L

  • Labile (= ευκίνητος, ευμετάβλητος),
    από το λατινικό labor (= γλιστρώ, εκλιστρώ), ↔ λώβη (ατιμία).
  • labor. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «γλιστρώ», όπως το collapse. Η δεύτερη σημαίνει «έργο» (λατινικό laboro = εργάζομαι), αβέβαιας ετυμολογίας. έχουν προταθεί τα λαμβάνω, λαιψηρός (ευκίνητος),
    λοβός, λώβη, βλ. και laboratory.
  • laboratory (= εργαστήριο),
    από το λατινικό ρήμα laboro (= εργάζομαι), αβέβαιας ετυμολογίας. πιθανότερο από τον μέλλοντα λάβω του λαμβάνω, με την έννοια του αναλαμβάνω έργο.
  • lacerate (= κομματιάζω),
    από τα αρχαία λακίζω (σχίζω), λακίς (σχίσιμο), λάκος (ράκος), της ρίζας lek- (= ξεσχίζω).
  • laches (= νομική αμέλεια),
    από το ιταλικό lasco και το γαλλικό laisser (= αφήνω), ↔ λήγω, λασκάρω. Για περισσότερα βλ. languid.
  • lachrymatory (= δακρυγόνος),
    από το λατινικό lacrima / lacryma, από το δάκρυ(μα), της ρίζας dakru-. Η παραλλαγή lacrymatory αναφέρεται σε «φιαλίδιο δακρύων» που συνόδευε τους νεκρούς στoν τάφο τους. Η μετατροπή δ → l, μέσω λατινικών, παρατηρείται επίσης στα ζεύγη δάφνη-laurel, διφθέρα-literature, Οδυσσεύς-Ulysses κ.α.
  • lacross (= λακρός),
    από το γαλλικό παιχνίδι jeu de la crosse (= ράβδος, αρχικά η ποιμαντορική), βλ. crook.
  • ladder (= σκάλα),
    από την κλίμακα, από το clino (= κλίνω) της ρίζας klei-.
  • lag (= καθυστερώ),
    από το λαγγάζω (χαζεύω, ενδίδω) ή από τα νορβηγικά.
  • lager (= λάγκερ),
    είδος μπίρας, από την ομώνυμη γερμανική λέξη (= αποθήκη), της ρίζας legh- (= κείμαι), ↔ λοχεία, λόχος, λεχώνα.
  • lair (= κρυψώνα),
    από το lay (= κείμαι), της ρίζας legh-, ↔ λέχομαι, λέχος.
  • lake. Πρόκειται για δύο λέξεις: «λίμνη», από τον λάκκο, της ρίζας laku- και «λάκα», κόκκινη χρωστική, περσικής / ινδικής καταγωγής.
  • lambent (= φωτεινός, για επιφανειακό φως, φλόγα που τρεμοσβήνει),
    από το λατινικό lambo (= λείχω, γλείφω), της ρίζας lab-, ↔ λάπτω.
  • lame (= κουτσός, αδύνατος),
    από τα γερμανικά, με μακρινά συγγενή τα αρχαία όλεμος, νωλεμές (ακούραστος), της ρίζας lem- (= σπάζω).
  • lament (= θρηνώ),
    από τα αρχαία λήρος (μωρολογία), λάσκω (φωνάζω, κροτώ) ή από το ιαλεμίζω (θρηνώ), της ρίζας la- (ηχομιμητική).
  • laminar (= στρωτός επίπεδος). Υπάρχουν τρεις εκδοχές για την προέλευση του επιθέτου: από τον τύπο ελήλαμαι του ελαύνω (σημαίνει και σφυρηλατώ) ή ομόρριζο του Άτλαντα ή του στόρνυμι.
  • lancet (= νυστέρι),
    από lancea (= λόγχη), με παράγωγα τα λανσάρω, λάντζα.
  • landslide (= κατολίσθηση),
    μεταφορικά η σαρωτική εκλογική νίκη, από land (γη), γερμανικής προέλευσης, + slide (βλ. λήμμα).
  • languid (= νωθρός),
    της ρίζας slag- / sleg- (= χαλαρώνω), από τα λατινικά langueo (= είμαι νωθρός), lantern (= φανάρι), από το λάμπω.
