agave

(= αγαύη, αμερικανική αλόη),
από τη μυθολογική Αγαύη, από αγαυός (επιφανής), άγαμαι (θαυμάζω) ↔ άγαν, Αγλαΐα, γαίω (χαίρομαι), γάνος, γαύρος. Η ονομασία δόθηκε εξαιτίας του μεγαλοπρεπούς μίσχου του φυτού.