ambit

(= έκταση, πεδίο εφαρμογής),
από τα λατινικά ambio (= τριγυρίζω), από ambo (= αμφί) + ire (= ρηματικός τύπος του eo = πηγαίνω), του είμι, επίσης πηγαίνω, της ρίζας ei-, ↔ αμαξιτός, ιταμός, ιόν.
όπως το ambient.