  • laxus (= χαλαρός),
    ↔ λήγω, λαγαρός (ισχνός, χαλαρός, ευκίνητος), λάγνος, λαγάνα, λαγών, ρελάξ, λασκάρω, catalectic (= καταληκτικός). Εναλλακτικά έχουν προταθεί τα λαγγεύω (νιώθω ερωτισμό), λαγγάζω (αφήνω), της ίδιας ρίζας. Από εδώ έχει προκύψει ο λαγός, λαγωός, σύνθετη λέξη που αποδίδει τα πεσμένα (χαλαρά) αφτιά του ζώου (λαγαρός + ους).
  • languish (= περιμένω, μαραζώνω),
    όπως το languid.
  • languor (= λήθαργος),
    όπως το languid.
  • lantern (= φανάρι),
    από λαμπτήρ, λάμπω, της ρίζας lehp-.
  • lapideous (= πετρώδης),
    όπως το dilapidated.
  • lapse (= χάνω, σφάλμα),
    από το λατινικό labo (= γλιστρώ, παραπατώ), βλ. collapse. Η μετοχή lapsed σημαίνει «ληγμένος». Η έκφραση lapsus calami σημαίνει «λάθος κατά το γράψιμο».
  • large (= ευρύς),
    από το λατινικό largus (= άφθονος), της ρίζας lai- (= παχύς), ↔ λαρδί.
  • lascivious (= λάγνος),
    από το λατινικό lascivus, από την αρχαία λάστη (πόρνη), από τα λάω / λώ / λιλαίομαι (επιθυμώ), ↔ λίαν, λαρός, λάρινός, της ρίζας las- (= επιθυμώ, απληστία). Σημειώνεται ότι ένα άλλο λάω σημαίνει «βλέπω».
  • lassitude (= αδυναμία),
    από το λατινικό lassus (= κουρασμένος), όπως το late.
  • last (= τελευταίος),
    υπερθετικός βαθμός του late.
  • latch (= κλειδώνω),
    της ρίζας (s)lagw- (= αρπάζω), ↔ λαμβάνω, λήμμα, lemma, λάζομαι (αρπάζω), όχι όμως το λάζω που σχετίζεται με το λακτίζω.
  • late (= αργά, καθυστερημένος),
    της ρίζας lad- / led- / le-2 (= αργός), ↔ λήθη.
  • latent (= κρυμμένος, λανθάνων),
    γερμανικής προέλευσης, ↔ λήθω / λανθάνω, της ρίζας led- (= αργός) ή l(e)h2- (= κρύβομαι).
  • lather (= σαπουνίζω, αφρός),
    όπως το latrine.
  • latrate (= γαβγίζω),
    απαρχαιωμένη λέξη από το λατινικό latro, ↔ λήρος (μωρολογία, ανόητος), του παραληρώ, ίσως και lament. Σημειώνεται ότι υπάρχει ένα άλλο λατινικό latro (= μισθός, μισθοφόρος), τα αρχαία λάτρον (μισθός), λάτρις (υπηρέτης) που ετυμολογούνται από το λάας (πέτρα). λατρεύω αρχικά σήμαινε «εργάζομαι με μισθό», πιθανώς ως λατόμος.
  • latrine (= αποχωρητήριο, lavatrina),
    όπως και η λάτρα, όλα προέρχονται από το γαλλικό laver (= πλένω), ↔ λούω, της ρίζας leue-.
  • laudable (= αξιέπαινος),
    από το λατινικό laus, laudis (= έπαινος), όχι από τον λαό αλλά από τη ρίζα lew- (= ηχώ, τραγουδώ), ↔ το γερμανικό Lied, το λαύδανο (laudanum) και πιθανώς η λύρα.
  • laundry (= μπουγάδα),
    από το λατινικό lavo (= λούω).
  • laureate (= βραβευμένος, κατά λέξη «δαφνοστεφανωμένος»),
    ↔ δάφνη.
  • laurel (= δάφνη),
    ↔ από τη λατινική laurus, όπου το δ έχει μετατραπεί σε l.
  • lautitious (= πολυτελής),
    όπως το latrine.
  • lavatory (= τουαλέτα),
    από το λατινικό lavo (= λούω).
  • lavender (= λεβάντα),
    από lavo (= λούω).
