F

  • Fable (= μύθος),
    από το λατινικό for (= φημί, ομιλώ), της ρίζας bha-2 (= φωνή, ομιλώ), ↔ φήμη, φωνή, άφατος. Η ρίζα bha-1 (= λάμπω) δίνει παράγωγα του φαίνω.
  • fabulous (= μυθώδης, σπουδαίος),
    όπως το fable.
  • face (= πρόσωπο),
    της ρίζας dhe- (= θέτω) του τίθημι.
  • facet (= έδρα, πλευρά),
    όπως το face.
  • facetious (= επιπόλαιος),
    από τα λατινικά facetus (= κομψός), fax (= δαυλός), πιθανώς της ρίζας bha-1 (= λάμπω), τoυ φαίνω.
  • facile (= εύκολος),
    από το λατινικό facilis (= εύκολος, πραγματοποιήσιμος), από το facio, της ρίζας dhe- (= θέτω) του τίθημι.
  • facinorous (= φρικαλέος),
    από το λατινικό facinus, από το facio (τίθημι).
  • factitious (= τεχνητός),
    από το facio.
  • facultative (= προαιρετικός),
    της ρίζας dhe- (= κάνω), ↔ face.
  • faculty (= ικανότητα, πανεπιστημιακή σχολή),
    όπως το face.
  • facundity (= ευγλωττία),
    από τη fama (= φήμη) του φημί (ομιλώ).
  • fade (= ξεθωριάζω),
    από τα λατινικά fatuus (= άγευστος) + vapidus (= άνοστος), βλ. vapid. Το πρώτο επίθετο είναι της ρίζας bhuH- (= υπάρχω), ↔ φύση, ενώ το δεύτερο είναι της ρίζας qwep- (= ατμός), ↔ καπνός.
  • faggot (= φαγκότο, βαρύαυλος),
    συνήθως λέγεται bassoon. Το φαγκότο είναι ιταλικής προέλευσης, είτε της ρίζας fak-, ↔ λατινικό fascis (= δέσμη), φάκελλος, είτε από τη φηγό (βελανιδιά).
  • fagopyrum (= φαγόπυρο),
    από τα φηγός (οξιά) + πυρός (σιτάρι), ↔ πυρήν, σπυρί, σπόρος.
  • fail (= αποτυγχάνω),
    από το λατινικό fallo (= εξαπατώ), ↔ σφάλλω, φάλτσο, φαλιρίζω, βλ. όμως false.
  • faineant (= τεμπέλης),
    από την αντίστοιχη γαλλική λέξη, από το facio (= τίθημι). το δεύτερο συνθετικό είναι παράγωγο του no(thing).
  • faint (= λιποθυμώ, αμυδρός),
    όπως το effigy.
  • fair (= έκθεση, εμποροπανήγυρη),
    από τη λατινική feria (= διακοπές, γιορτή), της ρίζας dhes- θρησκευτικών λέξεων όπως φανατικός, ιδίως με πρώτο συνθετικό theo- / θεο-, ↔ feast, fiesta. Το επίθετο fair (= ξανθός, όμορφος) είναι άλλη λέξη, γερμανικής καταγωγής.
  • fairy (= ξωτικό, μυθικός),
    από το λατινικό fata (= μοίρα), από το φημί, βλ. και fay.
  • faith (= πίστη),
    ομόρριζα, από το λατινικό fides (= πίστις), ↔ πείθω, της ρίζας bhidh-.
  • faitor (= απατεώνας),
    από το facio.
  • falcate (= δρεπανοειδής),
    από το λατινικό falx (= δρεπάνι), ↔ φολκός.
  • falcon (= γεράκι),
    όπως το falcate. εναλλακτικά από το palleo / pallo (= ωχριώ), ↔ πελιός.
  • fall (= πέφτω, φθινόπωρο),
    γερμανικής προέλευσης, πιθανώς από το λατινικό fallo (= εξαπατώ), ↔ φήλος (απατηλός), σφάλλω.
  • fallacy (= πλάνη),
    όπως το fall.
  • false (= ψευδής),
    από το λατινικό fallo (= πέφτω, εξαπατώ), μάλλον συγγενές του θέλγω παρά του σφάλλω (φήλος / φηλός = απατηλός).
  • fame (= φήμη),
    της ρίζας bha-2 (= ομιλώ), του φημί, βλ. ban.
  • familiar (= οικείος),
    από το λατινικό famulus (= δούλος), της ρίζας dheh1- (= θέτω), ↔ family, θεμέλιο.
  • famine (= πείνα),
    από fames το λατινικό (= πείνα), ↔ χατέω / χατίζω (ποθώ, έχω ανάγκη), χάω, χάος, χήρος, χωρίζω.
  • famous (= φημισμένος),
    όπως το fame.
  • fan (= οπαδός, ανεμιστήρας). Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Για την πρώτη σημασία βλ. fanatic. Η δεύτερη προέρχεται από τα λατινικά vannum
    (= λίχνισμα), ventus (= άνεμος), ↔ άημι.
  • fanatic (= φανατικός),
    από το λατινικό fanum (= ναός), της ρίζας dhes- που σχετίζεται με ιερά πράγματα, ↔ feast, divine, θείος, Δωροθέα, θίασος (αρχικά θρησκευτικός όμιλος).
  • fancy (= φανταχτερός, επιθυμία),
    από fantasy, από φαίνω (λάμπω), της ρίζας bha-1.
  • fane (= ανεμοδείκτης),
    από pane (= σημαία, ρούχο), από το λατινικό pannus και τα πήνη / πήνος (νήμα τυλιγμένο σε μασούρι, υφάδι), με παράγωγο το πηνίο. το fane αργότερα έγινε vane.
  • fang (= λεία),
    γερμανικής καταγωγής, της ρίζας pag- (= παγιώνω, στερεώνω), ↔ pay, πήγνυμι, άπαξ.
  • fangled (= καμωμένος),
    συνήθως ως new-fangled (= νεόκοπος), όπως το fang.
  • far (= μακριά),
    της ρίζας per-1, ↔ παρά, περί.
  • far (= είδος σιτηρού),
    όπως το farrago.
  • farrago (= χυλός, μπλέξιμο),
    αυτούσια η λατινική λέξη (= μίγμα σιτηρών), όπως τα barley, farina.
