anger

(= θυμός),
από το άγχος (άγχω = πιέζω σφιχτά, στραγγαλίζω), άγχι = κοντά, ↔ αγχόνη, άχνυμαι / άχος (λυπάμαι / πόνος ψυχής), της ρίζας angh- / h2engh- (= στενός, πιέζω).