R

  • Rabies (= λύσσα). Η ομώνυμη λατινική λέξη πιθανώς προήλθε από το αρπάω.
  • race. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «αγώνας δρόμου», από err (= σφάλλω),
    στα λατινικά erro (= περιπλανώμαι), της ρίζας h1ers-, συγγενές των έρρω (= βαδίζω με κόπο), ιερός, οίστρος, ενώ η δεύτερη σημαίνει «ράτσα, φυλή», άγνωστης ετυμολογίας.
  • racemic (= ρακεμικός),
    από την αρχαία ρώγα του σταφυλιού, ραξ / ρωξ ↔ ραγάς, ρώγα, ραγδαίος, της ρίζας wreg-, βλ. radical.
  • rack (= σφαδάζω, ράφι),
    της ρίζας reg- (= ευθειάζω, κινούμαι ευθέως), ↔ ορέγω (απλώνω), όρεξις, ρήγας.
  • radiate (= ακτινοβολώ),
    όπως το radiation.
  • radiation (= ακτινοβολία),
    από το λατινικό radius (= ακτίνα), όπως το ray.
  • radical (= δραστικός, ριζικός),
    της ρίζας wrad- που σημαίνει όχι μόνο τη ρίζα αλλά και τον κλάδο, από radix (= ρίζα), ράδιξ (αρχικά ράβδος, κλάδος), βλ. επίσης ray.
  • radish (= ραπάνι),
    όπως το radical, ↔ ραδίκι, ράφανος βρίσδα, χράδαμνος.
  • radius (= ακτίνα, αρχικά τροχού),
    συγγενές με άρδις (αιχμηρό άκρο) κατά μια εκδοχή.
  • raft (= σχεδία),
    από νορβηγική λέξη, της ρίζας rep-, όπως το rape.
  • rag (= κουρέλι),
    όχι «άγνωστης ετυμολογίας», αλλά από το ράκος.
  • rage (= οργή),
    όπως το rabies.
  • rail (= σιδηροτροχιά, κουπαστή),
    από το λατινικό regula (= ράβδος), του rego.
  • rain (= βροχή),
    ↔ βρέχω.
  • raise (= υψώνω),
    της ρίζας er-1 (= κινούμαι), πιθανώς ↔ όρνυμι, ορμή. Μια άλλη θεωρία το συνδέει με rivus, τον ποταμό, river.
  • raisin (= σταφίδα),
    από το λατινικό racemus (= βότρυς, τσαμπί σταφυλιού), από την αρχαία ραξ ή ρωξ (ρώγα), ↔ φράουλα, στα λατινικά fragula, υποκοριστικό της fraga.
  • rake (= τσουγκράνα),
    όπως το rack.
  • ramify (= διακλαδώνω),
    από το λατινικό ramus (= κλαδί), της ρίζας wrad- (= ρίζα, κλάδος) + facio (= κάνω).
  • ramp (= ράμπα),
    από το γαλλικό ρήμα ramper (= σκαρφαλώνω).
  • rampart (= προμαχώνας),
    από re + paro (= παράγω, ετοιμάζω), όπως το pare.
  • ranch (= ράντσο),
    της ρίζας sker-2 (= κάμπτω).
  • rancid (= ταγκός),
    από το λατινικό ranceo (= βρωμάω), κατά μια εκδοχή από το μαραίνω, μεμάραγκα στον παρακείμενο. Η παράλειψη μιας συλλαβής έχει προηγούμενο στη μετάβαση από τα ελληνικά στα λατινικά, όπως του γάλακτος σε lac, lactis.
  • rancor (= μνησικακία),
    όπως το rancid.
  • range (= κυμαίνομαι, εμβέλεια, οροσειρά),
    της ρίζας sker-2 (= κάμπτω).
  • rank (= κατατάσσω, βαθμός, σειρά),
    της ρίζας reg- (= ευθειάζω, κυβερνώ) ή της ρίζας sker-2 (= κάμπτω).
  • ransack (= αναστατώνω, λεηλατώ),
    της ρίζας sag- (= ερευνώ), βλ. forsake.
