ward

(= φύλακας, θάλαμος, προστατεύω),
ομόρριζο του guard, της ρίζας wer-3 (= ορώ, αντιλαμβάνομαι), ↔ ούρος, με παράγωγα όπως θυρωρός, φρουρός και το επιφώνημα βάρδα (πρόσεχε!), από το βενετσιάνικο varda και το ιταλικό guardo.
Ως επίθημα, δηλαδή δεύτερο συνθετικό: (=προς τα εμπρός