G

  • Gable (= αέτωμα),
    νορβηγικής καταγωγής, ↔ κεφαλή.
  • gaffe (= γκάφα),
    της ρίζας kap- (= αρπάζω) του κάπτω.
  • gait (= περπάτημα),
    της ρίζας ghe- (= αφήνω), ↔ χορός.
  • gaiter (= γκέτα),
    από την ιταλική ghetta, της ρίζας wes- (= φορώ), ↔ vest, είμα. Εναλλακτικά, της ρίζας wer-2 (= στρέφω), ↔ wrist.
  • gale (= ανεμοθύελλα),
    της ρίζας ghel-1 (= καλώ, τραγουδώ), ↔ κίχλη, χελιδόνι. Σχετίζεται με το αρχαίο αγγλικό galan (= τραγουδώ), δεύτερο συστατικό του nightingale (= αηδόνι).
  • gambit (= ελιγμός),
    όρος του σκακιού, από το ιταλικό gamba (= γάμπα), ↔ καμπή, ζαμπόν.
  • gambol (= διασκεδάζω),
    όπως το gambit.
  • gammon (= ζαμπόν, καπνιστό χοιρομέρι),
    όπως το gambit.
  • gangrene (= γάγγραινα),
    από το παλαιότερο gran (= ροκανίζω), από το λατινικό gramen (= χλωρός σανός), η αρχαία γράστις, της ρίζας gras- (= καταβροχθίζω).
  • gap (= κενό),
    από το λατινικό hio (= μένω με στόμα ανοιχτό, χασμουριέμαι), της ρίζας ghieh- / ghai-, δια της γερμανικής οδού, ↔ χαίνω / χάσκω.
  • garage (= γκαράζ),
    από το γαλλικό garer (= προστατεύω), της ρίζας wer-4 (= καλύπτω), ↔ σαλβάρι, περσικής προέλευσης που σημαίνει ότι καλύπτει τους μηρούς.
  • garble (= αλλοιώνω, μπερδεύω),
    αρχικά κοσκινίζω μπαχαρικά, από το αραβικό κόσκινο, μέσω ιταλικών, από το λατινικό cribrum (= κόσκινο), του κρίνω (διαχωρίζω).
  • garland (= γιρλάντα),
    της ρίζας wei- (= στρέφω), ↔ Ίρις, ις, ιτέα, wire, vise.
  • garner (= αποκτώ, κατά λέξη «αποθηκεύω σιτηρά»),
    της ρίζας gre-no- (= κόκκος), ↔ γράω (τρώγω, ροκανίζω), γαστήρ, grain, corn, kernel. Συγγενής είναι η ρίζα gerh2- (= ωριμάζω), από όπου προήλθαν λέξεις όπως γέρας (βραβείο), γήρας, γεραρός, γραικός, greek.
  • garnish (= διακοσμώ),
    από το guard (= φυλάσσω), ↔ ορώ, -ούρος, βλ. ward. Από εδώ προήλθαν τα γαρνίρω, γαρνιτούρα.
  • garret (= σοφίτα),
    της ρίζας wer-4 (= καλύπτω), ↔ γκαραντί, guarantee.
  • garrison (= φρουρά),
    όπως το garage.
  • garter (= περικνημίδα),
    από τα γαλλικά jarretière (ζαρετιέρα), jarret, jambe, ↔ γάμπα, καμπή, κάμπτω.
  • gash (= σχίζω, πληγή),
    ↔ χαράζω, της ρίζας gher- ή skribh- (= κόβω).
  • gasp (= κοφτή ανάσα),
    όπως το gap.
  • gastric (= γαστρικός),
    όπως το gangrene.
  • gate (= πύλη),
    κατά μια άποψη όπως το go, μάλλον όμως γερμανικής προέλευσης, άγνωστης ετυμολογίας.
  • gaudy (= κακόγουστος),
    από το gaud (= φανταχτερή πέτρα από ροζάριο), από το λατινικό gaudia (= ευχαρίστηση), από το αρχαίο γηθέω (χαίρω), ↔ γαύρος (υπερήφανος). Εναλλακτικά, της ρίζας gau- (= χαίρομαι) του γάνυμαι (χαίρω), από το γάνος (λάμψη).
  • gaufrette (= γκοφρέτα),
    της ρίζας webh- (= υφαίνω).