  • lavish (= πολυτελής),
    όπως το latrine.
  • lay. Η λέξη έχει τέσσερις διαφορετικές σημασίες, μια εκ των οποίων είναι το επίθετο λαϊκός, από το λατινικό laicus, από τον λαό, από τον λίθο, λάας, αναφορά στον μύθο του Δευκαλίωνα. Ως ρήμα, με την έννοια του κείμαι, προέρχεται από τη ρίζα legh- (= κείμαι),
    ↔ λέχομαι (ξαπλώνω), λοχεία.
  • layer (= στιβάδα),
    από το lay, της ρίζας legh- (= κείμαι).
  • lazy (= τεμπέλης),
    από lax (= χαλαρός), αναφορά στα έντερα, από laxus (= ευρύς), ↔ λέγω, της ρίζας legh- (= κείμαι, ξαπλώνω), από όπου προήλθαν τα λέχομαι (ξαπλώνω), λέσχη.
  • lea (= λιβάδι, ξέφωτο),
    της ρίζας leuk- του λευκός, ↔ illustrious.
  • leach (= στραγγίζω),
    όπως το leak.
  • leak (= διαρρέω),
    της ρίζας leg-2 (= στάζω), παραλλαγή της ισχυράς leg-1 (= συλλέγω), με πληθώρα παραγώγων, όπως collect, elect, intelligence, analects (ανάλεκτα), αλέγω (φροντίζω). Εναλλακτικά, το leak μπορεί να συνδέεται απευθείας με τα λέγω και συλλέγω, από το γεγονός ότι οι άνθρωποι απαριθμούσαν φωναχτά τα συλλεγόμενα, π.χ. ζώα ή σταγόνες. Τέτοιου είδους διπλή σημασία παρατηρείται επίσης στο ρήμα tell (= μετρώ, διηγούμαι) και στο ανάλογο γαλλικό conter.
  • lean (= κλίση, αδύνατος, άπαχος),
    από το clino (= κλίνω), της ρίζας klei-.
  • lease (= μισθώνω),
    από το λατινικό lax (= χαλαρός), αναφορά στα έντερα, από laxus (= ευρύς), από laxo (= αφήνω), βλ. languid.
  • leash (= λουρί σκύλου),
    όπως το languid.
  • leasing (= λίζινγκ, μίσθωση),
    όπως το languid.
  • leave (= φεύγω, αφήνω),
    της ρίζας leikw- ή leip- (= παραμένω, κολλώ), ↔ λείπω, αλείφω, λίπος, life.
  • leaven (= μαγιά, διογκωτικό μέσο),
    από τα λατινικά levo (= υψώνω), levis (= ελαφρός), όλα ομόρριζα, όπως και το λευρός (λείος). Υπάρχουν δύο εκδοχές για το levis: είτε της ρίζας legwh- (= ελαφρός), ↔ ελαφρός, ελαχύς (μικρός) είτε της ρίζας (s)lei-, βλ. lime #1.
  • lecher (= ακόλαστος),
    της ρίζας leigh- (= λείχω), γλείφω.
  • lecture (= διάλεξη),
    από lego (= διαλέγω).
  • ledge (= ράφι, περβάζι, αμπάρα),
    της ρίζας legh- (= κείμαι), ↔ λοχεία, λόχος, λεχώνα.
  • ledger (= λογιστικό βιβλίο, καθολικό),
    από το lay (= κείμαι), βλ. lair.
  • leer (= λοξοκοιτώ),
    της ρίζας kleu- / klew- από το αρχαίο κλύω (ακούω), ↔ κλέος, Κλέων, Κλειώ και ονόματα σε -κλής.
  • leery (= επιφυλακτικός),
    όπως το leer.
  • lees (= κατακάθι, οινολάσπη),
    της ρίζας legh- (= κείμαι).
  • legend (= μύθος, θρύλος, λεζάντα),
    από το lego (= διαλέγω, συλλέγω).
  • length (= μήκος),
    βλ. belong.
  • lenient (= επιεικής),
    από τα λατινικά lenio (= μαλακώνω), lenis (= λείος), της ρίζας le- (= μαλακός), συγγενούς με τη ρίζα led- (= αργός), ↔ λήθω / λανθάνω.
