P

  • Pace (= βήμα),
    από τη μετοχή passus του pateo (= είμαι ανοικτός), πραλλαγή pando (= απλώνω), ↔ πέταλο, πετάννυμι (απλώνω).
  • paella (= παέλια),
    ισπανικής καταγωγής, της ρίζας pete-, ↔ πετάννυμι, πέταλο, pass.
  • page. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «σελίδα», της ρίζας pag-, ↔ πήγνυμι, άπαξ. Η δεύτερη σημαίνει «συνοδός» και προέρχεται από τη λατινική pagius (= υπηρέτης),
    ↔ παιδίον.
  • pageant (= παράσταση),
    από page #2.
  • pain (= πόνος, αρχικά η ποινή),
    απο τη λατινική poena, την ποινή, της ρίζας kwei- (= πληρώνω).
  • painter. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη είναι ο ζωγράφος, της ρίζας peig- (= κόβω, χαράζω),
    ↔ πλέω. H άλλη είναι το σχοινί της άγκυρας, από το λατινικό pendo (= κρέμομαι), της ρίζας (s)pen-, ↔ πονέω, suspend.
  • pair (= ζεύγος),
    της ρίζας pere- (= παράγω, ανατρέφω), από το λατινικό par (= ίσος), ↔ πέρνημι.
  • pajamas (= πιτζάμα),
    από περσική λέξη που σήμαινε «ένδυμα των ποδιών».
  • palatable (= γευστικός),
    από τον ουρανίσκο, palate, από το παλάτι, palace, το λατινικό palatium, από τον Παλατίνο λόφο, του οποίου η ονομασία προέκυψε από τη λέξη palus (= περίφραξη), από τον πάλο, όπως λεγόταν το κοντάρι (και το καλέμι), ↔ pax (= ειρήνη), πάγος.
  • palaver (= φλυαρία, διαπραγμάτευση),
    από το πορτογαλικό palavra (= λόγος, ομιλία), από το λατινικό parabola (= σύγκριση), την παραβολή, parable, με αντιδάνεια τις παλάβρες και τον παλαβό, της ρίζας gwele- (= βάλλω).
  • palimpsest (= παλίμψηστον),
    το πρώτο συνθετικό της ρίζας kwel-1 (= περιστρέφω), ↔ κύκλος + ψήνω. Το επίρρημα πάλιν έχει την έννοια της περιστροφής και επανάληψης, όπως στα παλινωδία, palinody, παλίνδρομος, palindrome.
  • pale. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Ως επίθετο σημαίνει «ωχρός», της ρίζας pel-1 (= πολιός),
    ενώ ως ουσιαστικό σημαίνει «πάσσαλος», της ρίζας pag- (= στερεώνω).
  • palindrome (= καρκινική γραφή). Πρόκειται για σύνθετη λέξη της οποίας το πρώτο συνθετικό, πάλιν, προέρχεται από το πέλω (υπάρχω),
    ↔ πόλος, βουκόλος, εκτελώ, κλασικό παράδειγμα εναλλαγής των συμφώνων κ, π, τ. Το δεύτερο συνθετικό είναι της ρίζας kwel-1 (= περιστρέφω), των δρόμος, κύκλος.
  • palladian (= σχετικός με σοφία, μάθηση). Αναφορά στην Παλλάδα Αθηνά, που πήρε το προσωνύμιο από τον γίγαντα Πάλλαντα τον οποίο αφού σκότωσε, τον έγδαρε και με το δέρμα του έφτιαξε την ασπίδα της. Παράγωγα είναι τα παλληκάρι, παλλακίδα, από το αρχαίο πάλληξ, παλλακή (νεαρός, νεαρά),
    όχι από το πάλλω αλλά από αρχαία περσική λέξη.
  • palladium (= παλλάδιο),
    όπως το palladian
  • pallet (= ψάθα, στρώμα),
    από τη λατινική palea (= άχυρο), της ρίζας pel- (= καλύπτω), όπως το λατινικό pellis (= δέρμα), η πέλλα (επίσης δέρμα). Η λέξη δεν πρέπει να συγχέεται με την παλέτα, palette, που προέρχεται από το πήγνυμι.
  • pallid (= κατάχλωμος),
    από palleo (= είμαι ωχρός), ↔ πελιδνός.
  • palmary (= εξαιρετικός),
    από το λατινικό palmarius (= που αξίζει την παλάμη, palma).
  • palpable (= προφανής),
    από το λατινικό palpo (= αγγίζω ελαφρά), από το πάλλω, ↔ ψάλλω που αρχικά σήμαινε «αρπίζω».
  • palpation (= ψηλάφηση),
    όπως το palpable.
  • palpitate (= πάλλω),
    όπως το palpable.
  • palsy (= παράλυσις),
    ομόρριζα.
  • paludarium. Αμετάφραστη λέξη για ένα μικρό τεχνητό οικοσύστημα οικοσύστημα, βλ. επόμενο λήμμα.
  • palustrine (= ελόβιος),
    από το λατινικό palus, paludis (= έλος), ↔ πλάδος (υγρασία, σήψη) και ίσως ο πηλός. Σημειώνεται ότι το palus σήμαινε επίσης τον πάσσαλο, βλ. pale.
  • pan (= τηγάνι),
    όπως η patina, μέσω γερμανικής λέξης, από την πατάνη (ρηχό πιάτο). Η έκφραση pan out (= επιτυγχάνω) προήλθε από τη διαδικασία ανάκτησης ψηγμάτων χρυσού από χρυσοφόρο άμμο σε ανάλογα δοχεία.
  • panacea (= πανάκεια),
    από παν + άκος / ακή (θεραπεία).
  • pander (= μαστροπός),
    από τον Πάνδαρο (παν + δέρω = γδέρνω), σπουδαίο τοξότη των Τρώων.
  • pane (= τζάμι, ρούχο, τμήμα τοίχου) από το πήνος (νήμα τυλιγμένο σε μασούρι) εξού το πηνίο, της ρίζας pan- ή (s)pen-.
  • panel (= πάνελ),
    όπως το pane.
  • paniculate (= φουντωτός). Πρόκειται για βοτανικό όρο αναφερόμενο στη μορφή των ανθέων, από τη λατινική λέξη panicula, υποκοριστικό του panus
    (= πήνος ή πήνη), δηλ. τούφα, φούντα, το νήμα από το μασούρι της σαΐτας, εξού το πηνίο = αδράχτι.
  • pannier (= καλάθι τροφίμων),
    αυτούσια η γαλλική λέξη, από pain, στα λατινικά panis (= ψωμί), όπως το appanage.
  • pant (= αγκομαχώ),
    από τη φαντασία, fantasy, της ρίζας bha-1 (= λάμπω) του φαίνω. Σημειώνεται ότι τα περισσότερα παράγωγα γράφονται με ph, όπως το phantasm.
  • parade (= παρέλαση, αγορά),
    από το λατινικό paro (= παράγω, ετοιμάζω), ↔ πείρα, πείρω (διαπερνώ), της ρίζας pere-2 (= παράγω).
  • paradise (= παράδεισος),
    περσικής καταγωγής, από τις ρίζες per-1 (= εμπρός) + dheigh- / dih- (= σχηματίζω), ↔ τείχος.
  • paraffin (= παραφίνη). Σύνθετη λέξη από parum + affinis. Το πρώτο συστατικό, parum
    (= ολίγος), είναι της ρίζας pau-1 (= μικρός, λίγος), από την οποία σχηματίστηκαν λέξεις όπως παίς, πώλος, πουλέν, πουλί. Για το δεύτερο συστατικό βλ. affinity.
  • paragon (= υπόδειγμα),
    από παρακονάω (τροχίζω, οξύνω), από την ακόνη, της ρίζας ak-, ↔ ακούω (ακ- + ους).
  • parapente (= παραπέντε),
    η παραπλανητική κατά λέξη μετάφραση είναι αντί για το περιφραστικό «εξασκώ αιωροπτερισμό». Η λέξη, αρχικά γαλλική, προφέρεται «παραπάντ», είναι από parachute (= αλεξίπτωτο) + pente (= πλαγιά, κλίση), από το pendo (= κρέμομαι).
  • paraphernalia, αμιγής ελληνική λέξη για όσα συνοδεύουν την προίκα, φερνή.
  • parcel (= δέμα),
    από το λατινικό particula (= μικρό τμήμα), όπως το part.
  • parch (= ξηραίνω),
    όπως το desiccate (= ξηραίνω) ή όπως το perish.
  • pardon (= συγχωρώ, συγγνώμη),
    από το λατινικό perdono, από per (= περί, παρά, εδώ πλήρως) + dono (= δίνω), ↔ δώρο.
  • pare (= ελαττώνω, ξεφλουδίζω),
    από το λατινικό pareo / paro (= εμφανίζομαι, παράγω), από παρέω / πάρειμι (βρίσκομαι κοντά), ↔ πόρις / πόρτις (δαμάλι), της ρίζας pere-1 (= παράγω).
  • paregoric (= παυσίπονο),
    της ρίζας ger- (= συνάθροιση), ↔ aggregate, αγορά.
  • parent (= γονιός),
    όπως το pare.
  • parish (= ενορία, συνοικία),
    από τη λατινική parochia, την παροικία, παρά + ρίζα weik-1 (= φυλή), ↔ diocese, nasty, eco-, οίκος.