  • gawp (= χάσκω, κοιτάζω έντονα),
    όπως το gap.
  • gelatin (= ζελατίνα),
    της ρίζας gel-, βλ. cold.
  • gelid (= παγωμένος),
    από το λατινικό gelidus, όπως το cold.
  • gem (= πολύτιμος λίθος),
    από το λατινικό gemma (= ανθός κλήματος), από τα γέννημα, γεννώ.
  • geminal (= δίδυμος),
    από τα λατινικά geminus, geneo (= γεννώ). λαϊκή ετυμολογία από τον ομογενή με αντιμετάθεση προς ογεμονή!
  • gender (= φύλο),
    από το γεννώ, της ρίζας gene- (= γίγνομαι, γένος).
  • gene (= γονίδιο),
    της ρίζας gene- (= γίγνομαι, γένος).
  • general (= γενικός, στρατηγός),
    από το gens, gentis (= γένος).
  • generation (= γενιά),
    από το gens, gentis (= γένος).
  • generator (= γεννήτρια),
    της ρίζας gene- του γένους.
  • generous (= γενναιόδωρος),
    όπως το general.
  • genie (= τζίνι),
    όπως το generator.
  • genius (= ιδιοφυΐα),
    από το gens, gentis (= γένος, πατριά, ομόρριζα. υπήρχε και η ρωμαϊκή θεότης Genius, της ρίζας gene- του γένους.
  • genre (= είδος),
    όπως το genius.
  • gentile (= εθνικός, ο μη Εβραίος),
    όπως το gentle.
  • gentle (= ήπιος, ευγενικός),
    από gens (= γένος, πατριά), από gnasci (= γεννιέμαι), από το γένος, της ρίζας gene- (= γίγνομαι).
  • genuflection (= γονυκλισία),
    από genu (= γόνυ) + flecto (= λυγίζω), από ρηματική μορφή, πέπλεκται, του πλέκω.
  • genuine (= γνήσιος),
    από το γένος, βλ. genius.
  • geodesy (= γεωδαισία),
    κατά λέξη «διαμοιρασμός γης», από τη γη + το αρχαίο δαίομαι (διαιρώ) της ρίζας da- (= διαιρώ), ↔ δήμος.
  • germ (= μικρόβιο, σπέρμα),
    της ρίζας gene- του γένους.
  • germane (= σχετικός, συναφής),
    από το λατινικό germanus (= γνήσιος), της ρίζας gene- του γένους.
  • -germinate (= φυτρώνω),
    όπως το germ.
  • gest (= κατόρθωμα),
    του λατινικού gestus, μετοχής του gero (= φέρω).
  • gestalt (= γκεστάλτ, ολότης),
    γερμανικός διεθνοποιημένος ψυχολογικός όρος, της ρίζας stel- (= στέκομαι) του ίστημι.
  • gestation (= εγκυμοσύνη),
    όπως το gest.
  • gesticulate (= χειρονομώ),
    από το υποκοριστικό του gest.
  • gesture (= χειρονομία),
    από τη μετοχή gestus (= φερμένος) του gero.
  • get (= παίρνω και πολλές άλλες σημασίες),
    της ρίζας ghed-, ↔ αρχαίο χανδάνω (κρατώ).
  • geyser (= θερμοπηγή),
    νορβηγικής προέλευσης, της ρίζας gheu- (= χύνω), ↔ χέω (χύνω).
  • gherkin (= αγγουράκι τουρσί),
    από το ολλανδικό gurk, από αγγούρι, άγουρος.
  • ghetto (= γκέτο),
    από την Αίγυπτο.
  • gibbous (= καμπούρης),
    από τον αρχαίο ύβο (καμπούρα).
  • gill. Ως ουσιαστικό σημαίνει “βράγχιο”, ↔ χείλος, της ρίζας ghel-una- (= σαγόνι). Ως κύριο όνομα Gill(ian) προέρχεται από το Julius, της ρίζας dyeu-
    (= λάμπω), ↔ δήλος, Δίας.
  • gin (= τζιν),
    από το λατινικό κωνοφόρο δέντρο iuniperis, από iunis / iuvenis (= νέος), βλ. aid, και από το paro (= γεννώ).
  • ginger (= κοκκινοτρίχης, ζιγγίβερι),
    της ρίζας ker-, ↔ κέρας.
