weal

Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις:
η πρώτη σημαίνει «αγαθό», από will (= θέληση, διαθήκη), της ρίζας wel-2 (= εύχομαι), ↔ έλπος, ελπίζω.
Η δεύτερη είναι παραλλαγή της wale.