  • parkour (= παρκούρ),
    σχετικά νέος αθλητικός όρος, από το γαλλικό parcours (= πορεία), της ρίζας kers- (= τρέχω), ↔ course, charge, τζαρτζάρω, επίκουρος.
  • parlance (= ιδιόλεκτο),
    της ρίζας gwele- (= βάλλω), ↔ βολή, palaver, kill, problem.
  • parley (= διαπραγματεύομαι, συζητώ),
    από το λατινικό parabolο (= ομιλώ με παραβολές).
  • parlous (= επικίνδυνος),
    από συγκοπή του perilous, βλ. peril.
  • parochial (= στενοκέφαλος, κατά λέξη «ενορίτης»),
    όπως το parish.
  • parsley (= μαϊντανός),
    από πέτρα + σέλινο.
  • parson (= εφημέριος),
    όπως το person.
  • part (= τμήμα),
    από το λατινικό pars, partis (= μέρος, τμήμα), της ρίζας pere-1 (= παράγω) ή pere-2 (= παρέχω), ↔ πέπρωται. εναλλακτικά από το πέρνημι (πουλώ), ↔ πόρνη, πόρος. Αναφέρεται ότι το πορνό έχει ταξιδέψει ως την Ιαπωνία, όπου έχει γίνει poronu!
  • partake (= συμμετέχω),
    όπως το apportion.
  • participate (= συμμετέχω),
    από per + capio (= αρπάζω), κάπτω.
  • particle (= σωματίδιο),
    από το λατινικό pars (= τμήμα), βλ. part.
  • partition (= διαιρώ, κατανομή),
    όπως το part.
  • partner (= παρτενέρ, σύντροφος),
    όπως το apportion.
  • partridge (= πέρδικα),
    λέξεις ομόρριζες, ηχομιμητικές, όπως και τα fart, πέρδομαι.
  • parturient (= επίτοκος),
    από το λατινικό pario (= γεννώ), της ρίζας pere-2 (= παρέχω) ή pere-1 (= παράγω), ↔ empire, parent, part, προς, πέραν, πρέσβυς.
  • parturition (= τοκετός),
    όπως το parturient.
  • party (= κόμμα, πάρτι),
    όπως το apportion.
  • parvenu (= νεόπλουτος),
    από τα γαλλικά, από το λατινικό venio (= έρχομαι), της ρίζας gwa- / gwem-, ↔ βαίνω, acrobat.
  • pasha (= πασάς),
    σύνθετη λέξη, περσικής προέλευσης, της ρίζας poti- (= πόσις, δυνατός), ↔ power, δεσπότης, οσποδάρος + shah (= σάχης), της ρίζας tke- (= αποκτώ δύναμη), ↔ κτάομαι (αποκτώ), check (= σκάκι), satrap. Από τις δύο παραπάνω ρίζες προήλθε και ο τούρκος πατισάχ.
  • passenger (= επιβάτης),
    από το γαλλικό passage (= πέρασμα), το λατινικό passum, μετοχή του pando (= εκτείνω χέρια ή πόδια), ή από το passo (= βαδίζω), ↔ πετάννυμι (απλώνω), βλ. passim.
  • passim (= σποράδην),
    κατευθείαν από ρηματικό τύπο του λατινικού pando (= διασπείρω), της ρίζας pete- (= απλώνω), ↔ πέταλο, πάσο, πασάρω, πασαρέλα.
  • passion (= πάθος),
    από το λατινικό patior (= υποφέρω), ↔ παθέω, πάσχω, πένθος, της ρίζας kwenth-.
  • passive (= παθητικός),
    όπως τo passion.
  • passport (= διαβατήριο),
    το πρώτο συνθετικό όπως το passenger, το δεύτερο από το πόρος.
  • pastoral (= ποιμενικός),
    ομόρριζα, της ρίζας pa- / pat- (= τρέφω), του πατέομαι (τρέφω).
  • paten (= δίσκος της θείας ευχαριστίας),
    λέγεται και diskos, από το pan.
  • path (= οδός, μονοπάτι),
    από το αρχαίο πάτος (οδός), του πατέω (περπατώ), της ρίζας pent-, ↔ πόντος, που δε σχετίζεται με τα πέντε, πατέομαι (τρώγω).
  • pathos (= πάθος),
    επίσης σε λέξεις με επιμέρους συστατικό patho- / -pathic, της ρίζας kwent(h)- (= υποφέρω), ↔ πένθος, όχι όμως πενθερός.
  • patina (= πατίνα),
    η σκουριά του χαλκού, από το λατινικό pateo (= απλώνομαι), ↔ πετάννυμι, πίτνημι (απλώνω), πατάνη (ρηχό πιάτο), της ρίζας pete-.
  • patio (= εσωτερική αυλή),
    από τη μετοχή pactum του pago (= στερεώνω), της ρίζας pag- (= πήγνυμι, μπήγω). Δε σχετίζεται με το spatium (= space, έκταση γης) που είναι άγνωστης ετυμολογίας.
  • patrimony (= κληρονομιά),
    από το λατινικό pater, πατήρ, ↔ Jupiter (= Δίας).
  • patron (= χορηγός, πελάτης, πατρονάρω, πατρόν),
    βλ. patrimony.
  • pattern (= σχέδιο),
    από το λατινικό patronus (= προστάτης), από τον πατέρα, ↔ father, πατρόν.
  • paucity (= έλλειψη),
    από το λατινικό paucus (= μερικοί), ↔ παύω, παύρος (μικρός), της ρίζας pau- / pu- (= μικρός).
  • paunch (= κοιλιά),
    από τα λατινικά pantex, panus (= φούσκωμα), συγγενή με το αρχαίο πήνος (νήμα, ιστός), της ρίζας pank-. Από εδώ προήλθαν το ιταλικό μπέικον, pancetta / pancia, και η δική μας παντσέτα.
  • pauper (= άπορος),
    όπως το paucity.
  • pave (= ασφαλτοστρώνω, δείχνω τον δρόμο),
    από το παίω (χτυπώ), γνωστό από το παραπαίω, ↔ pavement.
  • pavilion (= περίπτερο),
    από τη λατινική papilio (= πεταλούδα), της ρίζας pal- (= αγγίζω), ↔ ηπίολος (νυχτοπεταλούδα).
  • pea (= πίσον),
    το μπιζέλι, όλα ομόρριζα.
  • peace (= ειρήνη),
    από το λατινικό pax (= ειρήνη), ↔ πήγνυμι.
  • peach. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη είναι το ροδάκινο, από το λατινικό malum persicum (= μήλον περσικόν) που εξελίχθηκε σε pessica και pesca. Να σημειωθεί ότι Περσία ήταν η ελληνική ονομασία του αρχαίου Ιράν, όχι από τον μυθολογικό Περσέα, αλλά από την επαρχία Parsa της φυλής των Pars, από fars
    (= ιππέας), που μιλούσαν τη γλώσσα φαρσί. Το δεύτερο peach (= κατηγορώ) χρησιμοποιείται κυρίως στο impeach.
  • peacock (= παγώνι),
    από το λατινικό pavo, ο αρχαίος ταώς + cock (= κόκκορας), λέξη ηχοποίητη.
  • peal (= κουδουνίζω),
    όπως το appeal.
  • peanut (= φιστίκι),
    από pea + nut (= καρύδι), από το λατινικό nux, ↔ nuclear (= πυρηνικός), νουκλεϊκά οξέα, π.χ. DNA = deoxy-nucleic acid.
  • pear (= αχλάδι, απίδι),
    ↔ άπιον, στα λατινικά pirum / pyrum, εξού pyriform (= απιοειδής).
  • pearl (= πέρλα, μαργαριτάρι),
    από το λατινικό pernula, υποκοριστικό του perna (= πτέρνα). Η λέξη perna σήμαινε επίσης το χοιρομέρι και ο συσχετισμός συνίσταται στην ομοιότητά του ως προς το σχήμα με τα μύδια και στρείδια που περιείχαν μαργαριτάρια.
  • peccadillo (= μικρό αμάρτημα),
    ισπανική λέξη, από τη λατινική pecco (= κάνω λάθος), όπως το impeccable.
  • peccant (= αμαρτωλός),
    όπως το impeccable.
  • pecten. Πρόκειται για επιστημονικό όρο, ανατομικό (για οστά) και ζωολογικό για το θαλάσσιο χτένι, του γένους Pecten, από το πέκω (χτενίζω, κουρεύω). Στα λατινικά pecten = χτένα, κτεις στα αρχαία.
  • pectin (= πηκτίνη),
    συστατικό των φρούτων, από το πήζω.
  • pecuniary (= χρηματικός),
    από το λατινικό pecunia (= ζωικό κεφάλαιο), από το pecus (= πρόβατο), ↔ πέκω (κουρεύω, χτενίζω, ξαίνω).
  • pedal (= πεντάλ, πετάλι),
    από το λατινικό pes, pedis, τον πόδα.
  • pedantic (= σχολαστικός),
    από το ιταλικό pedante (= διευθυντής σχολείου), από το λατινικό paedogogans, τον παιδαγωγό.
  • pedestal (= βάθρο),
    από pes, pedis (= πους).
  • pedestrian (= πεζός),
    όπως το pedal.
  • pedigree (= καταγωγή, γενεαλογικό πιστοποιητικό),
    από pes (= πους) + grus (= γερανός στα γαλλικά), επειδή το γενεαλογικό διάγραμμα υποτίθεται ότι μοιάζει με το πόδι του πουλιού.