  • farewell (= γειά, αποχαιρετισμός). Πρόκειται για σύνθετο επιφώνημα, με πρώτο συνθετικό το fare
    (= πηγαίνω, εισιτήριο), της ρίζας per-2 (= οδηγώ, περνώ), του πόρου. για το δεύτερο συνθετικό βλ. well #2..
  • farina (= φαρίνα),
    όπως το barley.
  • farm (= φάρμα),
    όπως το firm.
  • fart (= πέρδομαι),
    λέξεις ομόρριζες.
  • farthing (= φαρδίνι),
    παλιό αγγλικό νόμισμα, από το four.
  • fastigium (= αιχμή, κορύφωση ασθένειας). Αμφισβητήσιμη είναι η ετυμολογία από το λατινικό fastus
    (= υπερηφάνεια), ↔ φάω (φαίνω, λάμπω διά του λόγου), της ρίζας dhegh- / dhogh- / (= καίω). Μια άλλη ρίζα, bhers- (= κορυφή), μοιάζει πιθανότερη, ↔ φάσκος (πλοκάμι βρύων), ελελίφασκος (φασκόμηλο).
  • fatal (= μοιραίος, θανατηφόρος),
    όπως το fable.
  • fate (= μοίρα),
    όπως το fable.
  • fathom (= αντιλαμβάνομαι, οργυιά),
    από το λατινικό pando (= εκτείνω χέρια ή πόδια), από το πετάννυμι (απλώνω), ↔ πέταλο, της ρίζας pete-. Σημειώνεται ότι η οργυιά προέρχεται από το οργυόομαι (= απλώνω τα χέρια), ↔ όργω, rego.
  • fatigue (= κούραση, καταπόνηση),
    από τα λατινικά affatim (= αφάτως, δηλ. ανάξιος λόγου) + ago (= άγω). το πρώτο όπως το famine.
  • fatty (= λιπαρός),
    της ρίζας poid- (= γεμάτος υγρό), της ρίζας poi- (= χυμός), ↔ ποτό, πόσις (η), πυτιά, poison, symposium.
  • fatuous (= ηλίθιος),
    από fame (= φήμη), από φημί (= λέγω), της ρίζας bha-2, ή της ρίζας bhuH- (= υπάρχω), ↔ φύση,.
  • fault (= σφάλμα, ρήγμα στη γεωλογία),
    όπως το fail.
  • faustian / Faustian (= ταιριάζει με τον Faust),
    από το λατινικό faustus (= ευοίωνος), ↔ φαύω / φάω (φωτίζω), της ρίζας dhegh- / dhogh- / (= καίω).
  • favor (= ευνοώ),
    από τα λατινικά faveo (= ευνοώ), foveo (= θερμαίνω), της ρίζας dhegh- / dhogh- / (= καίω), ↔ φως, φαβορί, φαβορίτα.
  • fay (= νεράιδα, κύριο όνομα Fay),
    από το λατινικό for (= φημί, ομιλώ), της ρίζας bha-2 (= φωνή, ομιλώ).
  • fealty (= φερεγγυότης, υποτέλεια),
    από το λατινικό fidelitas, της ρίζας bheidh- της πίστης.
  • fear (= φόβος),
    της ρίζας per-3 (= προσπαθώ), ↔ πείρα.
  • feasible (= εφικτός),
    της ρίζας dhe- (= θέτω) του τίθημι.
  • feast (= θρησκευτική γιορτή, πανδαισία),
    από το fascinate (= μαγεύω), από το λατινικό fascino (= μαγεύω), από το βασκαίνω, ↔ fiesta, φεστιβάλ, φάσκω, της ρίζας dhes- θρησκευτικών λέξεων.
  • feather (= φτερό),
    από το πέτομαι (πετώ).
  • feature (= χαρακτηριστικό),
    από factura (= σχηματισμός), από facio.
  • febrile (= εμπύρετος, πυρετώδης),
    όπως το fever.
  • February (= Φεβρουάριος),
    από το λατινικό februa (= εξαγνιστικές θυσίες), από ferveo (= θερμαίνω), ↔ θιβρός (θερμός).
  • feces (= περιττώματα),
    από το λατινικό faex, στον πληθυντικό faeces, όχι «άγνωστης ετυμολογίας», αλλά από το χέζω. Το σχετικό επίθετο, ως επιστημονικός όρος, είναι fecal.
  • feckless (= αποτυχημένος),
    της ρίζας dhe- (= θέτω) του τίθημι. Το επίθημα -less είναι της ρίζας leu- (= διαιρώ), ↔ λύω, loose.
  • fecund (= εύφορος),
    σύνθετη λέξη με πρώτο συστατικό της ρίζας dhe(i)- (= θηλάζω), όπως το affiliate. η κατάληξη -cund είναι της ρίζας gene- (= γεννώ).
  • feeble (= αδύνατος),
    από το λατινικό flo (= κλαίω), της ρίζας bhle- (= ουρλιάζω), ↔ blow, πνέω, βλ. και bleat.
  • feel (= αισθάνομαι),
    από το λατινικό palpo (= αγγίζω ελαφρά), από το πάλλω / ψάλλω που αρχικά σήμαινε «αρπίζω» (νύσσω, τραβώ, τις χορδές της άρπας), της ρίζας pal- ↔ παλάμη.
  • feign (= προσποιούμαι),
    από το γαλικό feindre (με πάνω από δέκα σημασίες), από το λατινικό fingo (= αγγίζω, φτιάχνω), ↔ thixotropy, θιγγάνω, τείχος, της ρίζας dheigh- (= πλάθω με πηλό, σχηματίζω).
  • feint (= προσποίηση),
    όπως το feign.
  • felicity (= ευτυχία),
    από το felo (= θηλάζω), της ρίζας dhe(i)-.
  • feline (= αιλουροειδής),
    από το λατινικό feles (= γάτα), πιθανώς συγγενές με φήλος (απατηλός).
  • felix (= ευτυχής),
    από το felo (= θηλάζω), ↔ θηλή.
  • fell. Πρόκειται για τέσσερις διαφορετικές λέξεις. #1. Σημαίνει «προβιά», της ρίζας pel-3 ή pel-4, των pellis, πέλλα (= δέρμα),
    ↔ film. #2. Σημαίνει «βραχώδης λόφος», από το γαλλικό falaise (= γκρεμός), της ρίζας pel-1. #3. Σημαίνει «βάναυσος», από το felon (= απατεώνας), με πολλές ετυμολογικές εκδοχές, όπως τη χολή (στα λατινικά fel) ή fello (= θηλάζω). #4. Είναι ο αόριστος του fall.