  • Lent (= Σαρακοστή),
    σύνθετη λέξη από δύο γερμανικές, η μια σχετική με τις long (= μακρύς) και δολιχός, η άλλη με τη λατινική dies (= ημέρα), επειδή κατ’ αυτό το διάστημα μεγαλώνουν οι μέρες.
  • lepton (= λεπτόνιο),
    της ρίζας lep- (= απολεπίζω), ↔ λεπίδα, λέπρα, leper.
  • lesion (= κάκωση, βλάβη),
    από το λατινικό laedo (= χτυπώ, πληγώνω), πιθανώς ομόρριζο δύο διαφορετικών λέξεων, είτε λίθος είτε λαιδρός (τολμηρός).
  • less (= λιγότερος),
    της ρίζας leis-2 (= μικρός), ↔ λοίσθ(ι)ος (τελευταίος), λοιπός.
  • lessee / lessor (= μισθωτής / εκμισθωτής),
    από το γαλλικό laisser (= αφήνω), από το λατινικό laxus (= χαλαρός), ↔ λαγαίω (χαλαρώνω), βλ. και languid. Η γαλλική έκφραση laissez faire (= αφήστε να κάνουν) έχει γίνει διεθνής οικονομικός όρος.
  • let (= αφήνω, ενοικιάζω),
    της ρίζας led- (= αργός), ↔ λήθω / λανθάνω.
  • letcher (= ακόλαστος),
    από το lick (= λείχω).
  • lethal (= θανατηφόρος),
    από το λατινικό letalis, πιθανώς από τη λήθη.
  • lethargy (= λήθαργος),
    από τη λήθη του λανθάνω (βλ. late) + έργο.
  • letificate (= χαροποιώ),
    απαρχαιωμένη λέξη, της ρίζας preytt- (= μου αρέσει), ↔ λατινικό laetus (= ευτυχής), πράος. Η Letitia, κύριο όνομα, ήταν η ρωμαϊκή θεά της ευτυχίας. Άλλες εκδοχές συνδέουν το laetus με το δαιτός (φαγητό), η ρίζα του οποίου απαντά στην πανδαισία, ή το ιλαρός.
  • level (= επίπεδο),
    από τη λατινική libra (= ζυγαριά), ↔ λίτρα.
  • leverage (= αξιοποιώ),
    όπως το levy.
  • levin (= αστραπή),
    της ρίζας leuk- του λευκός.
  • levitate (= ανυψώνω),
    όπως το leaven.
  • levy (= ανυψώνω, επιστρατεύω, εισφορά),
    όπως το leaven.
  • liaison (= σύνδεσμος),
    από το λατινικό ligo, γαλλικό lier (= δένω), της ρίζας leig-, ↔ religion, λύγος (λυγαριά), λυγόω (λυγίζω).
  • libation (= σπονδή),
    από το λατινικό libo (= στάζω), ↔ λείβω (στάζω), λιψ (λίβας). Ένα άλλο λιψ που σημαίνει «επιθυμία» υπάρχει στην αρχαία λιψουρία.
  • libido (= λίμπιντο),
    διεθνοποιημένος ο λατινικός όρος για την ερωτική επιθυμία, ↔ love, της ρίζας leubh-.
  • licence (= άδεια),
    από τα λατινικά licentia (= ελευθερία) και τον ρηματικό τύπο licet (= αρμόζει), κατά μια εκδοχή συγγενή των δίκη / δίκαιος (όπως συμβαίνει με το ζεύγος δάκρυμα-lacrima), της ρίζας leik- (= προσφέρω).
  • lichen (= λειχήνας),
    από το λείχω (γλείφω), ↔ λιχανός, λιχνός (λαίμαργος), lingo, lick.
  • lick (= γλείφω),
    από το λατινικό lingo, της ρίζας leigh- (= λείχω). Το αγγλικό lingo έχει την έννοια της τεχνολογικής φρασεολογίας, το ιδιόλεκτο. Συγγενές του lingo είναι το λατινικό ligurio (= επιθυμώ σφοδρά), από όπου είναι πιθανό να προέρχεται η λιγούρα. Επισημαίνεται η εναλλακτική ρίζα dnghu-, όπου έχει αντιστραφεί η συνήθης μετατροπή δ → l σε l → d, με ομόρριζα όπως tongue.
