wanton

(= ακόλαστος, αναίτιος),
σύνθετη λέξη της οποίας το πρώτο συστατικό, σημαίνει «έλλειψη», της ρίζας eue- (= εγκαταλείπω), βλ. vain, ενώ το δεύτερο σχετίζεται με το tug, από το duco.