  • felt (= τσόχα),
    της ρίζας pel-5 (= κτυπώ), ↔ πλησίος, πελάζω / πλησιάζω.
  • fend (= αποκρούω),
    από το λατινικό fendo (= κτυπώ), ρήμα που δεν έχει καταγραφεί ως αυτούσιο, ↔ θείνω / φένω (κτυπώ, πλήττω), το οποίο επίσης δεν απαντά αυτοτελώς, ↔ θνητός, φόνος.
  • fennel (= μάραθο),
    όπως το effete.
  • fenugreek (= τριγωνέλλα, τσιμένι),
    το πρώτο συνθετικό, foenum, στα λατινικά σημαίνει «σανός» και θεωρείται παράγωγο της ρίζας dhe(i)- (= θηλάζω), όπως το affiliate. μια άλλη εκδοχή το συσχετίζει με το αρχαίο χιλός (πόα, σανός). Ο Γραικός μάλλον σχετίζεται με τον γέροντα.
  • feral (= άγριος),
    από τα λατινικά ferox (= άγριος), ferus (= θηρ), το θηρίο, της ρίζας ghwer-.
  • fermentation (= ζύμωση),
    από fervo (= είμαι θερμός), ↔ furo (= ανακατεύω στερεό με υγρό), φύρω (είμαι υγρός).
  • fern (= φτέρη, πτέρις),
    ↔ πτερόν, πέτομαι. εναλλακτικά από τη ρίζα per-2 (= οδηγώ, περνώ).
  • ferocity (= αγριότης, θηριωδία),
    από τα λατινικά ferox (= άγριος), όπως το feral, + oculus (= οφθαλμός).
  • ferret (= κουνάβι, ξετρυπώνω),
    από το λατινικό fur, furis (= κλέφτης), ισοδύναμο με το αρχαίο φωρ, από το φέρω. Παλιότερα, ημιάγρια κουνάβια χρησιμοποιούνταν για την εξόντωση των αρουραίων και το ξετρύπωμα των λαγών.
  • ferrule (= μεταλλικό πώμα / δακτύλιος),
    από τα λατινικά viriola / viria (= μπρασελέ), της ρίζας wei-, ↔ Ίρις, ις, ιτιά, wire. Η ορθογραφία είναι επηρεασμένη από τον σίδηρο, ferrum.
  • fertile (= γόνιμος),
    από το fero (= φέρω), bear.
  • fertilizer (= λίπασμα),
    όπως το fertile.
  • ferule (= χάρακας, βέργα),
    από το δέντρο Ferula (= σημύδα), από το λατινικό feriο (= χτυπώ), συγγενές με το φαράω (οργώνω), της ρίζας bherH (= τρυπώ, κόβω). Οι βέργες αυτού του δέντρου ήταν κατάλληλες για την τιμωρία των μαθητών!
  • fervent (= ένθερμος),
    από το λατινικό fervo (= βράζω), ↔ φρέαρ, βρυτός (μπίρα των αρχαίων Θρακών).
  • festival (= φεστιβάλ),
    από festus (= γιορτή), εστιώ (= δίνω γιορτή), της ρίζας dheh1s-. φιέστα είναι το ισπανικό ανάλογο, βλ. και fair, ↔ θεός, φανατικός.
  • festoon (= διακοσμώ, γιρλάντα),
    βλ. festival.
  • fetch (= πιάνω, πηγαίνω και παίρνω),
    γερμανικής προέλευσης, της ρίζας ped- των πους / ποδός, πηδώ, foot.
  • fetish (= φετίχ),
    από το facio, της ρίζας dhe- (= θέτω) του τίθημι.
  • fetter (= περιορίζω, δεσμά),
    αρχική έννοια αλυσίδα για τα πόδια, από foot, ↔ πους, της ρίζας ped-.
  • fever (= πυρετός),
    από τα λατινικά febris (= πυρετός), fervor / foveo (= θερμαίνω), ↔ τέφρα, της ρίζας dhegh-.
  • few (= λίγοι),
    από το λατινικό parvus (= παύρος, μικρός, λίγος), της ρίζας pau-, ↔ παις, πώλος, poor.
  • fiasco (= φιάσκο),
    βλ. flask.
  • fiber (= ίνα). Υπάρχουν πολλές εκδοχές, κυρίως από το λατινικό filum
    (= σύρμα), για το οποίο έχουν προταθεί το findo (= σπάζω, διαχωρίζω), ↔ φείδομαι, ή το fingo (= διαμορφώνω), της ρίζας dheigh- (= σχηματίζω), ↔ τείχος, βιός (τόξο), ειλέω. Παράγωγο του filum είναι η φιλιέρα, εργαλείο των υδραυλικών με το οποίο κατασκευάζονται «βόλτες» στους σωλήνες.
  • fictile (= αυτός που μπορεί να πλαστεί),
    της ρίζας dheigh- / dih- (= σχηματίζω), ↔ θιγγάνω, effigy.
  • fidelity (= πιστότης, ακρίβεια),
    από το λατινικό fides (= πίστις), ↔ πείθω, της ρίζας bheidh-.
  • fiducial (= που βασίζεται στην εμπιστοσύνη),
    όπως το fidelity.
  • fiend (= εχθρός, δαίμονας),
    της ρίζας pe(i)- (= πληγώνω), ↔ πήμα (καταστροφή), ίσως και πένθος, ανάπηρος.
  • fiendish (= διαβολικός),
    όπως το fiend.
  • fierce (= υπερήφανος, άγριος),
    όπως το feral.
  • fife (= πίφερο, στρατιωτικό φλάουτο),
    από το γερμανικό pfeifen (= σφυρίζω), όπως το ηχομιμητικό πιππίζω.
  • figment (= αποκύημα φαντασίας),
    όπως το feign.
  • figure (= σχήμα, φιγούρα),
    από το fingo (= σχηματίζω), όπως το feign.
  • filament (= νημάτιο),
    βλ. fillet.
  • filial (= υικός),
    της ρίζας dhe(i)- του θηλάζω.
  • fill (= γεμίζω),
    από το λατινικό pleo, της ρίζας pele-1 των πλήρης, πλήθος, πλούτος.