  • peel (= ξεφλουδίζω),
    από pilus (= τρίχα), πιλόω (συμπιέζω ή αποξέω).
  • peevish (= ευέξαπτος),
    από το επίθετο pervert (= διεστραμμένος), από per + verto (= γυρίζω), από το τρέπω, της ρίζας wer-2 (= στρίβω, λυγίζω), βλ. awry.
  • peg (= μανταλάκι),
    της ρίζας bak- (= στήριγμα), ↔ βακτηρία.
  • pelican (= πελεκάνος),
    από τον ασσυριακής καταγωγής πέλεκυ με τον οποίο μοιάζει το ράμφος του.
  • pellagra (= πελλάγρα),
    σύνθετη λέξη από το λατινικό pellis (= δέρμα), της ρίζας pel-1, ↔ πολιός + άγρω (αρπάζω).
  • pellet (= σφαιρίδιο),
    από pila (= μπάλα), πιλόω (συμπιέζω).
  • pellucid (= διαυγής),
    από per + luceo (= φωτίζω), από lux, ↔ λύκη, λευκός.
  • pelt (= δέρμα, τομάρι),
    από το λατινικό pellis (= δέρμα), ↔ πέλτη, πέλμα, πελταστής.
  • pelvis (= λεκάνη),
    από την πύελο (σκάφη), πιθανώς από το πλύνω. Κατ’ άλλη εκδοχή από το αρχαίο πήληξ (κράνος).
  • penal (= ποινικός, σωφρονιστικός),
    από την ποινή, της ρίζας kwei- (= ποινή), ↔ τιμή.
  • penchant (= κλίση, αρέσκεια),
    από το pendo, ↔ πονώ, της ρίζας (s)pen-.
  • pendant (= μενταγιόν, κρεμαστός),
    από το pendo, ↔ πονώ, της ρίζας (s)pen-.
  • peninsula (= χερσόνησος),
    από τα λατινικά paene (= σχεδόν) + insula (= νησί). Το paene προήλθε από το patior (= υποφέρω), ↔ passion, penitence. το insula από τα en + salum, δηλ. ενάλιος.
  • penitence (= μεταμέλεια),
    από πήμα (καταστροφή) / πημαίνω (αφανίζω), της ρίζας pe- / peh1 (= βλάπτω), ↔ πηρός (άρτιος), ανάπηρος. εναλλακτικά από το paene (προηγούμενο λήμμα).
  • pennate (= φτερωτός),
    της ρίζας pet- (= πετώ), ↔ πίπτω / πτώμα.
  • pennyroyal (= φλισκούνι),
    το πρώτο συνθετικό από το λατινικό puleium (= θυμάρι), πιθανό ομόρριζο με το αρχαίο βότανο βλήχων.
  • pensive (= στοχαστικός),
    από τα λατινικά pendo (= ζυγίζω), pendeo (= κρεμώ), ↔ σπένδω (ραντίζω), σπονδή, πονέω (εργάζομαι σκληρά), της ρίζας (s)pend- (= τεντώνω).
  • penthouse (= ρετιρέ),
    δεν έχει σχέση με το house, καθως προέρχεται από το λατινικό appendicium, από το append (= προσθέτω, συνδέω), των pendo / σπένδω.
  • penury (= πενία, έλλειψη),
    από πένομαι, ↔ πενιχρός, πόνος. Εναλλακτικά όπως το penitence.
  • perambulator (= καροτσάκι μωρών, συντομογραφημένο pram),
    από per- + ambulo (= περπατώ), βλ. amble. Το πρόθεμα per- είναι από τη λατινική πρόθεση per (= πλήρως, διαμέσου), της ρίζας per-1 (= μπροστά) που απαντά ως πρόθεμα σε λέξεις με τις εξής μορφές: for-, fore-, par-, para-, per-, peri-, por, prae-, pre-, pri-, pro-.
  • perceive (= αντιλαμβάνομαι),
    από per + capio (= αρπάζω), από το κάπτω.
  • perceptible (= αισθητός),
    όπως το conceit.
  • perch. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «πέρκα», από το αρχαίο περκνός (σκούρος), ενώ η δεύτερη σημαίνει «κουρνιάζω», γερμανικής καταγωγής.
  • percolate (= φιλτράρω),
    όπως το colander.
  • perdition (= καταστροφή),
    από do (= δίδω).
  • peremptory (= αποφασιστικός),
    από το λατινικό emo (= αγοράζω), ↔ νέμω, της ρίζας em-.
  • perennial (= πολυετής),
    από per + annus / ennus (= έτος), το αρχαίο ένος.
  • perestroika (= περεστρόικα, κατά λέξη «ξαναφτιαγμένος»),
    σύνθετη ρωσική λέξη από τις ρίζες per-1 (παρά, περί) + stere- (= απλώνω), ↔ στρώννυμι / στόρνυμι, construct, structure, substrate.
  • perfect (= τέλειος),
    από per + facio.
  • perfidy (= απιστία, προδοσία),
    από το λατινικό fides, ↔ πίστη, της ρίζας bheidh-.
  • perforated (= διάτρητος),
    βλ. foraminous.
  • perfunctory (= βιαστικός, επιπόλαιος),
    από το λατινικό fruor (= απολαμβάνω), της ρίζας bhrug- (= απολαμβάνω, αγροτικά προϊόντα), ↔ ρύομαι (= σώζω). εναλλακτικά από perfungo (= ασχολούμαι), fungo (= απολαμβάνω), της ρίζας bheug-, ↔ φεύγω.
  • perfuse (= διαποτίζω),
    της ρίζας gheu- (= χύνω), όπως το fuse.
  • perigee (= περίγειο),
    με σπάνια κατάληξη για ελληνογενή λέξη.
  • peril (= κίνδυνος),
    από το λατινικό periculum, της ρίζας per-3 (= προσπαθώ), ↔ πείρα (δοκιμή), expert, fear.
  • perilous (= επικίνδυνος),
    όπως το peril.
  • perish (= χάνομαι),
    από το λατινικό periri, από per + το απαρέμφατο ire του eo (= πηγαίνω), με ανάλογα τα είμι και ίημι.
  • permeable (= διαπερατός),
    από per + το λατινικό meo (= διαβαίνω), της ρίζας mei-1.
  • permeate (= διεισδύω),
    όπως το permeable.
  • permute (= μεταθέτω),
    όπως το permeable.
  • pernicious (= καταστροφικός),
    από τις ρίζες per-1 (= προ) + nek- (= νεκρός).
  • perorate (= μακρηγορώ, ανακεφαλαιώνω),
    όπως το oratory.
  • perpetrator (= δράστης),
    από τα λατινικά per- (= δηλώνει πληρότητα) + patro (= φέρνω στον κόσμο, προκαλώ), ↔ πατήρ, από την κραυγή των νηπίων, πα.
  • perpetual (= διαρκής),
    από per + peto (= ερωτώ), ↔ πέτομαι (πετώ).
  • perplexity (= αμηχανία),
    από το πλέκω.
  • perseverance (= επιμονή),
    από per + severe (= σοβαρός), από το αρχαίο σεβηρός, από το σέβας ή από τη ρίζα του έχω ή από τα λατινικά se + vero (= χωρίς συμπάθεια).
  • perspicacious (= οξυδερκής, διορατικός),
    της ρίζας spek- (= παρατηρώ), ↔ σκοπώ.
  • perspicuous (= σαφής),
    όπως το conspicuous.
  • perspire (= ιδρώνω),
    από per + spiro (= αναπνέω), ↔ spirit, σπαίρω (σπαρταρώ), μάλλον ηχοποίητα.
  • persuade (= πείθω),
    από suadeo (= συστήνω), από suavis (= γλυκός), ↔ ηδύς (γλυκός), βλ. assuage. Εναλλακτικά από το αυδάω (ομιλώ).
  • pert (= φανερός),
    από τα λατινικά operio (= ανοίγω) και apertus (= ανοικτός), της ρίζας wer-4 (= καλύπτω), με αρκετές ελληνοποιημένες λέξεις που προήλθαν από τις γαλλο-αγγλικές aperitif, garage, garnish, guarantee, overture.
  • pertain (= ταιριάζω),
    από per + teneo (= τείνω).
  • pertinent (= σχετικός),
    από per + teneo (= τείνω).
  • perturb (= διαταράσσω),
    από τη λατινική turba (= στρόβιλος), ↔ τύρβη.
  • pervade (= διαχέομαι),
    από per + vado (= βαδίζω), ↔ βάω / βαίνω, βλ. invasive.
  • pervasive (= διαπεραστικός),
    όπως το pervade.
  • pervert (= διαφθείρω, διεστραμμένος),
    από τα λατινικά per + verto = (περιστρέφω, βλ. adverse).
  • pervious (= διαπερατός),
    από via (= οδός), της ρίζας wegh- (= πηγαίνω), ↔ έχω, vex.
  • pessimism (= πεσιμισμός),
    από τον συγκριτικό βαθμό του malus (= κακός), peior, ↔ pes / πους.
  • pester (= ενοχλώ, αρχικά βουλώνω),
    από τα λατινικά pastoria (= σκοινί), pastor (= ποιμήν, βοσκός) της ρίζας pa-. Ίσως επηρεασμένο από το pestis (= λοιμός, άγνωστης ετυμολογίας), αλλά η προέλευση από pastor έχει πιστοποιηθεί από ενδιάμεσες υστερολατινικές και γαλλικές λέξεις. Οι λέξεις pest, pestilence (= λοιμός, μάστιγα μεταφορικά) δεν είναι ομόρριζα και θεωρούνται άγνωστης ετυμολογίας.
