Encyclopedia

aid

(= βοηθώ), αρχικά είδος φόρου, από τα λατινικά ad + iuvo / juvo (= βοηθώ), ↔ iuvenis (= νέος) και το αγιούτο (= βοήθεια, παιδικό παιχνίδι). Για περισσότερα βλ. young.

air

Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις που γράφονται ακριβώς το ίδιο. Η πρώτη σημαίνει «αέρας» και είναι της ρίζας awer-, με πολυάριθμα παράγωγα, ↔ aerobics, airplane, άημι (πνέω). Η δεύτερη σημαίνει…

aitchbone

(= κιλότο), σύνθετη λέξη, αρχικά nache-bone, το πρώτο συστατικό από τα γαλλικά για τα οπίσθια, από το λατινικό natis (= νώτο) που απέβαλλε το n, όπως το orange, της ρίζας…