  • fillet (= φιλέ, φιλέτο),
    της ρίζας gwhi- (= τένοντας, κλωστή), ↔ βιός (τόξο), ειλέω. Το φιλέτο προέκυψε από το γεγονός ότι το κρέας δενόταν με φιλέ πριν κοπεί.
  • filter (= φίλτρο, ηθμός),
    όπως το felt.
  • filth (= βρωμιά),
    της ρίζας pu- (= σαπίζω), ως έκφραση αηδίας για δυσάρεστες οσμές, ↔ πύον.
  • fin (= πτερύγιο),
    από το λατινικό φτερό, pinna, της ρίζας pet- (= πετώ) ή spei- (= οξύ άκρο).
  • final (= τελικός),
    από το λατινικό finis (= τέλος), της ρίζας dheigh- (= σχηματίζω), ↔ τείχος και (πιθανώς) φθίνω.
  • finance (= τα οικονομικά, χρηματοδοτώ),
    από finis, βλ. affinity.
  • find (= βρίσκω),
    της ρίζας pent-, ↔ πόντος, πατώ.
  • fine (= λεπτός, πρόστιμο, καλώς),
    από finis, βλ. affinity.
  • finical / finicky (= λεπτολόγος),
    όπως το fine.
  • finish (= τελειώνω),
    βλ. affinity.
  • finite (= μετρήσιμος, πεπερασμένος),
    βλ. confine.
  • fire (= φωτιά),
    από το πυρ, της ρίζας paewr- ή gwher- (= θερμός). Από εδώ προήλθε ο σμπίρος, στα ιταλικά sbirro, επειδή παλιότερα οι αστυνομικοί φορούσαν κόκκινη στολή, από το λατινικό birrus (= πυρρός, ερυθρός).
  • firebrand (= υποδαυλίζω, καυσόξυλο),
    σύνθετη λέξη της οποίας και τα δύο συστατικά σχετίζονται με τα πυρ / fire.
  • firm (= σταθερός),
    από το λατινικό frenum, από firmus, της ρίζας dher- (= συγκρατώ), ↔ θράνος (έδρα), θρόνος, Δαρείος, τραχύς.
  • firmament (= στερέωμα),
    όπως το firm.
  • fission (= σχάση, διαχωρισμός),
    από το λατινικό findo (= σχίζω), της ρίζας bheid-, βλ. bite.
  • fissure (= σχισμή),
    όπως το fission.
  • fistula (= συρίγγιο),
    από το αγγλικό fist (= γροθιά), από το five, ↔ finger.
  • fix (= στερεώνω),
    της ρίζας dheigh- (= σχηματίζω), ↔ τείχος.
  • flaccid (= αδύναμος),
    από το λατινικό flacceo (= χαλαρώνω), από βλακεύω (= είμαι αδύναμος ή νευρικός), της ρίζας mala- (= μαλακός). Εναλλακτικά από τα πλαδαρός, πλάδη (υγρασία) που μαλακώνει τα υλικά. Πλαδόεις αναφέρεται ως μαλακός και flaccid σε ένα παλαιό ελληνο-αγγλικό λεξικό.
  • flag. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει τη σημαία, γερμανικής καταγωγής, πιθανώς ηχομιμητική (πλαφ, παφλάζω) ή από το flat. Η δεύτερη σημαίνει την πλάκα πεζοδρομίου, ↔ flat, της ρίζας plak-1.
  • flagellum (= μαστίγιο),
    κατευθείαν από τα λατινικά, επίσης επιστημονικός όρος της βιολογίας, υποκοριστικό του flagrum, ↔ dinoflagellate, φραγγέλιο, της ρίζας bhlag- (= κτυπώ).
  • flagrant (= θρασύς),
    της ρίζας bhel-1 (= λάμπω).
  • flair (= άρωμα),
    από τα λατινικά flagro / fragro, της ρίζας bhrag- του οσφράττω / οσφραίνομαι.
  • flake (= νιφάδα),
    της ρίζας plak- (= επίπεδος), όπως η πλάκα.
  • flambé (= φλαμπέ),
    γαλλική διεθνοποιημένη λέξη, της ρίζας bhel-1 (= λάμπω).
  • flamboyant (= φανταχτερός),
    όπως το flambé.
  • flame (= φλόγα),
    της ρίζας bhel-1 (= καίω, λάμπω), ↔ φλέγω, φλαμούρι.
  • flamenco (= φλαμένκο),
    από τη Φλαμανδία.
  • flamingo (= φλαμίνγκο),
    της ρίζας bhel-1 (= λάμπω).
  • flannel (= φανέλα),
    της ρίζας wele-1, ↔ wool (= μαλλί).
  • flask (= φιάλη),
    γερμανικής προέλευσης (Flasche), στα λατινικά flasco, πιθανώς της ρίζας plek- (= πλέκω), ↔ φιάσκο.
  • flat (= επίπεδος),
    της ρίζας plak- / plat- (= επίπεδος, απλώνω), ↔ πλατύς, πλάκα, πέλανος (πολτός).
  • flatter (= κολακεύω),
    αρχικά χαϊδεύω με την παλάμη, ↔ πλατύς.
  • flatulence (= εκπομπή εντερικών αερίων),
    από το λατινικό flo (= αναπνέω, φυσώ), της ρίζας bhla-, ↔ χλωρός (πράσινος, ανοιχτόχρωμος).
  • flavonoids (= φλαβονοειδή). Πρόκειται για χημικό όρο που αναφέρεται σε κίτρινου χρώματος φυσικές ενώσεις αντιοξιδωτικού χαρακτήρα, από το λατινικό flavus
    (= ξανθός), της ρίζας bhel-1 (= λάμπω, καίω), ↔ φλέγω.
  • flavor (= άρωμα),
    της ρίζας bhel-2 (= πνέω, φουσκώνω).
  • flaw (= ελάττωμα),
    της ρίζας plak-1 (= επίπεδος, flat), ↔ πλαξ, πέλαγος, flag #2.
  • flawless (= άψογος),
    όπως το flaw. Η κατάληξη -less είναι της ρίζας leu- του λύω.
  • flea (= ψύλλος),
    στα λατινικά pulex, στα γαλλικά puce, όλα ομόρριζα, της ρίζας plou-.
  • flay (= γδέρνω),
    της ρίζας pleik- (= σχίζω), συγγενή της pel- (= δέρμα), ↔ πέλμα.
  • fleck (= κηλίδα, πιτσιλιά),
    όπως το flay.
