.
  • diverge (= αποκλίνω),
    από dis- + vergo (βλ. converge).
  • divest (= απεκδύω, γδύνω),
    από dis- + vest (= ενδύω), της ρίζας eu- (= ντύνω), ↔ εσθής, έννυμι, βέστα.
  • dividend (= μέρισμα),
    από dis- (= δύο) + vido (= διαιρώ), viduus είναι ο κενός, της ρίζας weidh-, ↔ widow, with, ηίθεος (άγαμος νέος). Δεν έχει σχέση με το video, της ρίζας weid-. Περίφημη η ρήση του Μακιαβέλι: “Divide et impere” = «Διαίρει και βασίλευε».
  • divine (= θεϊκός, μαντεύω),
    από deus / δίος, ↔ Δίας, της ρίζας dyeu- (= λάμπω).
  • divulge (= αποκαλύπτω),
    από το λατινικό vulgus (= λαός), ↔ είλω.
  • dizzy (= ζαλισμένος),
    της ρίζας dheu-1 (= καπνός), ↔ θυμός.
  • dock (= μόλος, προβλήτα),
    από το λατινικό duco (= οδηγώ), βλ. abduct ή από τη δοχή του δέχομαι.
  • document (= ντοκουμέντο),
    από το λατινικό doceo (= διδάσκω), ↔ δοκέω (δέχομαι, νομίζω), δάω (γνωρίζω, μαθαίνω), διδάσκω, της ρίζας dek-1.
  • doge (= δόγης),
    της ρίζας deuk- / dewk- (= έλκω, οδηγώ) του δούκα, duke, ↔ tie.
  • dole (= επίδομα ανεργίας),
    γερμανικής προέλευσης, της ρίζας da- (= διαιρώ), ↔ δήμος.
  • doleful (= λυπημένος),
    όπως το condolence.
  • doll (= κούκλα),
    αρχικά υποκοριστικό του γυναικείου ονόματος Dorothy, Δωροθέα.
  • dollar (= δολάριο),
    από τη γερμανική tal (= κοιλάδα), από όπου προέκυψε αρχικά το νόμισμα thaler (= τάλιρο), όπως η dale. Από τη γερμανική λέξη προήλθε ο άνθρωπος του Νεάντερταλ.
  • dolorous (= επώδυνος),
    όπως το condolence.
  • dolose (= δόλιος),
    από το δόλος (δόλωμα, δέλεαρ).
  • dolphin (= δελφίνι),
    από το αρχαίο δέλφαξ (γουρουνάκι, νεαρό ζώο), ↔ δελφύς (μήτρα), αδελφός.
  • domain (= περιοχή, αρμοδιότης),
    από dominus, ↔ δέμω / δόμος.
  • donation (= δωρεά),
    από datus, ρηματικό τύπο των do / dono, ↔ δώρο / δίδω(μι).
  • donor (= δότης, δωρητής),
    από dono (= δίδω, διδόναι).
  • doom (= μοίρα, καταστροφή),
    της ρίζας dhe- (= θέτω) του τίθημι.
  • door (= πόρτα),
    ↔ θύρα, foreign, της ρίζας dhwer- (= πόρτα), στα περσικά der, από όπου προήλθε ο τουρκικός ντερμπεντέρης (περιφερόμενος από πόρτα σε πόρτα)!
  • dormant (= εν υπνώσει, αδρανής),
    από το λατινικό dormio (= κοιμάμαι), ↔ δαρθάνω (ρηματικος τύπος έδραθον), της ρίζας drem- (= κοιμάμαι). Η ίδια ρίζα σημαίνει «τρέχω», ↔ δρόμος, dromedary.
  • dormitory (= κοιτώνας),
    όπως το dormant.
  • doubt (= αμφιβάλλω),
    από το λατινικό dubito, από duo (= δύο) + habeo (= έχω).
  • douche (= ντούς, κλύσμα),
    από το λατινικό ductio (= αγωγός) του duco (= οδηγώ).
  • dough (= ζυμάρι),
    της ρίζας dheigh- / dih- (= λερώνω), ↔ fingo (= σχηματίζω), τείχος.
  • doughty (= θαρραλέος),
    της ρίζας dheugh- (= ταιριάζω), ↔ τεύχος.