  • gingivitis (= ουλίτις),
    από το λατινικό ούλο, gingival, της ρίζας gong- / gyenwh-1 (= στρογγυλός), ↔ γογγύλι.
  • gipsy (= γύφτος),
    από την Αίγυπτο.
  • girasole (= ηλιοτρόπιο),
    από τον γύρο, gyre, και τον ήλιο, sol στα λατινικά. Σημειώνεται ότι υπάρχουν σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό το gyro-, όπως και η gyration. Η γύρη είναι επίσης ομόρριζο, καθώς η αρχαία γύρις ήταν το λεπτό αλεύρι, από το γύρισμα του μύλου
  • gird (= ζώνω),
    της ρίζας gher-1(= περικλείω), ↔ χόρτος, choir, choral, cohort, τοπωνύμια σε -gard.
  • girdle (= κορσές),
    όπως το gird.
  • girth (= περιφέρεια του ανθρώπινου σώματος),
    όπως το gird.
  • gist (= νόημα, κεντρική ιδέα),
    όπως το adjacent.
  • glabella (= μεσόφρυδο),
    της ρίζας ghel-2 (= λάμπω), ↔ glad, χλωρός.
  • glacial (= παγωμένος),
    όπως το glacier.
  • glacier (= παγόβουνο),
    της ρίζας gel-, του cold (= ψυχρός), ↔ glace = γλάσο.
  • glad (= λαμπερός, χαρούμενος),
    της ρίζας bhel-3 ή ghel-2 (= λάμπω) που έχει δώσει λέξεις όπως χλίδος (στολίδι), χλιαρός, χλωρός, glow, yellow.
  • glair (= ασπράδι αβγού ως βερνίκι),
    της ρίζας kla- ή kele-2 (= καλώ).
  • gland (= αδένας),
    από τη βάλανο, της ρίζας gwele-2 (= βελανίδι).
  • glare (= λάμπω),
    όπως το glad.
  • glass (= γυαλί, παγωτό),
    όπως το glare.
  • glaucoma (= γλαύκωμα),
    από τον γλαυκό, από το γελάω, της ρίζας ghel-2 (= λάμπω), ↔ gleam, αγλαός, γαλήνη, όπως και το ορυκτό του σιδήρου γλαύκινος, glauconite, πρασινωπού χρώματος. Δεν είναι ομόρριζο ο γαληνίτης, το μετάλλευμα του μολύβδου galena.
  • gleam (= λάμπω),
    της ρίζας ghel-2 (= λάμπω), ↔ χλωρός, γλαυκός, αγλαός, χολή.
  • glee (= χαρά, ευθυμία),
    όπως το glad. Μια άλλη εκδοχή είναι της ρίζας ghlew- (= αστειεύομαι), όπως η χλεύη.
  • glib (= γλιστερός, επιπόλαιος),
    όπως το glad.
  • glide (= γλιστρώ),
    όπως το glad.
  • glider (= ανεμόπτερο),
    όπως το glad.
  • glimmer (= αναλαμπή),
    όπως το glad.
  • glimpse (= βλέπω φευγαλέα),
    όπως το gleam.
  • glissade (= τσουλάω, γλίστρημα),
    βλ. glissando.
  • glissando (= γκλισάντο),
    κατά λέξη γλίστρημα, από μια νότα σε άλλη, από το γαλλικό glisser (= γλιστρώ), όπως το glad.
  • glitter (= λάμπω, χρυσόσκονη),
    όπως το glare.
  • gloat (= καμαρώνω),
    όπως το gleam.
  • glorious (= ένδοξος),
    από το λατινικό gloria (= δόξα), βλ. glory.
  • glory (= δόξα),
    από τα λατινικά gnosco (= γνωρίζω), gnoria (= γνώση), από το γιγνώσκω (γνώριμος), της ρίζας gneh3- (= know, γνωρίζω). Εναλλακτικές προτάσεις είναι από το γλαυρός (ακτινοβόλος) ή από το κλέος, των κλέω (δοξάζω), κλύω (ακούω).
  • gloss. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «λάμψη», της ρίζας ghel-2, όπως τα χλωρός χολή. η δεύτερη σημαίνει «παρένθετη λέξη σε κείμενο», από τη λατινική glossa (= άγνωστη λέξη),
    τη γλώσσα, βλ. clack.