  • fledge (= αποκτώ φτερά),
    της ρίζας pleu- (= πνέω, ρέω), ↔ πλέω, πλύνω. Η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά στην έκφραση flully fledged (= ολοκληρωμένος).
  • fledgling (= νεοσσός),
    όπως το fledge.
  • flee (= ξεφεύγω),
    της ρίζας pleu- (= ρέω), ↔ πλέω, πλύνω, πύελος (σκάφη), πνεύμων, flow.
  • fleece (= προβιά),
    από το λατινικό pluma (= φτερό), ↔ πλέω, της ρίζας plew- (= πετώ).
  • fleet (= ταχύς, στόλος),
    της ρίζας pleu- (= ρέω), ↔ πλέω, πλύνω, πύελος (σκάφη), πνεύμων, flow.
  • flexible (= ευλύγιστος),
    από το λατινικό flecto (= λυγίζω), από ρηματική μορφή, πέπλεκται, του πλέκω.
  • flimsy (= λεπτός, αβάσιμος),
    πιθανώς από το φιλμ, της ρίζας pel-3 (= δέρμα), ↔ πέλτη (ασπίδα).
  • fling (= ρίχνω),
    της ρίζας plak-2 του πλήσσω.
  • flint (= τσακμακόπετρα),
    της ρίζας (s)plei- (= πλίνθος), split, splice.
  • flirt (= φλερτάρω),
    όπως το fleet.
  • flit (= πηγαινοέρχομαι),
    όπως το flirt. Το φλιτ προήλθε από το παλιό αμερικανικό εντομοκτόνο FLIΤ, εμπορική ονομασία που αρχικά ήταν απλώς πετρέλαιο.
  • flocculation (= κροκίδωση),
    βλ. flock.
  • flock. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις, άγνωστης τελικής ετυμολογίας. Η πρώτη, γερμανικής προέλευσης, σημαίνει «κοπάδι, συγκεντρώνομαι». Η δεύτερη, από το λατινικό floccus (τούφα μαλλιού), σχετίζεται με τη φλοκάτη, το επίθετο Φλόκας και πιθανώς το frock. Η κροκίδωση, flocculation είναι τεχνικός όρος που αναφέρεται στη διαδικασία καθαρισμού του νερού και προέρχεται μάλλον από το πρώτο flock, ενώ από το δεύτερο flock προήλθε ο φιόγκος.
  • floor (= πάτωμα). Έτσι λεγόταν και ο χώρος του αγγλικού κοινοβουλίου, όπου εξακολουθούν να κατέρχονται από τα έδρανα οι βουλευτές, γι’ αυτό η λέξη σημαίνει επίσης τον λόγο (take the floor).
  • floral (= λουλουδένιος),
    από το λατινικό flos (= άνθος), από flo (= αναπνέω, φυσώ), από το χλωρός (πράσινος, ανοιχτόχρωμος), της ρίζας bhel-3 (= ευδοκιμώ), ↔ φύλλο. Flora ήταν η ρωμαϊκή θεά της χλωρίδας, από όπου προήλθε η Φλορεντία.
  • florist (= ανθοπώλης),
    όπως το flora.
  • flotsam (= επιπλέοντα απομεινάρια ναυαγίου),
    της ρίζας pleu- (= πλέω, πνέω), ↔ πικρός, ποικίλος, πιγμέντο.
  • flower (= άνθος),
    όπως το florist.
  • fluctuate (= κυμαίνομαι),
    από τα λατινικά flux, fluctis (= ροή) και fluo (= ρέω), από το αρχαίο φλύω (αναβράζω, ρέω), της ρίζας pleu-, ↔ φλύαρος.
  • flue (= καπνοσωλήνας, μπουρί),
    από το λατινικό fluo (= ρέω), από το αρχαίο φλύω (αναβράζω), με παράγωγα όπως effluent (= υγρά απόβλητα), fluctuation (= διακύμανση), το φθόριο, fluorine, της ρίζας pleu- (= πλέω, πνέω).
  • fluent (= ευφραδής, ρέων),
    από φλέω (αφθονώ) / φλύω (αναβράζω), βλ. fluid.
  • fluffy (= χνουδωτός),
    από το λατινικό vellus (= μαλλί), ↔ βελούδο, λάσιος, λάχνη, λώμα, της ρίζας h2welh1- (= μαλλί).
  • flugelhorn (= κορνέτο, είδος τρομπέτας),
    από τα γερμανικά flügel (= φτερό), της ρίζας pleu- + horn (= κόρνο), της ρίζας ker-.
  • fluid (= υγρός),
    από φλέω (αφθονώ), από βλύω (αναβλύζω), βρύω (είμαι κατάφορτος), των συγγενών ριζών bhleu- / pleu- (= φουσκώνω / πνέω). Στα ομόρριζα περιλαμβάνονται λέξεις τόσο για υγρά (float = πλέω), όσο και αέρια (flight = πτήση), καθώς και τα φλέβα, έμβρυο, βρύση, φλοίσβος, φλύκταινα, πνεύμων, πλύνω, πλούτος, Πλούτων.
  • fluke (= τυχαία επιτυχία),
    της ρίζας plak-1 (= επίπεδος, flat), ↔ πλήσσω, πλαξ.
  • flume (= αυλάκι, κανάλι),
    από το λατινικό flumen (= ποταμός), της ρίζας pleu-.
  • fluoresce (= φθορίζω),
    από το λατινικό fluo (= ρέω), όπως το fluid.
  • fluorine (= φθόριο),
    όπως το fluoresce.
  • flush (= κοκκινίζω, τραβώ το καζανάκι),
    όπως το fluid της ρίζας pleu- / bhleu- (= φουσκώνω).
  • fluster (= μπερδεύω),
    της ρίζας pleu- των πλέω, πλύνω, πύελος (σκάφη).
  • fluted (= πτυχωτός),
    μετοχή του ρήματος flute που σημαίνει επίσης το φλάουτο, παλιότερα flageolet, όλα της ρίζας bhle- (= φυσώ), ↔ blow, φλοίσβος.
  • flutter (= φτερουγίζω, αναστάτωση),
    όπως το fluid.
  • flux (= ροή),
    όπως το fluid.
  • foal (= πουλάρι, πώλος),
    της ρίζας pau-1 (= μικρός, λίγος), από την οποία σχηματίστηκαν λέξεις όπως filly (= φορβάς, φοράδα), πουλί. Το πουλέν, στα γαλλικά poulain, είναι το αντίστοιχο του foal.