  • ransom (= λύτρα),
    από τα λατινικά redemptio (= εξαγοράζω), emptio (= αγοραπωλησία), ↔ emo / νέμω, της ρίζας em-. Δεν είναι συγγενές το επίθετο empty (= άδειος) που προέρχεται από τη ρίζα med-.
  • rap (= κτυπώ, ελαφρό κτύπημα),
    από σκανδιναβικές λέξεις, ηχομιμητικού τύπου. Τα λεξικά δεν αναφέρουν τη φανερή ομοιότητα με το ραπίζω, πιθανώς από το ράσσω (κομματιάζω).
  • rapacious (= άπληστος),
    όπως το rape.
  • rape. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «αρπάζω, βιάζω», από το λατινικό rapio (= αρπάζω),
    ↔ ερείπω (καταστρέφω), ερέπτομαι (καταβροχθίζω), της ρίζας rep-. Η δεύτερη είναι η ελαιοκράμβη, συγγενής ονοματολογικά με τα φυτά rapa / rapum, ράπυς / ραφανίς.
  • rapid (= ταχύς),
    όπως το rape (η πρώτη σημασία), ↔ ραπιδογράφος.
  • rapine (= λαφυρο),
    όπως το rape (η πρώτη σημασία).
  • rappel (= ανάκληση),
    της ρίζας pel-5 (= χτυπώ), ↔ πάλλω, ψάλλω.
  • rapport (= σχέση),
    από τα λατινικά re + ad + porto (= φέρω), ↔ πόρος.
  • rapporteur (= εισηγητής),
    όπως το rapport.
  • raptor (= αρπακτικό πτηνό),
    όπως το rape.
  • rapture (= αρπαγή),
    όπως το rape.
  • rare. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις από ρίζες με αντίθετη σημασία. Η πρώτη σημαίνει «σπάνιος», ↔ αραιός, έρημος, της ρίζας ere- (= διαχωρίζω). Η δεύτερη σημαίνει «λίγο ψημένος» και είναι της ρίζας kere-
    (= αναμιγνύω), ↔ κεράννυμι, κρασί.
  • rascal (= κατεργάρης),
    όπως το erase.
  • rase / raze (= ξυρίζω),
    όπως το erase.
  • rash. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «εξάνθημα», όπως το erase, της ρίζας red- (= ξύνω, ↔ χράω, rodent) που είναι συμπωματικά όμοια με το red
    (= ερυθρός). η άλλη σημαίνει «βιαστικός» και είναι γερμανικής καταγωγής.
  • raster (= ράστερ, σύστημα κουκκίδων, τυπογραφικός όρος),
    της ρίζας red- (= ξύνω), ↔ χράω (= ξύνω), χρίσμα.
  • rat (= αρουραίος),
    όπως το rodent.
  • rate. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «φόρος, τιμή, ισοτιμία, ταχύτης, αξιολογώ», από το λατινικό reor (= υπολογίζω),
    ↔ αραρίσκω, της ρίζας re-, βλ. arraign. Η δεύτερη σημαίνει «μαλώνω», της ρίζας pau-2, βλ. berate.
  • ratify (= επικυρώνω),
    από rate + facio.
  • ratio (= αναλογία),
    όπως το rate.
  • rational (= λογικός),
    όπως το rate.
  • rattle (= κουνώ, κροταλίζω),
    από το αρχαίο κραδάω, πιθανώς συγγενές με cardinal.
  • raucous (= βραχνός, δυνατός),
    από το λατινικό racco (= βρυχώμαι), από το ωρύομαι, ↔ ωρυγή (θόρυβος), ουρλιάζω, ορυμαγδός, ερεύγομαι, της ηχομιμητικής ρίζας reu- / h1rewg-.
  • ravage (= καταστρέφω),
    όπως το rape #1.
  • raven (= κοράκι),
    από την ηχοποίητη ρίζα ker- (= κτυπώ), ↔ κρώζω, κορώνη (κουρούνα), κρέκω (κτυπώ).
  • ravenous (= άπληστος),
    όπως το rape #1.
  • ravine (= φαράγγι),
    όπως το rape #1.
  • ravish (= αρπάζω, γοητεύω),
    όπως το rape #1.