  • glow (= λάμπω),
    της ρίζας ghel-2, όπως το glad.
  • glue (= κόλλα),
    από το λατινικό glus, glutis (= κόλλα), ↔ gluten, γλοιός, γλοιώδης, της ρίζας glei- / gleit- (= κολλώδης).
  • glut (= καταπίνω),
    ↔ glue.
  • gluten (= γλουτένη),
    πρωτεΐνη, ↔ glue.
  • gluttony (= λαιμαργία),
    από τα λατινικά gluttio (= καταπίνω), gula (= φάρυγγας, γούλα, ο πρόλοβος των πτηνών), από γεύομαι, της ρίζας gwele-3 (= καταπίνω).
  • gnome. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «γνωμικό», της ρίζας gno- του γιγνώσκω, ενώ η δεύτερη σημαίνει «νάνος, γήινο πνεύμα», από το γήνομος (αυτός πουκατοικεί στη γη).
  • go (= πηγαίνω),
    ↔ κιχάνω (φθάνω), χάσκω, χώρος, χάος, της ρίζας ghe- / ghei-. Μια άλλη άποψη το συνδέει με το βαίνω.
  • goad (= παρακινώ, άκρο, βουκέντρα),
    της ρίζας ak-, ↔ acid, oxygen, ακίς, χάιος (γνήσιος, γκλίτσα).
  • god (= θεός),
    της ρίζας gheu- (= χέω), αναφορά στις σπονδές.
  • gold (= χρυσός),
    της ρίζας ghel-2 (= λάμπω), ↔ glad.
  • gondola (= γόνδολα),
    από το μεσαιωνικό κονδούρα / κόντουρος, είδος αλιευτικού πλοίου με «κοντή ουρά».
  • good (= καλός),
    της ρίζας ghadh- (= κρατώ γερά), πιθανώς ↔ αγαθός.
  • goose (= χήνα),
    ομόρριζα, της ρίζας ghans-, ηχομιμητικής.
  • gorge (= χαράδρα, λαιμός, περιδρομιάζω),
    από το λατινικό gurges (= οισοφάγος, δίνη), ↔ βάραθρο, βιβρώσκω + κατάληξη -βόρος / -vorous, της ρίζας gwora / swgwere-4 (= καταπίνω).
  • gorgeous (= υπέροχος),
    από gorge (= λαιμός), αναφορά σε κόσμημα του λαιμού. έχει προταθεί και το όνομα του Γοργία.
  • gourd (= κολοκύθα),
    από το λατινικό cucurbita, συγγενές με το κυρτός.
  • gourmand (= λαίμαργος),
    από το λατινικό mando (= μασώ, δαγκώνω), ↔ mandibular, manducate, της ρίζας mendh-. Σημειώνεται ότι υπάρχει ένα άλλο mando (= διατάζω), από manus + do (βλ. command).
  • gourmet (= γευσιγνώστης, καλοφαγάς),
    όπως το gourmand.
  • governess (= γκουβερνάντα),
    από το κυβερνώ.
  • grace (= χάρη),
    από το λατινικό gratus (= ευχάριστος), όπως το agree.
  • grade (= βαθμός),
    από το λατινικό gradus (= βήμα), ↔ βραδύς, εγείρω, γραδάρω, γκρέιντερ, της ρίζας ghredh- (= πηγαίνω).
  • grader (= γκρέιντερ, βαθμολογητής),
    όπως το grade.
  • graft. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «μόσχευμα, εμφυτεύω», από το γραφείον, όπως λεγόταν η γραφίδα με την οποία μοιάζει το μπόλι (εμβόλιο, μόσχευμα για φυτά). η δεύτερη λέξη σημαίνει «διαφθορά» και είναι ολλανδικής προέλευσης, της ρίζας ghrebh- (= σκάβω),
    ↔ grave #2.
  • grail (= δισκοπότηρο),
    πιθανώς από το λατινικό / αγγλικό crater, τον κρατήρα.
  • granted (= ομολογουμένως),
    όπως το credulous.
  • grate (= σχάρα, δικτυωτό, τρίβω),
    από το λατινικό cratis (= καλάθι), ↔ κάρταλος (είδος καλαθιού), κυρτός.