  • foam (= αφρός),
    από το λατινικό pumex, από spuma (= αφρός), από spuo (= πτύω).
  • focus (= εστιάζω),
    από την ομώνυμη λατινική λέξη για το τζάκι, ↔ φως.
  • foible (= μικρή αδυναμία),
    όπως το feeble.
  • foil. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «λεπτό μεταλλικό φύλλο», της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω) ή bhel-3
    (= ευδοκιμώ), ↔ φλέγω, φύλλο. Η δεύτερη σημαίνει «εξαλείφω, ματαιώνω», από το λατινικό fullo, βλ. defile.
  • foist (= επιβάλλω),
    της ρίζας penkwe- του πέντε, ↔ finger.
  • folio (= φύλλο χαρτιού),
    όπως το foil.
  • folk (= πλήθος, άνθρωποι),
    μεταφράζεται και σε λαϊκός, αλλά δεν είναι επίθετο, της ρίζας pele-1 (= γεμίζω), ↔ πλήρης, πλήθος, fill, plethora.
  • follicle (= θύλακος),
    από το λατινικό follis (= φυσερό, δερμάτινο πουγκί), ↔ φαλλός, φύλλο.
  • folly (= ανοησία, τρέλα),
    από το λατινικό follis (= φυσερό), της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω).
  • foment (= υποδαυλίζω),
    από το λατινικό foveο (= θερμαίνω), ↔ τέφρα, της ρίζας dhegh-.
  • fomentation (= υποκίνηση, θερμή κομπρέσα),
    όπως το foment.
  • food (= τροφή),
    σχετίζεται με το πατέομαι (τρώγω), της ρίζας pa- (= τροφή, προστασία).
  • fool (= ανόητος, τρελός),
    όπως το folly.
  • foot (= πόδι),
    από το λατινικό pedis και τον πόδα, ↔ πους, τράπεζα, πεζός, ποδιά, πηδώ, πηδάλιο.
  • for (η πρόθεση), της ρίζας per-1, ↔ παρά, περί.
  • foraminous (= διάτρητος),
    της ρίζας bhorh- (= οπή), ↔ φαράω / φαρώ (οργώνω). Της ίδιας ρίζας είναι τα bore (= τρυπώ), Boris (εκείνος που παλεύει).
  • foray (= ενασχόληση, ανάμιξη),
    από το λατινικό pasco (= τρέφω), της ρίζας pa-, ↔ πατέομαι, ποιμήν, pastor.
  • force (= δύναμη),
    από το λατινικό fors, fortis (= τύχη), από τον ρηματικό τύπο πέφορται του φέρω, ↔ φέρμα (αυτό που γεννιέται), birth.
  • forcemeat (= κιμάς),
    σύνθετη λέξη με πρώτο συνθετικό το farce (= παραγεμίζω), από το λατινικό farcio (= γεμίζω), της ρίζας bhrekw- (= φράσσω), ↔ frequent, φράγμα (όχι fragment), φάρσα.
  • ford (= πόρος, πέρασμα),
    της ρίζας per-1 (= προς, εμπρός) ή per-2 (= οδηγώ). Οι δύο αυτές ρίζες έχουν δώσει πάνω από 100 παράγωγα, μερικά από τα οποία δεν είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό πού ακριβώς ανήκουν, όπως π.χ. τα first, furnish, before, deprive, expropriate, pierce.
  • fore (= μπροστά, πλώρη),
    της ρίζας per- (= προ).
  • forebear (= υπομένω, πρόγονος),
    όπως το bondage.
  • foreclose (= κατάσχω),
    από το λατινικό foris (= έξω), ↔111111 θύρα, door (βλ. forensic) + clavis (= κλειδί), της ρίζας klau- (= κλείω) του close.
  • forefather (= πρόγονος),
    της ρίζας per- (= προ) + πατήρ.
  • forefeit (= χάνω, στερούμαι),
    σύνθετη λέξη από το λατινικό foris (βλ. forensic) και το γαλλικό faire (= κάνω) , των facio (= φτιάχνω), τίθημι.
  • forensic (= ιατροδικαστικός),
    από τα λατινικά foris (= έξω) και forum (= φόρουμ, συνάντηση), της ρίζας dhwer- (= θύρα), ↔ door, foreign.
  • forestry (= δασολογία),
    όπως το forensic.
  • forge (= σφυρηλατώ, πλαστογραφώ),
    από fabrica (= σιδηρουργείο), faber (= τεχνίτης), από facio (= φτιάχνω), τίθημι.
  • forlorn (= ελεεινός, στενοχωρημένος),
    από for- (= πλήρως) των per / προ + τη ρίζα leu- των loosen (= χαλαρώνω), λύω, ↔ lorn.
  • formidable (= φοβερός),
    από το λατινικό formido (= φοβάμαι), από το μόρμω και τη Μορμώ (μυθικό τέρας, φόβητρο των παιδιών) ή από το firmus, της ρίζας dher- (= κρατώ), ↔ φρένο.
  • formol (= φορμόλη),
    από το λατινικό formica (= μυρμήγκι), βλ. chloroform. Σημειώνεται ότι η φορμάικα, Formica, είναι εμπορική ονομασία από την έκφραση «for mica» (= αντί του μαρμαρυγία) τoν οποίo αντικατέστησε ως μονωτικό.
  • formula (= τύπος),
    υποκοριστικό του λατινικού forma, ↔ μορφή.
  • forsake (= αρνούμαι),
    από το λατινικό ρήμα sagio (= αντιλαμβάνομαι), της ρίζας sag- (= ερευνώ), ↔ seek, ηγούμαι, ηγεμών, διήγηση, εξήγηση και η γκόμενα. η τελευταία είναι αντιδάνειο από βενετσιάνικη λέξη για το χοντρό παλαμάρι των πλοίων που συνδεόταν με την άγκυρα, τη γούμενα, από τα βυζαντινά ηγούμενα πείσματα, δηλ. τα σχοινιά με τα οποία τα πλεούμενα έδεναν στην αποβάθρα προηγούμενα του πλοίου.
  • fort (= φρούριο). Υπάρχουν δύο εκδοχές: είτε της ρίζας dher-, επικρατέστερη, όπως το firm είτε όπως το force.
