lime

Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις.

  1. Σημαίνει τον ασβέστη, της ρίζας (s)lei- / sleidh-, ↔ ολισθαίνω, λείος, λίμνη, λείμαξ (γυμνοσάλιαγκος), βλ. και quicklime.
  2. Σημαίνει τη φλαμουριά, βλ. linden.
  3. Σημαίνει το μοσχολέμονο, περσικής καταγωγής.