  • gratis (= δωρεάν),
    της ρίζας gwere-1 (= βαρύς), ↔ agree, grave #1.
  • gratitude (= ευγνωμοσύνη),
    από τα λατινικά gratus (= ευχάριστος, ευγνώμων), grates (= ευχαριστίες), από τις χάριτες, όπως το agree.
  • gratuitous (= ανώφελος, άσκοπος),
    όπως το gratitude.
  • grave. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη είναι επίθετο που σημαίνει «σεβαστός, σοβαρός», από το λατινικό gravis, ↔ βαρύς, γκουρού, της ρίζας gwere-1 (= βαρύς). Η δεύτερη είναι ουσιαστικό και ρήμα, σημαίνει «τάφος, χαράσσω», γερμανικής προέλευσης, της ρίζας ghrebh-
    (= σκάβω). Από το επίθετο προήλθαν λέξεις όπως η βαρύτης, gravity, brio, brute. από το ρήμα η γκραβούρα, gravure.
  • gravel (= σκύρα),
    της ρίζας ghreu- (= τρίβω, αλέθω), ↔ χρως, χρώμα, χραύω (σχίζω), great.
  • grease (= γράσο),
    ομόρριζα, από το λατινικό crassus (= παχύς), της ρίζας kert- (= υφαίνω), ↔ ίσως κρατώ. εναλλακτικά βλ. coarse.
  • great (= μεγάλος, αρχικά χονδρόκοκκος),
    της ρίζας ghreu- (= τρίβω, αλέθω), ↔ χρως, χρώμα, χραύω (σχίζω), δια της γερμανικής οδού (gross).
  • greedy (= άπληστος),
    της ρίζας gher-2 (= αρέσκομαι, έλλειψη), ↔ χαίρω.
  • greek (= ελληνικός),
    από γραικός, της ρίζας gerh2(= ωριμάζω), ↔ γήρας, γηραιός, γεραρός, gringo, gerontocracy.
  • grief (= λύπη),
    της ρίζας gwere-1 (= βαρύς), όπως το grave.
  • grievance (= καταγγελία),
    της ρίζας gwere-1 (= βαρύς).
  • grievous (= σημαντικός),
    της ρίζας gwere-1 (= βαρύς).
  • griffonage (= ορνιθοσκαλίσματα),
    από τα μυθικά πτηνά griffon / griffin, ο αρχαίος γρυψ (αετολέων), από γρυπός (καμπύλος).
  • grill (= ψησταριά, σχάρα),
    από το λατινικό craticula, υποκοριστικό του cratis (= πλέγμα), πιθανώς ↔ κρατώ, κράτος, βλ. hard.
  • grim (= άγριος, σοβαρός),
    γερμανικής προέλευσης, δεν έχει αναφερθεί συγγένεια με το αγρίμι, της ρίζας ghrem- (= θυμωμένος), μάλλον όμως ηχοποίητο, ↔ βρέμω, βροντή, χρεμετίζω.
  • grimace (= γκριμάτσα),
    όπως το grim.
  • grime (= μουντζούρα),
    της ρίζας ghrei- (= τρίβω), ↔ chrism, χρίσμα, cream, χρίω (αλείφω).
  • grimy (= βρώμικος),
    όπως το grime.
  • grin (= χαμόγελο),
    από το λατινικό frendο (= κατατρίβω με τα δόντια), της ρίζας ghrendh-, ↔ χόνδρος (κόκκος, προϊόν άλεσης) ή από το fremo (= θορυβώ), από το ηχοποίητο βρέμω (παφλάζω).
  • grind (= αλέθω, κονιοποιώ),
    όπως το grin. Η μετοχή ground (= αλεσμένος) είναι διαφορετική λέξη, από το γερμανικής προέλευσης ground.
  • gringo (= ξένος),
    απο το ισπανικό griego (= ξένος), από τον Γραικό, ↔ γρέγος, ο βορειοανατολικός άνεμος.
  • grist (= άλεσμα),
    όπως το grin.
  • grit (= αμμοχάλικο, γαρμπίλι),
    όπως το gruel.
  • groats (= αλεύρι βρώμης),
    όπως το gruel.
  • groove (= αυλάκι),
    της ρίζας gwere-1 (= βαρύς).
  • grotesque (= τερατόμορφος, χονδροειδής),
    από το αγγλικό-ιταλικό grotto (= σπηλιά), ↔ κρύπτη.