  • forth (= πορθμός),
    ομόρριζα.
  • fortuitous (= τυχαίος, συμπτωματικός),
    όπως το force.
  • fortune (= τύχη),
    από το λατινικό fors, fortis, από το φέρω, το παράγωγο του οποίου phoresis είναι βιολογικός όρος για είδος συμβίωσης, της ρίζας pher-.
  • forum (= βήμα, τόπος συγκέντρωσης),
    διεθνοποιημένη λέξη από τη λατινική πόρτα, foris, ↔ φόρα, θύρα, door, foreign, της ρίζας dhwer-.
  • found. Πρόκειται για τρεις διαφορετικής ετυμολογίας λέξεις. #1. Σημαίνει «ιδρύω», από το λατινικό fundo, απαρέμφατο fundare, της ρίζας bhudh-, ↔ πυθμένας, φουντάρω, bottom. #2. Σημαίνει «χύνω» (ιδίως μέταλλο), από το λατινικό fundo, απαρέμφατο fundere, της ρίζας gheu-
    (= χέω), ↔ χοάνη, χυμός. #3. Σημαίνει «ευρεθείς», μετοχή του αγγλικού find, της ρίζας pent- (= πηγαίνω), δια της γερμανικής οδού, ↔ πατώ, πόντος.
  • foundation (= βάση, ίδρυση),
    από το λατινικό fundus (= πυθμένας), ↔ fundo, χέω (χύνω), της ίδιας σημασίας.
  • foundry (= χυτήριο),
    όπως το fundation.
  • fountain (= πηγή),
    από το λατινικό fons (= πηγή, πηγάδι), του fundo (= χύνω), ↔ χέω (χύνω), από όπου προήλθε η φούντα (funda = σφενδόνη, δίχτυ). Εναλλακτικά, κατευθείαν από τη σφενδόνη.
  • fowl (= πουλερικό),
    της ρίζας pleu- (= ρέω), ↔ πλέω, fleet.
  • fox (= αλεπού),
    από το γερμανικό Fuchs, της ρίζας peuk- (= πυκνός), με αναφορά σε τρίχες, εδώ της ουράς του ζώου.
  • fracas (= φασαρία),
    από τα ιταλικά fracasso, fra (= infra = από κάτω) + casso (= quasso = quasso / casso (= αδειάζω), cassus (= μηδενικός, άκυρος), ↔ κεάζω (κόβω), της ρίζας kes- (= κόβω) ή της ρίζας kwet- (= ανακινώ), ↔ πάσσω (πασπαλίζω).
  • fracture (= κάταγμα),
    όπως το break.
  • fragile (= εύθραυστος),
    από το frango (= σπάζω), ↔ ρήγνυμι / άγνυμι (συντρίβω), ρωγμή, ραγδαίος, brake, break, της ρίζας bhreg- / bhreu-.
  • fragrant (= ευωδιαστός),
    όπως το flair.
  • frail (= ευπαθής, ευάλωτος),
    όπως το fragile.
  • frame (= πλαίσιο, σκελετός, παγιδεύω),
    από το επίρρημα from της ρίζας per-1, των προ, περί.
  • frantic (= πανικόβλητος),
    από phrenetic, από φρην, φρενός, ↔ φράζω (δείχνω), φράση, ευφράδεια, νεφρός, της ρίζας gwhren- (= σκέπτομαι).
  • fraternity (= αδελφότης),
    από frater (= αδελφός), o αρχαίος φρατήρ, από φράτρα (= αδελφότης).
  • fraud (= απάτη),
    από τη λατινική fraus, fraudis (= απάτη), της ρίζας dhwer- (= εξαπατώ), ↔ θύρα.
  • fray. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «συμπλοκή, αίσθηση συναγερμού», συντομογραφία του affray. Η δεύτερη σημαίνει «ξεφτίζω» λόγω τριβής, όπως το friction.
  • freeze (= παγώνω),
    της ρίζας pre- που αναφέρεται σε ακραία φαινόμενα. Έτσι, έχει και αντίθετη έννοια στα πίμπρημι (καίω), εμπρησμός και το λατινικό pruna (= αναμμένο κάρβουνο), βλ. prurient. Σημειώνεται ότι pruna είναι ο πληθυντικός του λατινικού prunum, από το αρχαίο προύμνον (δαμάσκηνο) που έδωσε το αρχικά διακριτό φρούτο: prune (ξηρό), plum (νωπό). σήμερα χρησιμοποιούνται αδιακρίτως.
  • frenzy (= μανία, φρενίτις),
    όπως το frantic.
  • frequent (= συχνός),
    από τα λατινικά frequens (= πυκνός), farcio (= παραγεμίζω), από το φράσσω (περικλείω), της ρίζας bherkw- (= παραγεμίζω, συμπιέζω), ↔ φάρσα. Σημειώνεται ότι το ρήμα φράζω στα αρχαία σημαίνει γνωστοποιώ, εξού τα εκφράζω, φράση, ευφράδεια.
  • fret (= διαβρώνω, ανησυχώ),
    σύνθετη λέξη, από for της ρίζας per-1, ↔ παρά, περί, + eat (= τρώγω), ↔ έδω, εδώδιμος, edible.
  • fricassee (= φρικασέ),
    από αντίστοιχη γαλλική σύνθετη λέξη, με πρώτο συστατικό ↔ fry (= φρύγω), friseur και δεύτερο το casser (= σπάζω), ↔ quash (= ακυρώνω).
  • friction (= τριβή),
    αβέβαιας ετυμολογίας, πιθανώς από τα λατινικά frio / frico (= κομματιάζω), ↔ θρύω / θρύπτω, φαρκίς (ρυτίδα), της ρίζας bhreg- / bhreu-.
  • fricative (= τριβόμενο ή εξακολουθητικό, εννοείται σύμφωνο, όπως τα s, f, v),
    γλωσσολογικός όρος, όπως το friction.
  • friend (= φίλος),
    της ρίζας pri- / preyΗ- (= αγαπώ), βλ. affray.
  • frieze (= φρίζα, ζωφόρος),
    από το λατινικό frigium, από τη Φρυγία που φημιζόταν για την παραγωγή περίτεχνων κεντημάτων.
  • frigid (= παγωμένος),
    της ρίζας srig- (= κρύος), ↔ ρίγος.
  • friseur (= κομμωτής, κατά λέξη «κατσαρωτής»),
    από το γαλλικό friser (= κατσαρώνω), ↔ fry, φρύγω, της ρίζας bher- (= μαγειρεύω).