  • lickspittle (=
    (= συκοφάντης), από lick + spittle (= σάλιο), της ρίζας spew- (= πτύω).
  • licorice (= γλυκόρριζα),
    ίδιες λέξεις. ο γλυκός είναι της ρίζας glk-u με παραλλαγή dlku- (dulcis στα λατινικά, ντόλτσος). η ρίζα είναι της ρίζας wrad-.
  • lid (= πώμα, βλέφαρο),
    της ρίζας klei- του κλίνω.
  • lie (= είμαι ξαπλωμένος),
    της ρίζας legh- (= κείμαι) που έδωσε το αρχαίο λέχος (κρεβάτι, από όπου προέρχεται η λεχώνα), επίσης λέκτρον, μέσω της γερμανικής οδού. Το ρήμα lie σημαίνει επίσης «ψεύδομαι», διαφορετικής ετυμολογίας.
  • lief (= εκουσίως, αγαπητός),
    από το λατινικό libido, ↔ λίπτομαι (επιθυμώ), (εκ)λιπαρώ, λιπαρώς (διακαώς), της ρίζας leubh-.
  • life / live (= ζωή / ζω),
    με την έννοια της συνέχειας της ύπαρξης, όπως το leave.
  • ligature (= λιγατούρα),
    ονομασία τυπογραφικών συμπλεγμάτων, όπως το &, από τα γράμματα e + t, το λατινικό et (= και), από ligo (= δένω), της ρίζας leig-, ↔ oblige, religion, rely, λύγος (λυγαριά).
  • lightning (= αστραπή),
    από το light (= φως), της ρίζας leuk- (= λευκός).
  • ligneous (= ξυλώδης),
    από το λατινικό lignum (= ξύλο), της ρίζας leg-1 (= συλλέγω). Σημειώνεται η συγγενής αρχαία ελληνική λέξη λιγνός (η) που σήμαινε τη σκοτεινή φλόγα και δεν έχει σχέση με τον λιγνό.
  • lime. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. #1. Σημαίνει τον ασβέστη, της ρίζας (s)lei- / sleidh-, ↔ ολισθαίνω, λείος, λίμνη, λείμαξ (γυμνοσάλιαγκος), βλ. και quicklime. #2. Σημαίνει τη φλαμουριά, βλ. linden. #3. Σημαίνει το μοσχολέμονο, περσικής καταγωγής.
  • limit (= όριο),
    από το λατινικό limes, γεν. limites, ↔ λιμένας.
  • limn (= σκιαγραφώ),
    της ρίζας leuk- του λευκός.
  • limpet (= πεταλίδα),
    από το λατινικό lampetra, από lambo (= λάπτω, γλείφω) + πέτρα.
  • limpid (= διαυγής),
    όχι από το λίπος όπως πιστευόταν, αλλά από τη ρωμαϊκή θεότητα των υδάτων limpa ή lympha, από τη νύμφη, από όπου προέκυψε η λέμφος.
  • linament (= επίδεσμος),
    όπως το lint.
  • linden (= φλαμουριά),
    της ρίζας lento- (= ευλύγιστος), όπως το lithe.
  • line (= γραμμή),
    από το λατινικό λινάρι, linum, το λίνον. Η έκφραση on line έχει μεταφραστεί σε «επιγραμμικός». Το λινάρι, flax, γερμανικής καταγωγής, προέρχεται από τη ρίζα plek- του πλέκω.
  • linear (= γραμμικός),
    όπως το line.
  • linen (= ασπρόρρουχα),
    απο το λίνον / λινάρι, βλ. lint.
  • liner (= κρουαζιερόπλοιο, εσωτερική επένδυση επιφανειών),
    όπως το line.
  • linger (= κωλυσιεργώ, μένω),
    από το long, όπως στο belong.
  • lingo (= τεχνολογική φρασεολογία),
    από το λατινικό ligurio (= επιζητώ), συγγενές των language, γλείφω, λειχήνας.
  • liniment (= αλοιφή),
    από το λατινικό lino / linio (= αλείφω), λέξεις ομόρριζες, όπως και οι αρχαίες αλίνω (αλείφω), λιάζομαι (παρεκκλίνω), της ρίζας (s)lei- (= γλοιώδης, κολλώδης).