  • ground (= έδαφος, αιτία),
    πιθανώς από το χραίνω (αλείφω), δια της γερμανικής οδού.
  • group (= ομάδα). Tο γκρουπ έχει γίνει διεθνοποιημένη λέξη και αποτελεί επίσης επιστημονικό όρο στα Μαθηματικά και στη Χημεία. είναι γερμανικής καταγωγής που αρχικά αναφερόταν σε κάτι στρογγυλό, ↔ crop
    (= συγκομιδή), croupier (= κρουπιέρης).
  • grout (= σοβάς),
    όπως το gruel.
  • gruel (= αλεύρι από όσπρια),
    από γαλλικές και γερμανικές λέξεις της ρίζας ghreu- (= ξύνω), ↔ χραύω, χρως.
  • gruel(l)ing (= εξουθενωτικός),
    όπως το gruel, ίσως λόγω της κοπιαστικής εργασίας για την παρασκευή του αλευριού.
  • guarantee (= εγγυώμαι),
    από το γαλλικό garant, wer-4 (= καλύπτω), ↔ γκαράζ, κουβέρτα, απεριτίφ. Είναι ενδιαφέρον ότι η εγγύηση και το εγγύς προκύπτουν από την αρχαία γύα, άλλη ονομασία του χεριού.
  • guess (= μαντεύω),
    της ρίζας ghed-, ↔ αρχαίο χανδάνω (κρατώ).
  • guide (= ηγούμαι, οδηγώ),
    της ρίζας weid- (= ορώ, είδον), ↔ Gwendolyn, Vienna (από κελτικές λέξεις για το λευκό), penguin (= πιγκουίνος, το pen σημαίνει «κεφάλι»).
  • guile (= πανουργία),
    από το γερμανικό weihen (= χειροτονώ), συγγενές με το λατινικό vincio (= νικώ ή συνδέω), ομόρριζα με τον ρηματικό τύπο ίμψας (συνδεδεμένος) του είκω (φαίνομαι όμοιος).
  • guillemets (= ομοιωματικά, άλλως quotation marks),
    από το γαλλικό κύριο όνομα Guillaume, αντίστοιχο του William, από helm / helmet (= κράνος), πιθανώς της ρίζας kel- (= καλύπτω), ↔ κέλυφος.
  • guise (= προσωπείο, εμφάνιση),
    της ρίζας weid- των ορώ / video.
  • gulf (= κόλπος),
    λέξεις ομόρριζες. Κατά μια άποψη, ο ανθρώπινος κόλπος (αγκαλιά) διαφέρει από τον θαλασσινό: ο πρώτος, και το κόλπο, προέρχονται από τον κόλαφο, ενώ ο δεύτερος είναι της ρίζας kuolp- / kwelp (= σχηματίζω καμάρα, κοιλότης), που έχει δώσει το αρχαίο αγγλικό hweaf (= καμάρα) και το whelm.
  • gull (= γλάρος, παραπλανώ),
    όπως το gluttony.
  • gullet (= γούλα, οισοφάγος),
    βλ. gluttony.
  • guru (= γκουρού, καθοδηγητής),
    της ρίζας gwere-1 (= βαρύς), grave #1, grief.
  • gush (= αναβλύζω),
    της ρίζας gheu- (= χύνω), ↔ χέω, χοάνη.
  • gust (= ριπή),
    της ρίζας gheu- (= χύνω), όπως το fuse.
  • gustatory (= γευστικός),
    ομόρριζα, όπως και τα γούστο, gusto.
  • gutter (= υδρορρόη),
    από τη λατινική gutta (= σταγόνα), πιθανώς ↔ χυτός.
  • guy (= τύπος, μάγκας και ναυτικό σκοινί),
    από το ιταλικό όνομα Guido (= ηγέτης), όπως το guide.
  • gyre (= γύρος, κυκλική κίνηση). Το πρώτο συνθετικό, gyro-, απαντά σε επιστημονικές λέξεις και είναι της ρίζας geu-
    (= κάμπτω), ↔ γύης (το κυρτό τμήμα του αλετριού, καμπύλη), girasole, τζίρος. Γύρις λεγόταν αρχικά το λεπτό αλεύρι, από το γύρισμα του μύλου.
No Comments