  • petite (= μικροκαμωμένη γυναίκα),
    από το γαλλικό petit (= μικρός), ↔ παις, paucity, Paul, της ρίζας pau- / pu- (= μικρός).
  • petition (= αίτημα, συνήθως με λίστα υπογραφών),
    της ρίζας pet-, βλ. impetus.
  • petulant (= οξύθυμος),
    από peto (= ερωτώ) / πέτομαι (πετώ), της ρίζας pet-, ↔ πίτυλος (πλατάγισμα κουπιών), πιτσιλίζω.
  • pew (= πάγκος εκκλησίας),
    από pes / πους.
  • phaeton (= παετόνι),
    είδος άμαξας από το άρμα του Φαέθοντα, από φάος (φως), της ρίζας bha-1 (= λάμπω) + θέω (τρέχω).
  • phantom (= φάντασμα),
    από το φαίνω (λάμπω).
  • phantonym. Αμετάφραστη λέξη, από phantom + όνομα / όνυμα, λέγεται για λέξεις παραπλανητικής ετυμολογίας, όπως το noisome.
  • phengite (= φεγγίτης),
    όχι ο γνωστός φεγγίτης, αλλά αργιλοπυριτικό ημιδιαφανές ορυκτό, από τα φαίνω, φέγγος, φως.
  • philately (= φιλοτελισμός). Η μετάφραση ήταν ατυχής καθώς η δημιουργία της λέξης αποσκοπούσε στη διασαφήνιση ότι, με την καθιέρωση του γραμματοσήμου, τα τέλη που πλήρωνε ως τότε ο αποδέκτης έγιναν ατέλεια, αφού πλέον θα τα πλήρωνε ο αποστολέας.
  • phobia (= φοβία),
    από φαίβομαι (φεύγω έντρομος), της ρίζας bhegw- (= τρέχω).
  • phoney (= ψεύτικος),
    είναι η μόνη αγγλική λέξη που αρχίζει από ph- και δεν είναι ελληνικής προέλευσης, αλλά ιρλανδικής για το δαχτυλίδι.
  • phosphene (= φωσφαίνιο),
    από φως, φαίνω. είναι το φαινόμενο κατά το οποίο βλέπουμε με κλειστά μάτια κάτι που δεν υπάρχει, π.χ. από μηχανικό ερεθισμό. Επίσης, phοsphene είναι πρόσφατος χημικός όρος για μια μορφή διδιάστατου φωσφόρου, κατά ο γραφένιο.
  • Pictor (= ένας αστερισμός),
    λατινική λέξη για τον οκρίβαντα (καβαλέτο), ↔ πικρός, ποικίλος, picture, της ρίζας peig-1 (= χαράζω).
  • piecemeal (= σταδιακά),
    σύνθετη λέξη με πρώτο συστατικό κελτικής προέλευσης και το δεύτερο από meal (= τροφή, γεύμα), της ρίζας me- (= μετρώ).
  • pierce (= τρυπώ),
    από το λατινικό pertundo, per + tundo (= κτυπώ), ↔ τύκος (σφυρί, καλέμι), τείρω / τορέω (τρυπώ), από τις ρίζες tund- / (s)teu- (= ωθώ).
  • pigeon (= περιστέρι),
    ηχομιμητική λέξη γαλλικής προέλευσης, έχει δώσει το πιτσούνι.
  • pile, λέξη με πολλές σημασίες. #1. Pile (= συσσωρεύω, σωρός, αιμορροΐδες, ηλεκτρική στήλη, αντιδραστήρας),
    από τη λατινική pila (= κολώνα, μπάλα, γουδοχέρι), της ρίζας peys- (= συντρίβω), ↔ πτίσσω. #2. Pile (= πάσσαλος, πάλος, παλούκι), από το pilum (= ακόντιο), της ρίζας peys-. #3. Pile (= πέλος), από το λατινικό pilus (= τρίχα), της ρίζας pil-, όπως τα πιλόω (συμπιέζω),
  • pilgrim (= προσκυνητής),
    από το λατινικό peregrinus (= ξένος), από per (= πέραν) + ager (= αγρός).
  • pillar (= κολώνα, στύλος),
    όπως η pile #1.
  • pillion (= θέση συνεπιβάτη σε μοτοσικλέτα),
    αρχικά λεγόταν η δεύτερη, μικρότερη σέλα του αλόγου. από το λατινικό pellis (= δέρμα), την πέλλα (δέρμα), ↔ πήρα (σακούλα), πελιδνός, πέλμα, φιλμ.
  • pince-nez (= γυαλιά της μύτης, διπλωτά),
    γαλλική λέξη. για το πρώτο συνθετικό βλ. pinch, ενώ το δεύτερο ,στα αγγλικά nose, είναι από το λατινικό nasus.
  • pincers (= πένσα),
    όπως το pinch.
  • pinch (= τσιμπώ),
    από τα λατινικά punctum (= τρύπα), pungo (= τρυπώ), ↔ πυγμή, της ρίζας peuk-.
  • pine (= πεύκο),
    η αρχαία πίτυς, ↔ πίσσα, fat, πίων, πιμελή, πιδύω, διαπίδυσις, της ρίζας peie- / peyH- (= είμαι χονδρός, φουσκώνω).
  • pineal gland (= κωνάριο),
    αδένας του εγκεφάλου, όπως το pine.
  • pinion. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις παρόμοιας ετυμολογίας: η πρώτη σημαίνει «οδοντωτός τροχός», από το λατινικό pinna (= φτερό),
    ↔ πέν(ν)α. η δεύτερη σημαίνει «τμήμα φτερού» από το λατινικό φτερό, petna, της ρίζας peth- (= πετώ) / pet- (= ορμώ). εναλλακτικά από pinus (= πεύκο), πίτυς.
  • pious (= ευσεβής),
    από pure (= καθαρός), από το πυρ.
  • piscatorial (= αλιευτικός),
    από το λατινικό piscis (= ψάρι), κατά μια εκδοχή από το πίω / πίσκω (πίνω), ↔ πισίνα.
  • piston (= πιστόνι),
    από τη λατινική μετοχή pistus του pinso (= κτυπώ), ↔ παίω (κτυπώ), πτίσσω (κοπανίζω), Παίων, βλ. pit.
  • pit (= τρύπα, πηγάδι, λατομείο),
    ↔ παίω, παιάν, armpit, cockpit, της ρίζας pau-2 / paut- (= χτυπώ, κόβω). Ένα άλλο pit (= κουκούτσι) είναι γερμανικής πρέλευσης.
  • pitcher (= κανάτα),
    από τον αρχαίο βίκο, όπως το beaker.
  • pituitary (εννοείται gland = η υπόφυση), από το λατινικό pituita
    (= μύξα), της ρίζας peie- (= φουσκώνω), όπως πίων (= παχύς), Πιερία και το άκλιτο πίαρ (λίπος), της ρίζας poid- (= παχύς, γεμάτος υγρό), ↔ πιδύω (αναβλύζω), πίδαξ. Η ονομασία δόθηκε επειδή παλιότερα γινόταν δεκτό ότι από την υπόφυση παραγόταν η μύξα!
  • pity (= ευσπλαχνία),
    όπως το pious.
  • place (= πλατεία, τοποθετώ, πλασάρω),
    από την πλατεία οδό. ο πλατύς είναι της ρίζας pele- / pleh-2 (= επίπεδος), βλ. plate.
  • placenta (= πλακούς, αρχικά γλύκισμα),
    από πλατύς, πλαξ, της ρίζας plak-2 (= κτυπώ), ↔ πλήσσω, πλάζω.
  • plagiarism (= λογοκλοπή),
    από το λατινικό plagium (= απαγωγή), από τον πλάγιο που σήμαινε μεταφορικά «δόλιος», εξού το λατινικό plaga (= δίχτυ), της ρίζας pela- (= ευρύς, επίπεδος).
  • plaint (= διαμαρτυρία),
    της ρίζας plak-2 (= κτυπώ), ↔ πλήσσω, πλάζω.
  • plait (= πλεξούδα),
    από plecto (= πλέκω), βλ. plexus.
  • plan (= πλάνο, σχεδιάζω),
    από το plant (= φυτό), ένα σχέδιο που αποτυπώνεται στο έδαφος, της ρίζας plak-1 / pleh-2 / pele- / pela- (= επίπεδος), ↔ πλαξ, πλαδαρός.
  • planche (= σανίδα),
    από την πλάκα, της ρίζας plak-1 (= επίπεδος).
  • planchet (= μικρός μεταλλικός δίσκος),
    υποκοριστικό του planch.
  • plangent (= ηχηρός, γοερός),
    της ρίζας plak-2 (= κτυπώ), ↔ πλήσσω, πλάζω.
  • plangorous (= βοερός, συνήθως σε θρήνο),
    από το λατινικό plango (= κτυπώ το στήθος), ↔ πλήττω.
  • plankton (= πλανκτόν),
    από το αρχαίο πλάζω (περιπλανώμαι), της ρίζας plak-2 (= πλήσσω).
  • plank (= σανίδα),
    από το λατινικό plancus (= πλατύς), της ρίζας plak-1 (= επίπεδος, flat), ↔ πλαξ.
