ant

(= μυρμήγκι),
από τα παλαιότερα αγγλικά ampte, aemette, από γερμανικές λέξεις που κατέληξαν στο σύγχρονο Ameise, συγγενείς με το maim (= κόβω) που πιθανώς συνδέεται με τη ρίζα της αλλαγής mei-, όπως το mad.