  • raw (= ωμός),
    της ρίζας kreue-1, ↔ κρέας.
  • ray (= ακτίνα),
    από τη λατινική radius, κατά μια εκδοχή από τα αρχαία άρδις (αιχμή) ή ράβδος.
  • rayon (= ραιγιόν),
    όπως το ray.
  • razor (= ξυράφι),
    από το rado (= χράω = ξύνω), της ρίζας red-, βλ. abrasive. Σχετική είναι η εν χρήσει λατινική έκφραση tabula rasa, κατά λέξη «ξυρισμένος πίνακας», για κάτι άγραφο, παρθένο.
  • reach (= φτάνω),
    της ρίζας reig- (= εκτείνω), ↔ όρεξη.
  • reagent (= αντιδραστήριο),
    από το μόριο re- (= προς τα πίσω, ξανά ) της ρίζας wert- (= περιστρέφω, γυρίζω) + άγω.
  • realm (= βασίλειο),
    από rex (= ρήγας).
  • rear. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «ανατρέφω», όπως το raise, η δεύτερη σημαίνει «πίσω», από το λατινικό retro-.
  • rebate (= αφαιρώ, έκπτωση),
    απο re- + abate. Το επαναληπτικό πρόθεμα re- προέρχεται από τις ρίζες wret- / wert- (= περιστρέφω) – όχι της ρίζας re- (= μετρώ). Προ φωνήεντος μετατρέπεται σε red-, π.χ. redeem.
  • rebuke (= επιπλήττω),
    από το παλιό γαλλικό ρήμα buchier (= κόβω ξύλα), γερμανικής προέλευσης, όπως και το bush (= θάμνος). Από εδώ οι ιθαγενείς της Νότιας Αφρικής ονομάστηκαν bushmen (= βουσμάνοι).
  • recalcitrant (= ατίθασος),
    από το λατινικό calcitro (= κλοτσώ), από calx (= φτέρνα), της ρίζας kalk- που μετατράπηκε σε lak- κι έχει δώσει το λακτίζω / λάζω, ↔ calque ή της ρίζας (s)kel- (= καμπύλος).
  • recant (= ανακαλώ),
    μεταφραστικό δάνειο της παλινωδίας, από cano / cantο (= τραγουδώ).
  • recap (= ανακεφαλαιώνω),
    από re- + το λατινικό caput (= κεφαλή).
  • recede (= απομακρύνομαι),
    από re- + cedo (= υποχωρώ), όπως το accede.
  • receipt (= απόδειξη),
    από το recipio, από re- + capio (= κάπτω).
  • receive (= δέχομαι),
    από το recipio, από re- + capio (= κάπτω).
  • recent (= πρόσφατος),
    από το λατινικό recens, re- (= πίσω, ξανά) + τη ρίζα ken-2 (= νέος) του καινός. Δεν σχετίζεται με το decent. Σημειώνεται ότι καινοτόμος στην αρχαιότητα λεγόταν αυτός που έκανε νέες τομές στη γη για να ανακαλύψει κάποια φλέβα μεταλλεύματος. Ο καινός (καινουργής) δεν έχει σχέση με τα καίνω (σφάζω, συγγενές του κτείνω) και καίνυμαι (υπερέχω).
  • receptacle (= δοχείο),
    όπως το receive.
  • recession (= ύφεση),
    όπως το recede.
  • recidivist (= υπότροπος),
    από re- + cadeo (= πίπτω).
  • reciprocal (= αμοιβαίος),
    από τα λατινικά recus (= ύστερος) + procus (= πρωτεύων), από pro- (= εμπρός).
  • reck (= φροντίζω),
    γερμανικής καταγωγής, της ρίζας reg- (= ευθύς), ↔ ορέγομαι, ρήγας. Εναλλακτικά από αρήγω / αλέξω (προστατεύω), της ρίζας alek-, ↔ αλκή, αλέκτωρ.
  • reckless (= απερίσκεπτος),
    όπως το rack.
  • reckon (= υποθέτω),
    όπως το rack.