  • frizz (= κατσαρώνω),
    όπως το friseur.
  • frock (= φόρεμα),
    πιθανώς όπως το flock #2.
  • from (= από),
    της ρίζας per-1 των προ, περί.
  • frost (= παγωνιά),
    όπως το freeze.
  • froth (= αφρός),
    πιθανώς ομόρριζα, με τη μεσολάβηση του αρχαίου αγγλικού afreodan.
  • frugal (= ολιγαρκής),
    από το λατινικό fruor (= απολαμβάνω), της ρίζας bhrug- (= αγροτικά προϊόντα), ↔ ρύομαι (= σώζω, γνωστό από την προστακτική του στην Κυριακή προσευχή), ρυτίδα, συγγενές του ερύομαι (έλκω), ↔ φρούτο.
  • frustrate (= ανατρέπω, ματαιώνω),
    από το λατινικό fraus, fraudis (= απατεώνας), όχι από το φραδής (έξυπνος), του ευφραδή που σχετίζονται με το (εκ)φράζω. Πιθανώς από το fraud, ↔ θύρα, ίσως και φρούδος (= μάταιος), για το οποίο έχει προταθεί η ετυμολογία «προ οδού».
  • frustum (= κόλουρος κώνος ή πυραμίδα),
    ίδια η λατινική λέξη, ↔ θραύω, της ρίζας bhreg- / bhreu-.
  • fry (= τηγανίζω),
    από το φρύγω.
  • fugitive (= φυγάς, δραπέτης),
    από το λατινικό fugo (= φεύγω).
  • fugue (= φούγκα),
    η φυγή.
  • fulcrum (= υπομόχλιο),
    από το λατινικό fulcio (= στηρίζω), ↔ φάλαγγα, balk, της ρίζας bhelg- (= δοκάρι, σανίδα).
  • fulfill (= πραγματοποιώ),
    από full + fill, σπάνια περίπτωση σύνθετης λέξης με δύο ομόρριζα.
  • full (= πλήρης),
    ομόρριζα, της ρίζας pele-1 / ple- (= πολύς, πλήθος).
  • fulminate (= κροτικός). Πρόκειται για χημικό όρο που αναφέρεται σε άλατα εκρηκτικού χαρακτήρα, της ρίζας bhel-1
    (= λάμπω, καίω), ↔ φλέγω.
  • fume (= καπνός),
    από το λατινικό fumus, από τον θυμό (φυμός στην αιολική διάλεκτο), από το θύω, της ρίζας dheu-1 (= καπνός).
  • fumigate (= καπνίζω, με την έννοια του απολυμαίνω),
    όπως το fume.
  • funambulist (= σχοινοβάτης),
    από τα λατινικά funis (= σκοινί), ↔ σχοίνος, θώμιγξ (λεπτό σκοινί) + ambulo (= περπατώ), από ambi (= αμφί) και τη ρίζα la- του αλάομαι (περιπλανώμαι).
  • function (= λειτουργία, συνάρτηση),
    όπως το frugal. εναλλακτικά από το fungo (= απολαμβάνω), της ρίζας bheug-, ↔ φεύγω.
  • fundamental (= θεμελιώδης),
    από το λατινικό fundus (= πυθμένας), ομόρριζα.
  • fungible (= ανταλλάξιμος),
    όπως το function.
  • fungus (= μύκητας),
    από τον σφόγγο / σπόγγο (σφουγγάρι), επειδή τα μανιτάρια απορροφούν το νερό.
  • funicular (= τελεφερίκ),
    από το υποκοριστικό funiculus του λατινικού funis (= σχοινί), ↔ σχοίνος, θώμιγξ.
  • funnel (= χωνί),
    από τα λατινικά (in)fundibulum (= χοάνη), infundo (= ρίχνω μέσα, τροφοδοτώ), ρήμα σχετικό με τον εφοδιασμό των μύλων, από τα ομόρριζα fundo (= χύνω), fundus (= πυθμένας), της ρίζας gheu- / ghewd-.
  • fur (= γούνα),
    της ρίζας pa- (= τροφή, προστασία), ↔ πατέομαι (τρώγω), food, satrap.
  • furfur (= κόκκος πιτυρίτιδας),
    στα λατινικά τα πίτουρα, από το frio / frico (= κομματιάζω), ↔ φουράνιο, φουρφουρόλη, θρύω / θρύπτω, ή από τον βόρβορο ή από τον χέραδο (κατεβάσματα χειμάρρων).
  • furious (= εξοργισμένος),
    από το λατινικό furo (= παραληρώ), πιθανώς ↔ τύφος, τυφλός, θύω, φούρια, της ρίζας dhewh2- (= καπνίζω). Από εδώ προήλθε ο Φεβρουάριος, February, από τις ρωμαϊκές καθαρτήριες γιορτές κατά το τέλος του χρόνου, προς τιμήν του θεού Februus.
  • furnish (= παρέχω, επιπλώνω),
    της ρίζας per-1 των from, προ, περί.
  • furniture (= επίπλωση),
    όπως το furnish.
  • furore (= έξαλλος ενθουσιασμός),
    όπως το furious.
  • furrier (= γουναράς),
    από fur (= γούνα).
  • furtive (= κλεφτός),
    από το λατινικό furtum (= κλοπή), από φωρ (κλέφτης), της ρίζας bher- (= φέρω).
  • fury (= μανία),
    από το λατινικό furo (= παραληρώ), πιθανώς από το θύω (καίω).
  • fuse (= λιώνω, ηλεκτρική ασφάλεια),
    από το fundo, της ρίζας gheu- (= χύνω), ↔ gut, ingot χέω (χύνω), χυδαίος. επίσης τα chyme (= χυμός σώματος) και chyle (= χυμός δέντρου).
  • fusillade (= ομοβροντία),
    όπως το focus.
  • fustigate (= κτυπώ, επικρίνω),
    από το λατινικό fustis (= ρόπαλο), πιθανώς της ρίζας bhuH- (= γίνομαι), ↔ φύση.
  • futile (= μάταιος, άκαρπος),
    από τα λατινικά futilis (= άχρηστος, δοχείο με οξύ πυθμένα), ↔ fundo (= χέω, χύνω), fondant, fondue, χύτρα, της ρίζας gheu- (= χύνω).
No Comments