  • lint (= γάζα χνούδι),
    από το λατινικό linteum, το αρχαίο λέντιον, ύφασμα από λινάρι, ↔ align, collimate.
  • liquid (= υγρός),
    από τα λατινικά liqueo (= ρέω), liquor (= υγρός), λίπος (στην αιολική διάλεκτο λίκος), της ρίζας wleik-.
  • liquorice (= γλυκύρριζα),
    κλασικό παράδειγμα για παραπλανητική ετυμολογία, βλ. licorice.
  • list. Εκτός από τη γερμανικής προέλευσης λίστα, η λέξη έχει πολλές σημασίες εκ των οποίων μία (= ευχαριστώ),
    ↔ lust.
  • litany (= λιτανεία),
    από τη λιτή (προσευχή) του λίσσομαι (ζητώ).
  • literacy (= αλφαβητισμός),
    από letter, ↔ διφθέρα, δέφω, δεψικός, βυρσοδέψης.
  • lithe (= ευλύγιστος),
    από τα λατινικά lentus (= βραδύς), lenis (= επιεικής), από λείος, της ρίζας lento-.
  • litter (= φορείο, σκουπίδια, νεογέννητα ζώου),
    από το γαλλικό lit, από το λατινικό lectus, το αρχαίο λέκτρον. όλα σημαίνουν το κρεββάτι, της ρίζας legh- (= κείμαι), ↔ λέχομαι.
  • liturgy (= θρησκευτική λειτουργία),
    από λέιτος (λαός), λιτή (προσευχή), λίσσομαι (ικετεύω) + έργο.
  • livelong (= ολόκληρος),
    σύνθετη λέξη από lief + long. Δεν πρέπει να συγχέεται με το lifelong (= ισόβιος).
  • livery (= λιβρέα),
    από το λατινικό liber παλιότερα luber, ↔ ελεύθερος, στην αιολική διάλεκτο ελεύφερος.
  • loam (= πηλός),
    όπως το lime #1.
  • loath (= αηδιάζω),
    της ρίζας h2leit- (= απεχθάνομαι), ↔ αλείτης (αμαρτωλός).
  • localize (= εντοπίζω),
    από το λατινικό locus (= τόπος), αρχική μορφή stlocus, της ρίζας των στέλλω / ίστημι.
  • locator (= εκμισθωτής, συσκευή εντοπισμού),
    όπως το allocate.
  • lock. Πρόκειται για δύο λέξεις: η πρώτη σημαίνει «κλειδώνω», γερμανικής καταγωγής, η δεύτερη σημαίνει «μπούκλα», από το αρχαίο λύγος (βέργα), βλ. luctation.
  • locution (= έκφραση, ιδίωμα),
    της ρίζας tolkw- (= ομιλώ), από το λατινικό loquor (= ομιλώ), ↔ λάσκω (φωνάζω, βροντώ), λήρος, παραληρώ. Εναλλακτικά της ρίζας stekw- (= τρέχω), σαν κάτι που εξέρχεται από μέσα μας.
  • lone (= μόνος),
    από all + one.
  • long (= μακρύς, επιθυμώ),
    από το λατινικό longus, βλ. belong.
  • longevity (= μακροζωία),
    από longus (= μακρύς) + το λατινικό aevum (= αιώνας, διάστημα ζωής, ηλικία), ↔ αεί, της ρίζας aiw- (= ζωτική δύναμη).
  • look (= κοιτάζω),
    θεωρείται «άγνωστης ετυμολογίας», αλλά κατά μια εκοδοχή προήλθε από το αρχαίο λεύσσω (βλέπω), ↔ λευκός, lux, της ρίζας leuk-.
  • loose (= χαλαρός),
    της ρίζας leu- του λύω που εμφανίζεται σε λέξεις με την κατάληξη -less, ↔ solve, από το ιταλικό soluo.
  • lorn (= εγκαταλειμμένος),
    της ρίζας leu- των loosen (= χαλαρώνω), loose, loss, -loss, λύω.
  • lorum (= λώρος, λουρί),
    ↔ εύληρα (ηνία), έλικα.
  • lose (= χάνω),
    της ρίζας leu- του λύω.
  • loss (= απώλεια),
    όπως το loose.
  • lotion (= λοσιόν),
    από το λούω.
