Ε

  • Εάω / εώ = αφήνω ↔ vacuum
  • εγκονέω = σπεύδω ↔ conation
  • εγκονίς = υπηρέτρια ↔ conation
  • έδνον = γαμήλιο δώρο ↔ sweet
  • εδνόω = προικίζω, αρραβωνιάζω ↔ sweet
  • έδω = τρώγω ↔ edible
  • έζομαι = κάθομαι, καθίζω ↔ session
  • έθω = συνηθίζω ↔ customs
  • είδω = βλέπω, δοκιμάζω ↔ video
  • είκω = υποχωρώ, επιτρέπω ↔ week
  • ειλέω / είλω / ελύω = τυλίγω, στρέφω, συμπιέζω ↔ evolution
  • είλη = θερμότης ↔ Sirius (πιθανώς)
  • είμα = ένδυμα ↔ vest
  • είμι = πηγαίνω, πηγαίνω ↔ ambient
  • είργω = εγκλείω ↔ arc
  • είρω = συνδέω ↔ assort
  • έκλεικτον = γλειφιτζούρι ↔ electuary
  • ελάνη = λαμπάδα ↔solar
  • ελαχύς = ελαφρός, μικρός ↔ lungs
  • έλδομαι = επιθυμώ ↔ violation (πιθανώς)
  • έλπος / έλφος = λιωμένο βούτυρο ↔ salve
  • έλπω = ελπίζω ↔ violation (πιθανώς)
  • εμπίς = κουνούπι ↔ bee
  • έννυμι = φορώ ↔ divest
  • ένος = έτος, περυσινός ↔ senator
  • έορ = αδελφή ↔ sister
  • εός = ιδικός του ↔ consuetude
  • έπομαι = κολουθώ ↔ sect
  • έπω = δίνω προσοχή ↔ opera
  • έραζε = προς τη γη ↔ earth
  • ερέθω = ερεθίζω ↔ hormone
  • ερείκη = ρόκα ↔ rocket
  • ερείπω = πέφτω, καταστρέφω ↔ ripe
  • ερέπτομαι = αρπάζω, καταβροχθίζω ↔ erepsin
  • ερέπτω = στεγάζω ↔ rib
  • ερέσσω = κωπηλατώ ↔ oar
  • ερετμός = κουπί ↔ row
  • ερεύθω = κοκκινίζω ↔ red
  • ερητύω = κρατώ μακριά ↔ retro-
  • ερίπνη = γκρεμός ↔ arriviste
  • έρκω = φράζω ↔ sartorial
  • έρρω = βαδίζω με κόπο, περιπλανώμαι ↔ err
  • ερύομαι = έλκω ↔ server
  • ερύω = ενώνω ↔ service
  • έρω = συνδέω ↔ consort
  • έταλον = μοσχάρι ενός έτους ↔ violin
  • ετεός = αληθής ↔ essence
  • ετός = ματαίως ↔ deny
  • εύδιος = καθαρός, ήπιος ↔ eudiometer
  • ευθενής = άφθονος ↔ bane
  • εύληρα = ηνία ↔ lorum
  • εύνις = έρημος ↔ vain
  • εύω = καψαλίζω ↔ bust
  • έχθος = μίσος ↔ extraneous
No Comments