  • doula (= δούλη),
    από το δουλεύω.
  • dour (= αυστηρός),
    της ρίζας deru- (= στερεός, σκληρός), ↔ δρυς, δένδρον, δροός (ισχυρός), δούρειος, Δώρος, Δωριεύς, Dorian, tree, tar.
  • dove (= περιστέρι),
    όπως τα dive, deep.
  • dowel (= ξυλόκαρφο),
    της ρίζας dek- των δοκώ / δέχομαι.
  • drag (= σέρνω),
    της ρίζας dhregh- / tragh- (= σύρω, σχίζω), ↔ traho, τρέχω.
  • drab (= μουντός),
    της ρίζας dher- (= συγκρατώ), ↔ dross, firm, θρόνος, τραχύς, φρένο.
  • dragon (= δράκος, δραγόνος),
    από το δέρκομαι ↔ δορκάς, Dorcas.
  • drain (= στραγγίζω),
    της ρίζας dreug-, ↔ τρύγω, drought, dry.
  • dram (= ίχνος, ποτηράκι),
    από δραχμή, δραξ (χούφτα).
  • drape (= παραπέτασμα, στολίζω). Λέξη με πολλές ετυμολογικές εκδοχές: οι κυριότερες ειναι από την αρχαία γερμανική λέξη drepana
    (= χτυπώ), της ρίζας dhreb- (= συντρίβω) ή dhrebh- (= κόβω), ↔ δρέπω, δρεπάνι, και επίσης η ρίζα dher- (= συγκρατώ), βλ. drab.
  • draw (= σχεδιάζω, ισοπαλία),
    όπως το drag.
  • drawer (= συρτάρι),
    όπως το draw.
  • dread (= φοβάμαι),
    από ad + read (= διαβάζω), της ρίζας re- (= μετρώ), ↔ αριθμός.
  • dream (= όνειρο). Πρόκειται για μια λέξη με πολλές ετυμολογικές εκδοχές, όπως σχετική με το dormant. Μια άλλη, βασισμένη στην παλιά σημασία «ευχάριστος» (εννοείται θόρυβος),
    προτείνει το αρχαίο θροέω / θρέομαι (κραυγάζω), ↔ θόρυβος, θρύλος. Η έννοια του ονείρου έχει καταγραφεί μόλις το 1931.
  • dreary (= μουντός),
    όπως το drip.
  • dredge (= πασπαλίζω),
    από τη γαλλο-αγγλική dragée (= κουφέτο, δισκίο) που έχει μεταφραστεί και ως σακχαρόπηκτον (ιδίως σε φαρμακευτικά σκευάσματα), ↔ τραγήματα (ξηροί καρποί, γλυκά), από το τραγαλίζω (ροκανίζω), από το τρώγω – τρωγάλιον ήταν το στραγάλι. Το ρήμα dredge σημαίνει επίσης «βυθοκορώ», γερμανικής ετυμολογίας.
  • dregs (= κατακάθι),
    της ρίζας dher- (= συγκρατώ, θολώνω), από το θράσσω (ταράσσω), ↔ θρασύς, βλ. drab .
  • dressing (= σάλτσα),
    από dress (= ντύνω, ευθυγραμμίζω), direct (= διευθύνω), από τα dis- (= ξεχωριστά) + rego (= κυβερνώ, πηγαίνω ευθεία).
  • drip (= στάζω),
    της ρίζας dhreu- (= στάζω), ↔ θρύπτω.
  • drizzle (= ψιχάλα),
    όπως το drip.
  • dromedary (= δρομάς, εννοείται κάμηλος),
    της ρίζας drem- (= τρέχω), ↔ δρόμος. Η ίδια ρίζα σημαίνει «κοιμάμαι», ↔ dream.
  • drone. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις που ωστόσο είναι συγγενείς. Η πρώτη σημαίνει «βουητό, μη επανδρωμένο αεροπλάνο», της ρίζας dher-3 / dhrew- (= βουίζω, μουρμουρίζω),
    ↔ θρύλος, θόρυβος, θρήνος, threnody. Η δεύτερη είναι ο κηφήνας, στα αρχαία θρώναξ, της ρίζας dher-2, βλ. firm. Μια άλλη άποψη το συσχετίζει με τον άνδρα, που συμπληρώνεται με τη βασίλισσα, queen, από τη γυνή.
