aid

(= βοηθώ),
αρχικά είδος φόρου, από τα λατινικά ad + iuvo / juvo (= βοηθώ), ↔ iuvenis (= νέος) και το αγιούτο (= βοήθεια, παιδικό παιχνίδι). Για περισσότερα βλ. young.