  • plantain. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «μπανάνα», από την ισπανική platano, από γλώσσα ιθαγενών της Καραϊβικής. Η δεύτερη σημαίνει «ζιζάνιο», από το λατινικό plantago, φυτό με πλατιά φύλλα, βλ. plantation.
  • plantation (= φυτεία),
    της ρίζας plat- (= απλώνομαι), ↔ πλατύς.
  • plaster (= σοβάς, αυτοκόλλητο επίθεμα),
    από το έμπλαστρον, της ρίζας pele- (= επίπεδος) του πλάθω, βλ. plate.
  • plate (= πιάτο),
    της ρίζας pele- / plat (= επίπεδος), ↔ πλαξ, πλάτανος, πλακούς, πέλαγος, πλαίσιο, πλάζω (= περιπλανώμαι = plango, εξού το πλαγκτόν), πλήσσω, πλάσσω (πλάθω), πλάσμα, πλαστός, πλαστικός, πλάνη, πλανήτης, πληγή, πλήξη, , Πλάτων, έκπαγλος (εκθαμβωτικός, καταπληκτικός, από το πάλγος, από το πλήσσω).
  • platinum (= λευκόχρυσος, πλατίνα). Η λέξη στα ισπανικά είναι υποκοριστικό του αργύρου, plata, που ονομάστηκε έτσι από την έκφραση plata d’ argento, δηλαδή έλασμα αργύρου, άρα η προέλευση είναι από το πλάτος.
  • plausible (= εύλογος),
    από το plaudο (= κτυπώ), ↔ πλήσσω.
  • play (= παίζω),
    της ρίζας dlegh- (= ικανοποιώ) που εμφανίζεται στον ελληνοποιημένο πλεϊμπόι.
  • plaza (= πλατεία),
    λέξεις ομόρριζες, όπως η πλαζ, της ρίζας plat- / pele-2 (= απλώνω), ↔ flat, clan.
  • plead (= επικαλούμαι, δηλώνω, παρακαλώ),
    της ρίζας pl(e)hk- (= ευχαριστώ), ↔ please, ή της ρίζας plak-1 (= επίπεδος, flat). Μια άλλη άποψη το συνδέει με τη ρίζα του πλήσσω.
  • please (= παρακαλώ),
    όπως το plead.
  • pleat (= πιέτα),
    από το plecto (= πλέκω).
  • plebeian (= πληβείος),
    όπως το επόμενο.
  • plebiscite (= δημοψήφισμα),
    σύνθετη λέξη με πρώτο συστατικό από το λατινικό plebs (= πληβείος), του πίμπλημι (γεμίζω), της ρίζας pele-1 (= πολύς), ↔ πλήθος, πλήρης, πλούτος. το δεύτερο συστατικό είναι από το scio (= γνωρίζω), της ρίζας skei- (= σκίζω), ↔ science.
  • pledge (= ορκίζομαι, υπόσχεση),
    της ρίζας dlegh- (= ικανοποιώ), όπως το play.
  • Pleiades (= Πλειάδες),
    ο αστερισμός γνωστός και ως Πούλια, από τις μυθολογικές Πλειάδες, κόρες της Πλειόνης, της ρίζας pel-1 (= ωχρός), ↔ πελιός (υπόμαυρος).
  • plenary (= πλήρης, ολομέλεια),
    από plenus (= πλήρης), από το πίμπλημι, βλ. plebiscite.
  • plenty (= άφθονος),
    όπως το plenary.
  • plexus (= πλέγμα),
    από το λατινικό plecto / plico (= πλέκω), της ρίζας plek- (= πλέκω).
  • pliant (= εύκαμπτος),
    όπως το plexus.
  • pliers (= πένσα),
    όπως το plexus.
  • plight (= κακή κατάσταση),
    όπως το plexus.
  • ploidy (= απλοειδής, αριθμός χρωμοσωμάτων),
    από απλός, άμα, της ρίζας sem-, + είδος.
  • plough (= άροτρο),
    από το λατινικό plaustrum (= κάρο), ↔ πλέω, της ρίζας plew- (= πετώ, fly).
  • pluck (= μαδώ, νύσσω, αρπίζω),
    από pilus (= τρίχα), από το πιλόω (συμπιέζω συμπιέζω ή αποξέω), ↔ πίλημα, αποτελούμενο από συμπιεσμένες τρίχες.
  • plum (= δαμάσκηνο),
    από το αρχαίο προύμνον, ασιατικής προέλευσης.
  • plumb (= κατακόρυφος),
    από το λατινικό plumbum (= μόλυβδος).
  • plume (= λοφίο, φτερό),
    από το λατινικό pluma (= φτερό), από όπου έχουμε τον πλουμιστό, συγγενή με το πλέω, της ρίζας plew- (= πετώ, fly).
  • plummet (= πέφτω απότομα),
    από τον λατινικό μόλυβδο, plumbum (oμόρριζα), από όπου προέρχονται τα plumber, plunge, aplomb, plumbago και επίσης τα πλονζόν, μολυβδοκόνδυλο. Η ασθένεια μολυβδίαση δεν έχει αντίστοιχο αγγλικό όρο. κάποια επιστημονικά δεδομένα αναφέρονται στα μυθιστορήματα Ανήσυχος Δεκέμβρης, του Saul Bellow, και Ο τελευταίος Έλληνας του Άρη Φιορέτου.
  • plumose (= φτερωτός),
    όπως το plume.
  • plumy (= φτερωτός),
    όπως το plumose.
  • plus (= συν),
    από την ίδια λατινική λέξη, συγκριτικός βαθμός του multus (= πολύς), ομόρριζα.
  • plush (= πολυτελής),
    από το γαλλικό peluche (= τριχωτό ύφασμα), όπως το pluck.
  • pluvial (= βροχερός, βρόχινος),
    ↔ πλύνω / πλέω / πλώω.
  • ply (= διπλώνω),
    από το plecto ή plico (= πλέκω).
  • pneumonia (= πνευμονία),
    όχι από το πνέω αλλά από το πλέω, της ρίζας pleu- (= ρέω).
  • podium (= βάθρο),
    από τον πόδα.
  • poetry (= ποίηση),
    από το αρχαίο ποιέω, της ρίζας kwei- (= μαζεύω). Συμπτωματικά (;) η ίδια ρίζα σημαίνει «συρίζω», με παράγωγο το νορβηγικής προέλευσης whisper (= ψίθυρος).
  • poignancy (= θλίψη),
    από ↔ pugnus (= πυγμή), της ρίζας peuk- (= τρυπώ).
  • point (= σημείο),
    από το λατινικό pungo (= τρυπώ), της ρίζας pewk-, ↔ πυγμή.
  • poise (= ισορροπώ, κορμοστασιά, μονάδα του ιξώδους),
    από το λατινικό pendo (= ζυγίζω, πληρώνω), ↔ σπονδή.
  • poison (= δηλητήριο),
    από το πίνω με τη μεσολάβηση του potion (= μαγικό φίλτρο).
  • polish (= στιλβώνω),
    της ρίζας pel-5 (= κτυπώ), ↔ πάλλω.
  • polite (= ευγενής),
    από το λατινικό ρήμα polio (= στιλβώνω), όπως το polish. Το επίθετο politic και ο πολιτικός προέρχονται από την πόλη.
  • pollen (= γύρη),
    από την πάλη / παιπάλη (άχνη αλεύρου), από το πάλλω (κατά το κοσκίνισμα), ↔ πολτός, πολέντα. Παλή λεγόταν η ψιλή άμμος με την οποία οι παλαιστές πασπάλιζαν το σώμα τους μετά την επάλειψη με λάδι. Το λατινικό αντίστοιχο, pulvis, έχει δώσει τη γερμανική πυρίτιδα, Ρulver, και το αγγλικό pulverize (= κονιοποιώ).
  • pollination (= επικονίαση),
    όπως η pollen.
  • pollution (= ρύπανση),
    από τα λατινικά polluο (= ρυπαίνω), από por (= προ) + luo της ρίζας leu- για τη βρώμα, ↔ λύμα (ακάθαρτο υγρό), λυμαίνομαι (προξενώ καταστροφές)
  • poltroon (= δειλός),
    από την ιταλική poltrona (= πολυθρόνα), της ρίζας pau-1 (= μικρός, λίγος), ↔ poor, pupil, παις.
  • pompous (= πομπώδης),
    από το πέμπω. Η γαλλική λέξη pompe (= αντλία, pump) είναι γερμανικής προέλευσης, ηχομιμητική.
  • ponder (= συλλογίζομαι, μεταφορικά ζυγιάζω με το νου),
    όπως το pensive.
  • ponderous (= βαρύς),
    όπως το ponder.
  • poniard (= στιλέτο),
    από pugnus (= πυγμή), ομόρριζα.
  • pontoon. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «πλωτήρας, βάρκα χωρίς καρίνα», όπως η ποταμίσια punt, από τη λατινική γέφυρα, pons, ενώ η δεύτερη είναι «παιχνίδι με χαρτιά», από το γαλλικό vingt-et-un (= 21).
  • pool (= ομάδα, ενώνω),
    από το γαλλικό poule (= κότα), από το λατινικό pullus (= πώλος), νεαρό ζώο, συγγενές με παις, της ρίζας pau-1. Υπάρχει και μια άλλη pool (= λίμνη), γερμανικής προέλευσης.
  • poor (= φτωχός),
    από τα λατινικά paucus (= λίγος) ή pauper (= φτωχός), parvus (= παύρος, μικρός, λίγος), ↔ παις, πώλος, της ρίζας pau-1 ή της ρίζας pere-1.