  • droop (= κρεμάω),
    όπως το drip.
  • drop (= ρίχνω, σταγόνα),
    όπως το drip. Σημειώνεται μια ακόμη σημασία, του γλυκίσματος σε σχήμα ρόμβου, όπως οι καραμέλες για τον βήχα, cough-drops. Η λέξη cough, γερμανικής προέλευσης, είναι ηχομιμητική, όπως το γκουχ.
  • dropsy (= υδρωπικία),
    της ρίζας wed- (= ύδωρ), ↔ abundant, hydro-.
  • dropwise (= στάγδην),
    από drop (= ρίχνω) + -wise, επίθημα γερμανικής προέλευσης που χρησιμοποιείται για να δείξει τρόπο. Η λέξη wise (= σοφός), είναι διαφορετική, ↔ είδος, video.
  • dross (= σκουριά),
    της ρίζας dher- (= θολώνω, συγκρατώ), ↔ φρένο (όχι η αρχαία φρην, φρενός).
  • drowse (= λαγοκοιμάμαι),
    όπως το drip.
  • drought (= ξηρασία),
    όπως το drain.
  • drub (= χτυπώ),
    όπως το drape.
  • drupe (= δρύπη, φρούτο με κουκούτσι),
    από τη σύνθετη λέξη δρυπεπής, ωριμασμένος στο δέντρο, από δρυς, βλ. dour + πέπτομαι, με παράγωγο τη θρούμπα.
  • druse (αμετάφραστο). Από το dross. είναι βοτανικός όρος για τους μικροκρυστάλλους οξαλικού ασβεστίου, εντυπωσιακής εμφάνισης, που σχηματίζονται σε μερικά φυτά. επίσης είναι γεωλογικός όρος για την κρούστα πετρωμάτων.
  • dry (= ξηρός),
    της ρίζας dreug-, ↔ τρύγω, drought, drain.
  • dual (= διπλός),
    από το δύο. Ο διπλός λέγεται και δοιός, εξού ο ενδοιασμός.
  • duct (= οδηγώ, αγωγός),
    από το λατινικό duco.
  • dulcet (= γλυκός),
    της ρίζας glk-u με παραλλαγή (ανομοίωση) προς dlku- (dulcis στα λατινικά, doux στα γαλλικά), ντόλτσος (ειδικά για πορτοκάλια).
  • dull (= ανιαρός, θαμπός),
    της ρίζας dheu-1 (= καπνός, σκόνη), ↔ θυμός (πνεύμα).
  • dumb (= άλαλος, ανόητος),
    ↔ τυφλός, τύφω (καπνίζω), όπως το dull.
  • dummy (= πιπίλα, κούκλα βιτρίνας),
    όπως το dumb.
  • dune (= αμμόλοφος),
    κατά μια άποψη από το αρχαίο θις, θινός, της ίδιας σημασίας.
  • dungeon (= μπουντρούμι),
    αρχικά πύργος, από dominus (= κύριος), της δομής, της ρίζας dem-.
  • durability (= αντοχή, ανθεκτικότης),
    όπως το dour.
  • durable (= ανθεκτικός),
    όπως το dour.
  • durance (= φυλάκιση),
    όπως το dour.
  • duress (= εξαναγκασμός),
    όπως το dour.
  • during (= κατά τη διάρκεια),
    από το λατινικό durus (= σκληρός), συγγενές με τη δρυ, από την έκφραση while the day endures.
  • dust (= σκόνη),
    όπως το dull.
  • duty (= καθήκον, φόρος),
    από το λατινικό debitus, από debit (= χρέωση, χρεώνω), από το χρέος, debt, από το λατινικό debo (= οφείλω), από de + habeo (= έχω), της ρίζας ghabh- (= δίνω, παίρνω).
  • dwell (= κατοικώ, αρχικά συγχέω),
    όπως το dull. εναλλακτικά της ρίζας dhwel-, ↔ θολός.
  • dwindle (= λιγοστεύω),
    όπως το die (= πεθαίνω).
  • dysprosium (= δυσπρόσιο),
    από το προσιτός, της ρίζας ei- (= είμι).
No Comments