K

  • Kale (= λαχανίδα),
    όπως το collard.
  • kaleidoscope (= καλειδοσκόπιο),
    της ρίζας weid- (= βλέπω), των video (= είδω = βλέπω).
  • kempt (= καλοχτενισμένος),
    από το comb, της ρίζας gemph- (= γόμφος), ↔ gem.
  • kennel (= σπίτι σκύλου),
    ↔ canis, κύων.
  • kernel (= ψίχα κουκουτσιού),
    από τη γερμανική Κern (= πυρήνας), της ρίζας gre-no-, για μικρού μεγέθους σωματίδια, ↔ grain, γράω (ροκανίζω).
  • kill (= φονεύω),
    της ρίζας gwele- (= βάλλω).
  • kiln (= καμίνι),
    της ρίζας pekw- (= μαγειρεύω, ωριμάζω), ↔ πέπτω.
  • kind (= ευγενικός, είδος). Παρόλο που σημασιολογικά το επίθετο διαφέρει σημαντικά από το ουσιαστικό, και οι δύο λέξεις έχουν κοινή καταγωγή, τη ρίζα gene-
    (= γεννώ), δια της γερμανικής οδού, όπου Kind σημαίνει το παιδί. Σημειώνεται ότι το λαϊκότροπο kid (= παιδί) είναι νορβηγικής προέλευσης και σημαίνει το κατσικάκι.
  • kindergarten (= παιδικός σταθός),
    αυτούσια η γερμανική λέξη, από Kind, βλ. kind + garten, όπως garden.
  • kindle (= ανάβω, ξυπνώ),
    για ένα διάστημα είχε θεωρηθεί παράγωγο των candela / κανδήλα, αλλά σήμερα φέρεται ως γερμανικής καταγωγής.
  • kindred (= συγγενής),
    όπως το kind.
  • kirk (= εκκλησία, κύριο όνομα),
    όπως church.
  • kiss (= φιλώ, φιλί),
    πιθανώς από το αρχαίο κυνέω, στον μέλλοντα κύσω, που έχει διατηρηθεί στο προσκυνώ. Από εδώ προέρχεται ο κισσός που «φιλάει» το δέντρο στο οποίο στηρίζεται. Η ρίζα cuss- θεωρείται ηχομιμητική.
  • knack (= κόλπο, τρικ),
    από τα γερμανικά, με αρχική έννοια θορυβώ, ηχομιμητικού τύπου, όπως το καναχέω.
  • knee (= γόνατο),
    ↔ genu, το λατινικό γόνατο, γόνυ, γωνία, κνήμη, της ρίζας genu-.
  • knit (= πλέκω),
    ↔ κόμβος, knot.
  • knot (= κόμβος και άλλες 42 σημασίες!),
    πιθανώς από τα λατινικό necto (= συνδέω), nodus (= κόμβος), της ρίζας ned-, βλ. connect.
  • knuckle (= άρθρωση δακτύλου),
    όπως το knee.
No Comments