  • population (= πληθυσμός),
    από το λατινικό pleo), ↔ πίμπλημι, της ρίζας pleh-1 (= γεμίζω).
  • porcelain (= πορσελάνη),
    από την ιταλική λέξη porcellana, για το θαλάσσιο σαλιγκάρι (κώνο) Monetaria moneta, στα αγγλικά cowrie shell, η λαμπερή ημιδιαφανής όψη του οποίου μοιάζει με την πορσελάνη. Η porcellana προήλθε από την porcella (= νεαρή γουρούνα), ↔ πόρκος, επειδή η σχισμή του κοχυλιού θυμίζει τα γεννητικά όργανα του ζώου! Το επιστημονικό όνομα σχετίζεται με το χρήμα, money, μονέδα, λόγω της χρήσης του κοχυλιού ως νομίσματος.
  • porch (= βεράντα),
    από το λατινικό porticus (= σκεπαστή στοά), της ρίζας per-2 (= οδηγώ), όπως τα πόρτα, πόρος.
  • porpoise (= δελφίνι),
    από το λατινικό porcopiscis (= χοίρος + ψάρι).
  • porrect (= απλώνω),
    της ρίζας reg- (= κινούμαι ευθέως), ↔ όρεξις, ρήγας.
  • porta (= πόρτα),
    από τον παρακείμενο πέπορται του πείρω (= εισχωρώ), από όπου προκύπτει ο πόρος ή από το porto (= φέρω, παρακείμενος πέφορται), της ρίζας per-2 (= οδηγώ). Είναι αξιοσημείωτο ότι η ιταλική porta έγινε και αγγλική, με παράγωγο τον πορτιέρη, porter.
  • portend (= προμηνύω, προφητεύω),
    από por- = pro- + tendo (= τείνω), της ρίζας ten-.
  • portentous (= θαυμαστός, τερατώδης),
    όπως το portend.
  • porticus (= κιονοστοιχία ),
    όπως το porch.
  • portion (= μερίδα),
    από pars, βλ. part.
  • portly (= ευτραφής),
    από το port (= λιμάνι), από τον πόρο.
  • pose (= ποζάρω, υποθέτω),
    από το γαλλικό poser, από το λατινικό pauso, από την παύση και όχι από το pono, βλ. και position.
  • posit (= βεβαιώνω),
    βλ. position.
  • position (= θέση),
    από τη μετοχή positus του λατινικού pono, όπως το positive. Μια άλλη εκδοχή ωστόσο το θεωρείται ως παράγωγο του pauso, βλ. pose.
  • positive (= θετικός),
    από το pono (= θέτω), από apo- (από ab = προ) + sino = βάζω, επιτρέπω), της ρίζας tkei- / tkey- (= καλλιεργώ, εγκαθίσταμαι), ↔ κώμη, αμφικτυονία, home, hangar, haunt. κατά μια άλλη εκδοχή από το αρχαίο βουνέω / βωνώ (συσσωρεύω, υψώνω).
  • post. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. #1. Σημαίνει «μετά», από το από. #2. Σημαίνει «θέση, πόστο», από το pono. #3. Σημαίνει «ταχυδρομείο», από pro + sto, όπως η λατινική πόρτα, postis.
  • postpone (= αναβάλλω),
    από post + pono (= θέτω).
  • posture (= στάση, προσποιούμαι),
    από το pono (= θέτω).
  • posy (= μπουκέτο),
    από poesy / ποίηση.
  • pot (= δοχείο, γλάστρα),
    από το πίνω με τη μεσολάβηση του potion.
  • potion (= μαγικό φίλτρο),
    όπως το pot.
  • pounce (= ορμώ),
    από point (βλ. appoint).
  • pour (= χύνω, ρίχνω),
    από το pure.
  • poverty (= φτώχεια),
    όπως το poor.
  • praise (= επαινώ),
    όπως το appraise.
  • prayer (= προσευχή),
    από το λατινικό precor (= προσεύχομαι), τς ρίζας prek-, πιθανώς ↔ βρέχομαι (εννοείται από δάκρυα).
  • preach (= κηρύσσω),
    από τα λατινικά prae (= προ) + dico (= λέγω), ↔ δείκνυμι, δείγμα, δίκη.
  • preamble (= πρόλογος ομιλίας),
    από το λατινικό ambulo (= περπατώ), βλ. amble.
  • precarious (= αβέβαιος),
    από τη ρίζα kere-, βλ. caries.
  • precaution (= προφύλαξη),
    από caution (= προσοχή), από ρίζα που αποδίδεται με πέντε διαφορετικούς τρόπους, συνήθως ως keu- / skeue- (= προσέχω, αντιλαμβάνομαι).
  • precedent (= προηγούμενο),
    από pre (= προ) + cedo (= υποχωρώ), όπως το accede.
  • precept (= κανόνας),
    από pre + capio (= αρπάζω), κάπτω.
  • precious (= πολύτιμος),
    από το pretium (= αξία, αμοιβή), της ρίζας per-5 (= πουλώ), ↔ προ, πριν, πέρας, πόρνη (από πέρνημι = εξάγω προς πώληση).
  • preclude (= αποκλείω),
    από claudo (= κλείνω, στα αρχαία κληίζω).
  • precursor (= πρόδρομος),
    από curro (= τρέχω), της ρίζας kers-.
  • predatory (= αρπακτικός),
    βλ. apprehend.
  • predicate / predict (= προλέγω),
    από dico (= λέγω), ↔ δείκνυμι.
  • predilection (= προτίμηση),
    από lego (= διαλέγω, συλλέγω).
  • prefatory (= εισαγωγικός),
    από for (= φημί, ομιλώ).
  • prefer (= προτιμώ),
    από prae + fero, ↔ πρέφα.
  • pregnable (= αλώσιμος),
    από prehendo / prendo (= αρπάζω), της ρίζας ghed-, ↔ αρχαίο χανδάνω (κρατώ).
  • pregnant (= έγκυος, σημαντικός),
    από prae + gnasci (= γεννιέμαι), ↔ γένος.
  • prehensile (= συλληπτήριος),
    της ρίζας ghed-, ↔ χανδάνω (κρατώ).
  • prejudice (= προκατάληψη),
    από τα λατινικά prae + ius (= δίκαιο), της ρίζας h2ey- που αναφέρεται σε μακρό χρόνο) + dico (= λέγω), ↔ δείκνυμι.
  • prelate (= ιεράρχης),
    από το λατινικό latus (= πλάγιος), της ρίζας bher-1 (= φέρω).
  • preliminary (= προκαταρκτικός),
    από το λατινικό limen (= κατώφλι), πιθανώς σχετικό με λιμήν, λειμών.
  • premise (= υπόθεση, premises = εγκαταστάσεις),
    από mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω).
  • premium (= ανώτερης αξίας, ασφάλιστρα),
    από τα λατινικά prae (= πρo) + emo (= αγοράζω), από το νέμω.
  • premonition (= προαίσθημα),
    της ρίζας men- νοητικών λειτουργιών.
  • prepare (= ετοιμάζω),
    από το λατινικό pareo (= γεννώ, ετοιμάζω), ↔ πείρα, πείρω (διαπερνώ).
  • preposterous (= παράλογος, εξωφρενικός),
    από το λατινικό post (= μετά), της ρίζας pos-ti-, ↔ «από» το οποίο στην αρκαδική και δωρική διάλεκτο ήταν πος και πόσατι.
  • prerogative (= προνόμιο, δικαίωμα),
    από rogo (= ερωτώ), βλ. arrogant.
  • presage (= προαίσθημα),
    όπως το sage, της ρίζας sag- (= αναζητώ), ↔ seek.
  • prescient (= προφητικός),
    από prae + scio (= γνωρίζω), βλ. conscience.
  • prescribe (= συνταγογραφώ),
    από το λατινικό scribo (= γράφω), της ρίζας scribh- (= κόβω).
  • present (= παρών, δώρο),
    από esse, της ρίζας es- (= be, εστί, είμαι).
  • prestige (= κύρος),
    από stringo (= αρπάζω), ↔ στράγγω (στύβω), stress, της ρίζας streig- (= γραμμή).
  • pretend (= υποκρίνομαι),
    από tendo (= τείνω).
  • pretty (= χαριτωμένος). Θεωρείται «άγνωστης ετυμολογίας», αλλά σε παλιά λεξικά αναφέρεται ως πρόδρομη λέξη η κρητική θεότης Βριτόμαρτις, προστάτις των ναυτικών, που σήμαινε «γλυκιά παρθένα».
  • pretzel (= πρέτσελ),
    γερμανικής προέλευσης κουλούρι, από τα λατινικά bracchiatus, brachitella, από τον βραχίονα, επειδή το σχήμα του θυμίζει διπλωμένους βραχίονες (μπράτσα).
  • prevail (= εικρατώ),
    από το valeo (= είμαι ισχυρός), ↔ θαλέω / θάλλω, της ρίζας wal-.
  • prevent (= αποτρέπω),
    από venio (= έρχομαι), ↔ βαίνω, πρεβαντόριο.
  • previous (= προηγούμενος),
    από via (= οδός), όπως το convey.
  • prey (= λεία),
    της ρίζας ghed-, ↔ χανδάνω (κρατώ).
  • price (= τιμή, αξία),
    όπως το precious.
  • pride (= υπερηφάνεια),
    από τα λατινικά prode (= επωφελής), από pro + esse, της ρίζας es- (= be, εστί, είμαι).