  • reclaim (= ανακτώ),
    από re- + όπως το acclaim. Η λέξη προέκυψε από το φωνάζω πίσω, αναφορά στα εξημερωμένα κυνηγετικά γεράκια.
  • recline (= ξαπλώνω),
    από re- + clino (= κλίνω, κάμπτω).
  • recluse (= ερημίτης),
    από το λατινικό claudo (= κλείνω), ομόρριζα, της ρίζας klau- / (s)kel-, ↔ clavier, κλεις, κλωβός.
  • recognize (= αναγνωρίζω),
    από re- + con + cogno (= γνωρίζω), της ρίζας gno- (= know, γιγνώσκω).
  • recoil (= οπισθοχωρώ, κωλώνω),
    από τα λατινικά re- + culus (= κώλος), της ρίζας (s)keu- (= καλύπτω), ↔ κύτος. Δεν έχει σχεση με το coil.
  • recommend (= συστήνω),
    όπως το mend.
  • reconcile (= συμφιλιώνω),
    από τα λατινικά concilio, calo (= καλώ).
  • recondite (= δυσνόητος),
    από το λατινικό condo (= κτίζω, αποθηκεύω), από re- + cum + do, της ρίζας dhe- (= βάζω, κάνω), που σχετίζεται με facio / τίθημι και θέμα.
  • reconnoiter (= αναγνωρίζω),
    όπως το recognize.
  • recourse (= προσφυγή, διέξοδος),
    από curro (= τρέχω), της ρίζας kers-.
  • recover (= αναρρώνω),
    όχι από re- + cover, αλλά από το recupero (= recuperate = αναρρώνω), από το recipio (= receive), από capio (= αρπάζω), κάπτω.
  • recreant (= δειλός),
    της ρίζας kerd- (= καρδιά).
  • recreate (= αναπαράγω),
    όπως το creation.
  • recreational (= ψυχαγωγικός),
    όπως το recreate.
  • recrement (= σκουριά, ακαθαρσία),
    από το λατινικό creno (= κοσκινίζω), από κρίνω που σήμαινε αρχικά «διαχωρίζω», της ρίζας krei- (= διακρίνω).
  • recrudesce (= υποτροπιάζω),
    όπως το crude. Νοηματικά συγγενείς είναι οι όροι recidivism (= υποτροπή, relapse (= υποτροπή).
  • rectify (= διορθώνω),
    από rectus (= ευθύς, ορθός), από τον λατινικό βασιλιά (rex, regis) + facio (= φτιάχνω, τίθημι), ↔ ρεκτιφιέ.
  • recumbent (= επικλινής),
    από τα λατινικά cumbo / cubo (= κείμαι), cubiculum (= δωμάτιο), συγγενές του κύβου.
  • recuperate (= ανακάμπτω),
    από τα λατινικά recipio, re- + capio (= κάπτω) ή cupio, βλ. covet.
  • recur (= αναρρώνω),
    της ρίζας kers- (= τρέχω), της κούρσας.
  • redaction (= επιμέλεια έκδοσης),
    από το λατινικό redigo (re- + ago = άγω).
  • redeem (= εξαργυρώνω, ξαναγοράζω),
    όπως το redemption.
  • redemption (= εξιλέωση, κατά λέξη “εξαγορά”),
    από redimo (= re-(d) + emo = ξανά + αγοράζω), ↔ νέμω.
  • redolent (= ευωδιαστός),
    από τα λατινικά re- + oleo (= αυξάνω, μυρίζω), από alo (= τρέφω), ↔ αλδαίνω (αυξάνω, τρέφω), αλθαίνω (= θεραπεύω).
  • redoubt (= οχυρό),
    από το γαλλικό redonte, από το λατινικό reductus (= καταφύγιο), του reduco, βλ. reduce. Υπάρχει και το σπάνιο ρήμα redoubt που χρησιμοποιείται στο επίθετο redoubtable.
  • redoubtable (= φοβερός),
    από το doubt (= αμφιβάλλω), της ρίζας dwo- του δύο.
  • redound (= πλημυρίζω),
    από το λατινικό unda (= κύμα), της ρίζας wed- (= ύδωρ), ↔ water, ύδωρ.
  • redress (= επανορθώνω),
    από dress (= ντύνω, ευθυγραμμίζω).
