adjacent

(= γειτονικός),
από το λατινικό iaceo (= κείμαι), συγγενές του iacio (= ρίχνω), της ρίζας ye- (= στέλνω), ↔ ίημι (ρίχνω, στέλνω, με πολλά παράγωγα), ίεμαι (σπεύδω, παράγωγο ο ιέραξ).