  • priest (= ιερέας),
    από πρέσβυς, πρεσβύτερος, της ρίζας per-1 των προ, περί.
  • primeval (= αρχέγονος),
    από primus / prime (= πρώτος), υπερθετικός βαθμός μιας μορφής του prae (= πριν) + το λατινικό aevum (= αιώνας), όπως το αεί.
  • primordial (= αρχέγονος),
    σύνθετη λέξη από prime, όπως στο primeval, + τη ρίζα ar- του αραρίσκω (= συναρμολογώ).
  • prince (= πρίγκιπας),
    όπως το principal.
  • principal (= βασικός, γυμνασιάρχης),
    από το λατινικό princeps, από primus + -ceps, από το caput (= κεφάλι). εναλλακτικά και πιθανότερα από capio / capto (= αρπάζω = κάπτω).
  • principle (= αρχή) , όπως το principal.
  • prior (= πρότερος),
    από το prime.
  • prism (= πρίσμα),
    από πρίω (πριονίζω), συγγενές του πείρω (τρυπώ).
  • prison (= φυλακή),
    από το λατινικό prehensio, prae + hendo (= συλλαμβάνω), της ρίζας ghed-, ↔ αρχαίο χανδάνω (κρατώ), get.
  • pristine (= αρχέγονος),
    όπως το primus στο primeval.
  • probable (= πιθανός),
    από probo (= εξετάζω), από την πρόθεση prae / προ και τη ρίζα του είμαι, be. Η ρίζα της πρόθεσης, per-1 (= εμπρός), σχηματίζει πολυάριθμες λέξεις, όλες όσες αρχίζουν από pr- και πολλές από par-, per-, por-, pur-, ενώ η ρίζα be- έχει δώσει τα future, φύω, φύμα, φυτό.
  • probate (= αποδεικνύω, επικύρωση διαθήκης),
    όπως το probable.
  • probation (= επιτήρηση),
    όπως το probable.
  • probe (= αισθάνομαι, διερευνώ),
    αρχικά ήταν ο καθετήρας, ιατρικό όργανο με ηλεκτρόδιο. η λέξη σημαίνει επίσης «δοκιμή, διερεύνηση». ετυμολογείται όπως το probable.
  • procedure (= διαδικασία),
    όπως το precedent.
  • proclaim (= ανακοινώνω),
    όπως το acclaim.
  • proclivity (= προδιάθεση),
    από το λατινικό clivus (= κλίση), της ρίζας klei- (= κλίνω).
  • procrastinate (= κωλυσιεργώ),
    από το λατινικό cras (= αύριο), ↔ καίω.
  • procure (= προμηθεύω),
    από το λατινικό cura (= φροντίδα), ↔ κορέω, κούρος.
  • prodigal (= άσωτος),
    από το λατινικό prodigus (= άχρηστος), από pro + ago.
  • prodigy (= θαύμα),
    από το λατινικό prodigium, pro- (= δια) + adagium, βλ. adage.
  • produce (= παράγω),
    από το λατινικό duco (= διοικώ), ↔ δούκας, της ρίζας deuk-. κατά παλαιότερη άποψη από «διά + οικέω», διοίκηση, αρχικά η επιμέλεια του οίκου.
  • product (= προϊόν),
    όπως το παραπάνω.
  • proem (= πρόλογος),
    ακριβής απόδοση του προοιμίου, από την οίμη (τραγούδι, μύθος), όπως η παροιμία, μάλλον από το είμι.
  • profane (= εγκόσμιος, χυδαίος),
    από profanus (= κατά λέξη «έξω από το ναό»), fanum (= ναός), ↔ θεός, της ρίζας dhes-.
  • profile (= προφίλ),
    από filum (= κλωστή), της ρίζας gwhi- (= τένοντας, κλωστή), ↔ βιός, ειλέω.
  • profligate (= σπάταλος),
    από το λατινικό fligo (= ορμώ), ομόρριζο του αρχαίου φλίβω / θλίβω (συντρίβω) ή από τον μέλλοντα πληγώ του πλήσσω.
  • profound (= βαθύς),
    από fundus (= πυθμένας), fundo, ↔ χέω (χύνω), της ίδιας σημασίας.
  • profuse (= άφθονος),
    από το found (= χέω), όπως το fuse.
  • progeny (= απόγονος),
    από pro- (= δια) + τη ρίζα gene- του γένους.
  • prolate (= ωοειδής),
    από τη μετοχή latus του fero, όπως το oblate.
  • prolific (= άφθονος),
    από το λατινικό proles (= απόγονος), από pro + oleo (= αυξάνω), συγγενές με το alo (= τρέφω, συντηρώ, ανυψώνω), ↔ αλδαίνω / αλθαίνω (αυξάνω, τρέφομαι), της ρίζας al-2. τo άλλο συστατικό είναι από το fero.
  • prolix (= μακροσκελής, φλύαρος),
    από pro- + liqueo (= ρέω), από liquor (= υγρός), λίπος (στην αιολική διάλεκτο λίκος).
  • prolixity (= λογοδιάρροια, μακρηγορία),
    όπως το prolix.
  • prolong (= παρατείνω),
    από longus (= μακρύς), λαγγάζω / λογγάζω (ενδίδω), ↔ δολιχός (μακρύς).
  • promenade (= περίπατος, παραλιακός πεζόδρομος),
    της ρίζας men- για τις νοητικές λειτουργίες.
  • prominent (= διαπρεπής, εξέχων),
    από pro- + mons, montis (= βουνό), ομόρριζα.
  • promiscuous (= άτακτος, σύμμικτος),
    από pro- + misco (= αναμιγνύω), ↔ mixture (= μίγμα), της ρίζας meik-.
  • promise (= υπόσχομαι),
    από pro- + mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω).
  • promote (= προωθώ, χρηματοδοτώ),
    από pro- + moveo, της ρίζας meue- (= ωθώ), ↔ αμεύω, αμύνω.
  • prompt (= έτοιμος),
    από pro- + emo (= αποκτώ), ↔ νέμω, της ρίζας em-.
  • prone (= επιρρεπής, μπρούμυτα),
    από το λατινικό pronus (= πρηνής), από προ + *ανάς, αμάρτυρη λέξη για το πρόσωπο, απαντά στον προσηνή.
  • proneness (= ροπή, κλίση),
    όπως το prone.
  • pronounce (= προφέρω),
    όπως το announce.
  • proof (= απόδειξη),
    σύνθετη λέξη, από δύο ρίζες: της ρίζας per-1 ↔ προ, περί, πέρας, πρωί, πρώρα, πρόκα, πρόβα, + της ρίζας bhu-, των be (= είμαι), του λατινικού fui (= υπήρξα) και του φυ-.
  • prop. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη (= σκηνικό αντικείμενο) ετυμολογείται όπως το property. Η δεύτερη
    (= στηρίζω) είναι από το propagate (= διαδίδω), από το λατινικό pango (= πακτώνω, στερεώνω), από όπου και ο πάγκος.
  • propane (= προπάνιο),
    από το προπιονικό οξύ, σύνθετη λέξη από προ / πρώτος + πίων, πύαρ (λιπαρός, πρωτόγαλα), ↔ fat, πυτιά, της ρίζας pu-.
  • propel (= απωθώ, προπέλα),
    από pello (= ωθώ), όπως το appeal.
  • propensity (= τάση, ροπή),
    από το λατινικό pendo (= κρέμομαι), της ρίζας (s)pen- / (s)pend- (= έλκω), ↔ πόνος, σπένδω, σπονδή.
  • proper (= σωστός),
    από το λατινικό proprius (= δικός μου), των ριζών pro (= δια) + per-1 (= προ, εμπρός, περί).
  • property (= ιδιοκτησία, ιδιότητα),
    από το λατινικό proprietas, από proper ή από pro- + pater (= πατήρ).
  • prophesy (= προφητεία),
    από προ + φημί της ρίζας bha-2- (= ομιλώ).
  • prophet (= προφήτης),
    από το λατινικό for (= ομιλώ), της ρίζας bha-2 (= ομιλώ), ↔ φωνή.
  • propiciate (= εξευμενίζω),
    όπως το propitious.
  • propinquity (= εγγύτης),
    όπως το approach.
  • propitious (= ευνοϊκός),
    από pro + pet- (= πετώ), ↔ appetite, impetuous, perpetual, petulance, repeat, symptom, πίπτω, ποταμός.
  • proponent (= υποστηρικτής),
    από prο- + pono (= θέτω).
  • proportion (= αναλογία),
    από τη λατινική proprietas (= ιδιοκτησία), από proprius (= ίδιος), από προπάτωρ.
  • propound (= αναπτύσσω),
    από prae + pono (= θέτω).
  • prorogue (= αναστέλλω),
    της ρίζας reg- (= ευθειάζω, κινούμαι ευθέως), ↔ ρήγας, Eric.
  • prosciutto (= προσιούτο),
    από τη μετοχή suctus του λατινικού sugo (= ρουφώ), με την έννοια του «αφήνω χωρίς χυμό», succus, ↔ succulent, ύω.
  • prospect (= προοπτική, αναζητώ κοιτάσματα),
    βλ. prospectus.
  • prospectus (= μακρινή θέα, φυλλάδιο προδιαγραφών ενός οργάνου),
    από pro- + specio (= παρατηρώ), ↔ σκοπώ.
