Ω

  • Ώνος = αγορά, χρήματα ↔ revile
  • ωρακιάω = ζαλίζομαι ↔ weary
  • ωρυγή = θόρυβος ↔ raucous
  • ωτειλή = τραύμα ↔ wound
No Comments