  • Louis (= Λουδοβίκος),
    από το εκλατινισμένο Ludovicus του γερμανικού Ludwig, από το κλυτός (ξακουστός, ένδοξος), του κλύω (ακούω) που απαντά στην Κλυταιμνήστρα, συγγενούς με το κλέος.
  • low (= χαμηλός),
    της ρίζας legh- (= κείμαι), ↔ λέχομαι, λεχώνα.
  • lubricate (= λιπαίνω),
    της ρίζας sleubh- (= γλιστρώ), ↔ λούμπα, σλάιντ, σλιπ.
  • lucent (= στιλπνός, λαμπερός),
    της ρίζας leuk- (= λευκός), ↔ illustrious, lea, luxury. Σημειώνεται ότι από το λατινικό lux (= φως) έχουν προκύψει πολυάριθμες λέξεις σε διάφορες γλώσσες, όπως το αηδόνι που ξεκίνησε από το λατινικό luscinia (υποκοριστικό lusciniolus), για να εξελιχθεί στα γαλλικά, rossignol, στα ιταλικά, usignolo, στα ισπανικά ruiseñor, όπου το αρχικό l μετατράπηκε σε r και αποβλήθηκε. το δεύτερο συστατικό αυτών των λέξεων προέρχεται από το λατινικό cano (= τραγουδώ), ↔ καντάδα. Για το αγγλικό αηδόνι βλ. nightingale.
  • lucid (= διαυγής),
    όπως το lucent.
  • lucrative (= επικερδής),
    από το lucre (= κέρδος), το λατινικό lucrum (= κέρδος), ↔ λαύω (ληστεύω, ιδίως ζώα), από όπου σχηματίστηκαν τα απολαύω, λεία, ληστής, της ρίζας lhu-tlo-.
  • luctation (= πάλη),
    από το λατινικό luctor (= παλεύω), ↔ λύγος (λυγαριά), λυγίζω και πιθανώς lock (= κλειδώνω), λουκέτο, της ρίζας leug- (= κάμπτω).
  • ludicrous (= γελοίος),
    από το λατινικό ludicrus / ludicer (= αθλητικός), με επικρατέστερη προέλευση τη ρίζα leid- (= παίζω), ↔ λίζω / λινδίω (παίζω / αμιλλώμαι).
  • lugubrious (= πένθιμος),
    από το λατινικό lugo (= πενθώ), ομόρριζο με το αρχαίο επίθετο λυγρός, της ρίζας leug-.
  • lull (= νανουρίζω),
    ηχομιμητική λέξη, όπως τα λαλώ, λαλαγγώ (αντηχώ).
  • luminary (= διασημότης),
    της ρίζας leuk- (= λευκός), ↔ illustrious, lea.
  • lunatic (= τρελός),
    από luna (= σελήνη), της ρίζας leuk- των λευκός, λύχνος.
  • lunge (= ορμώ),
    από longus (= μακρύς), της ρίζας lengwh- (= ευκίνητος), ↔ ελαφρός, ελάσσων, ελέγχω, ελαύνω, λαγγάζω / λογγάζω (ενδίδω), δολιχός.
  • luscious (= απολαυστικός),
    από το delicious (= απολαυστικός), από το λατινικό delecto (= απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι), από de + lacto (= θηλάζω).
  • lush (= πλούσιος),
    της ρίζας sleg- (= είμαι χαλαρός), βλ. languid.
  • lust (= λαγνεία, πόθος),
    όπως το lascivious.
  • luster. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «λούστρο», της ρίζας leuk- του λευκού, βλ. diluvian. Η δεύτερη σημαίνει «λάγνος», όπως το lust.
  • lusty (= δυνατός),
    όπως το lust.
  • lutose (= λασπωμένος),
    από luo (= καθαρίζω), ↔ λύμα (ακάθαρτο νερό).
  • luxation (= εξάρθρωση),
    από το επίθετο λοξός.
  • lye (= αλισίβα),
    από τα λατινικά lavo (= λούω), της ρίζας leue- ή lix (= υγρός), ↔ liquid, liquοr, λικέρ, της ρίζας wleik- (= ρέω).
  • lynx (= λυγξ),
    της ρίζας leuk- του φωτός, λόγω των λαμπερών ματιών του.
No Comments