  • prosper (= ευημερώ),
    από spero (= ελπίζω), spes (= ελπίδα), από σπάω, ↔ πείνα, πένης, σπάνις.
  • prosperous (= ευτυχής),
    όπως το προηγούμενο.
  • prostration (= προσκύνηση, απελπισία),
    από prostrate (= μπρούμυτα), pro- + sterno (= απλώνω), από το στορέννυμι / στρώννυμι (στρώνω).
  • protect (= προστατεύω),
    από prae + tego (= προστατεύω, καλύπτω) από τo στέγω, ↔ τέγος (στέγη), προτεκτοράτο, protectorate.
  • protest (= διαμαρτύρομαι),
    από το λατινικό testis (= μάρτυρας), βλ. testament.
  • protrude (= προεξέχω),
    από trudo (= ωθώ), από το τρύω (καταστρέφω).
  • protuberance (= εξόγκωμα),
    της ρίζας teue- (= φυσκώνω), ↔ τύλος, σωτήρ, tumid.
  • proud (= περήφανος),
    όπως το pride.
  • prove (= αποδεικνύω),
    όπως το proof.
  • provenance (= προέλευση),
    από pro- + veniο, ↔ του βαίνω.
  • providence (= πρόνοια),
    από pro- + video (= είδω = βλέπω).
  • province (= επαρχία),
    από pro- + vinco / vincio (= νικώ, δένω), ↔ είκω (φαίνομαι όμοιος) ή από το νικώ, βλ. victory.
  • proviso (= όρος),
    από video (= είδω = βλέπω).
  • provoke (= προκαλώ),
    από vox, vocis (= φωνή), από τα αρχαία (ο) οψ, οπός (φωνή, κόσμος), ↔ έπος.
  • provost (= κοσμήτορας),
    από το λατινικό propositus, από pono (= θέτω), από po- (από ab = προ) + sino (= βάζω), επιτρέπω). κατά μια εκδοχή από το αρχαίο βουνέω / βωνώ) (συσσωρεύω, υψώνω).
  • prow (= πρώρα),
    της ρίζας per-1 των forth, προ, περί.
  • prowess (= ανδρεία, ικανότης),
    όπως το pride.
  • proximity (= εγγύτης),
    όπως το approach.
  • proxy (= πληρεξούσιος),
    όπως το procure.
  • prudent (= συνετός),
    από video (= είδω = βλέπω).
  • prune. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη (= δαμάσκηνο),
    όπως το plum. η δεύτερη (= κλαδεύω), κατά μια άποψη από το λατινικό prorotundio (= κόβω στρογγυλεύοντας), από το επίθετο rotundus, από τη rota (= ρόδα).
  • prurient (= λάγνος),
    από τα λατινικα pruna (= αναμμένο κάρβουνο), prurio (= φαγουρίζω), ↔ πίμπρημι (καίω), εμπρησμός, της ρίζας pre- που αναφέρεται σε ακραία φαινόμενα, βλ. freeze.
  • prussiates (= άλατα του υδροκυανίου),
    από τη Πρωσία, βλ. spruce.
  • pry (= κάνω αδιάκριτες ερωτήσεις),
    της ρίζας ghed-, ↔ χανδάνω (κρατώ).
  • psalm (= ψαλμός),
    από το ψάλλω που σήμαινε «ξεπουπουλιάζω» και μεταφορικά «αρπίζω, παίζω την άρπα» και «τραγουδώ με συνοδεία άρπας». Η σημερινή άρπα, harp, που δεν ήταν γνωστή στην αρχαιότητα, προήλθε από τα γερμανικά, Harf, πιθανώς από τον αρχαίο κόρφο (ξερό ξυλώδες στέλεχος φυτού, χορδή). δεν έχει σχέση με την άρπη (δρεπάνι).
  • psychedelic (= ψυχεδελικός). Από την ψυχή, από ψύχω (πνέω),
    της ρίζας bhes- (= φυσώ) + δήλος (φανερός), της ρίζας dyeu- / dej-a- (= λάμπω). Σωστότερο στα ελληνικά θα ήταν ψυχοδηλικός.
  • pubescent (= εφηβικός),
    της ρίζας peh2w-, με παράγωγα τα puer / παις.
  • pugnacious (= εριστικός),
    από το λατινικό pugnus, ↔ πυγμή.
  • pulchritude (= ομορφιά),
    από το λατινικό επίθετο pulcher (= όμορφος), από πολύχρους ή πολύχαρις. Ίσως πρόκειται για λαϊκή ετυμολογία.
  • pullet (= πουλάδα),
    όπως το foal.
  • pulley (= τροχαλία),
    από το λατινικό puliva, από πολίδιον, πόλος, της ρίζας kwel-1 / kwolo- (= περιστρέφομαι), ↔ κύκλος, wheel.
  • pullulate (= πληθαίνω),
    από το λατινικό pullus (= πώλος), νεαρό ζώο, ↔ πουλί.
  • pulpit (= βάθρο, πλατφόρμα),
    από τα λατινικά, πιθανώς από τον πολύποδα.
  • pulverize (= κονιοποιώ),
    από το λατινικό pulvis (= σκόνη), την παιπάλη (άχνη αλεύρου), ↔ πάλλω, πούδρα, μπούλμπερη.
  • pumice (= ελαφρόπετρα),
    από το λατινικό pumex, βλ. spume.
  • pumpkin (= κολοκύθα),
    από τον πέπονα, από το πέπτω, της ρίζας pekw-(= μαγειρεύω, ωριμάζω), ↔ πέπτω.
  • pun (= λογοπαίγνιο),
    όπως το punch #1.
  • punch. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «γρονθοκοπώ, τρυπώ», της ρίζας pewk- / peuk- (= τρυπώ),
    με ομόρρριζο την πυγμή. Η δεύτερη είναι το ποτό ποντς, που προήλθε από τον αριθμό των πέντε (της ινδικής λέξης) συστατικών του.
  • punctual (= ακριβής),
    από τη μετοχή punctus (= τσίμπημα) του λατινικού ρήματος pungo (= τρυπώ), ↔ πυγμή, της ρίζας pewk- / peuk- (= τρυπώ).
  • punctuation (= σημεία στίξης),
    όπως το punctual.
  • puncture (= τρυπώ),
    όπως το punctual.
  • punitive, punitory (= εκδικητικός),
    ης ρίζας kwei-1 (= πληρώνω), ↔ impunity, ποινή.
  • pupa (= νύμφη, χρυσαλλίδα, εντομολογικός όρος),
    μαζί με το λατινικό pupus προέρχονται από τη ρίζα peh2w- (= μικρός, λίγος), ↔ παις, παύρος, φαύλος.
  • purblind (= κοντόφθαλμος),
    από prο + blind.
  • purchase (= αγοράζω),
    από pro- + ρίζα kap-, βλ. chase.
  • pure (= καθαρός),
    από το πυρ.
  • purgative / purgatory (= καθαρτικός),
    από πυρ + άγω.
  • purge (= απομακρύνω),
    από το λατινικό purgo (= καθαρίζω), από purus ή putus (= καθαρός, διαυγής), από τα πυρ + άγω.
  • purlieu (= περίχωρα),
    από τα γαλλικά pour (= γύρω) + aller (= πηγαίνω), από το λατινικό ambulo, ↔ αλάομαι (περιφέρομαι).
  • purloin (= αποσπώ, κλέβω),
    από pro + longus (= μακρύς), όπως στο prolong.
  • purple (= προφυρός),
    ομόρριζα.
  • purport (= ισχυρίζομαι),
    όπως το comport.
  • purpose (= σκοπός),
    από pro + pose (pause), ↔ παύω.
  • purse (= πουγκί, πορτοφόλι),
    από τη λατινική bursa (= πουγκί), από βύρσα (= δέρμα), ίσως σε συμφυρμό με παλιά αγγλική λέξη.
  • pursue (= επιδιώκω),
    όπως το ensue.
  • purvey (= προμηθεύω),
    από provide, από video (= είδω = βλέπω).
  • push (= σπρώχνω),
    από τα λατινικά pulso (= χτυπώ), pello (= ωθώ), ↔ πάλλω pulse (= σφυγμός), πόλεμος, παλάμη, της ρίζας pel-5 (= πάλλω). η ρίζα pel-1 (= πολτός) έχει δώσει το pulse (= όσπρια).
  • pustule (= φλύκταινα),
    από τη φύσα, της ρίζας pu- (= φυσώ, σαπίζω).
  • putamen (= κέλυφος),
    της ρίζας pau-2 (= κόβω, τρικλίζω), ↔ παίω (παραπαίω).
  • putative (= υποτιθέμενος),
    από τα λατινικά puto (= καθαρίζω, πιστεύω), putus, purus (= καθαρός), ↔ πυρ ή της ρίζας pau-2 (= χτυπώ, κόβω), ↔ παίω (χτυπώ).
  • putrid (= σάπιος),
    από puteo (= βρωμάω), της ρίζας pu- (= σαπίζω, φυσώ), πιθανώς ως έκφραση αηδίας για δυσάρεστες οσμές, ↔ πυθέω / πύθω (σαπίζω), πύον.
  • pylorus (= πυλωρός),
    από την πύλη + ρίζα wer-3 (= παρατηρώ).
  • pyrenean (= των Πυρηναίων),
    επιθετικός προσδιορισμός για ράτσες σκύλων, από τη νύμφη Πυρήνη, όπως τα πυρήν, πυρός (σιτάρι), διόσπυρος (κερασιά).
No Comments