  • reduce (= ανάγω, μειώνω),
    από duco (= οδηγώ), της ρίζας dewk-, ↔ δείκω (δείχνω), δαδύσσομαι (αφαιρούμαι, έλκομαι).
  • reduction (= αναγωγή),
    όρος μαθηματικός, γλωσσολογικός και χημικός, από duco (= οδηγώ).
  • reek (= βρωμώ),
    από τα γερμανικά rauchen (= καπνίζω) / riechen, ↔ ερεύγομαι (ρεύομαι), της ρίζας h1rewg- (= κάνω εμετό).
  • reel (= καρούλι, γέρνω),
    της ρίζας krek- (= υφαίνω), ↔ κρόκος.
  • refine (= διυλίζω, καθαρίζω),
    από fine (= φίνος, καθαρός), από το λατινικό finis (= τέλος), πιθανώς ↔ figo (= fix = διορθώνω).
  • reflex (= αντανακλαστικό),
    από το λατινικό flecto (= λυγίζω), πιθανώς συγγενές με τη ρηματική μορφή, πέπλεκται, του πλέκω.
  • reflexive (= αυθόρμητος, αυτοπαθής),
    όπως το reflex.
  • reflux (= άμπωτη),
    από το λατινικό fluo (= ρέω), από φλέω (αφθονώ) / φλύω (αναβράζω). Η ίδια λέξη είναι ιατρικός όρος για τη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και χημικός όρος για τη ζέση με κατακόρυφο ψυκτήρα επαναρροής.
  • refraction (= διάθλαση),
    από fraction (= κλάσμα), ↔ frango / ρήγνυμι.
  • refrigerator (= ψυγείο),
    από το λατινικό frigus, frigoris (= ψύχρα, τρεμούλιασμα από φόβο), ↔ ρίγος.
  • refuge (= καταφύγιο),
    από το λατινικό fugo (= φεύγω).
  • refugee (= πρόσφυγας),
    από το λατινικό fugo (= φεύγω).
  • refulgent (= λαμπερός),
    της ρίζας bhel-1 (= λάμπω, καίω), ↔ φλέγω.
  • refund (= επιστροφή χρημάτων, αποζημιώνω),
    από το λατινικό fundo (= χύνω), απαρέμφατο fundere, της ρίζας gheu- (= χέω), ↔ χοάνη, χυμός.
  • refuse (= αρνούμαι, σκουπίδια),
    από fundo, ↔ χέω (χύνω), της ρίζας gheu- (= χέω).
  • refute (= ανασκευάζω),
    από τα λατινικά re- + futo (= κτυπώ), της ρίζας bhau- (= κτυπώ), όπως το abut. Πιθανό παράγωγο είναι το λατινικό fustis (= ρόπαλο), από όπου προήλθαν η ιταλική fusta (= τσόχα), επειδή η κατασκευή της γίνεται με χτυπήματα, και τα φούστα, φουστάνι, φουστανέλα.
  • regale (= τέρπω),
    από τα γαλλικά regale, gale (= ευθυμία), συγγενή με gallant (= ευπαρουσίαστος, ευγενικός), γαλαντόμος. οι λέξεις έχουν μακρινή συγγένεια με will (= επιθυμώ), ελπίς.
  • regard (= θεωρώ, εκτίμηση),
    γερμανικής καταγωγής, της ρίζας wer-3 (= ορώ, αντιλαμβάνομαι), ↔ ούρος (φρουρός), από το ορώ.
  • regatta = λεμβοδρομία). Από τις τέσσερις ετυμολογίες που έχουν προταθεί, πιθανότερες είναι από το ιταλικό rigatto (= συναγωνίζομαι),
    που έχει σχέση με τη ρίγα, ή από το capto.
  • regime (= καθεστώς),
    όπως το rack.
  • regimen (= καθεστώς, διατροφή),
    όπως το rack.
  • regiment (= σύνταγμα),
    όπως το rack.
  • region (= περιοχή),
    από rex / rego (= ρήγας / κυβερνώ).
  • registration (= εγγραφή),
    από το register (= καταγράφω), από το λατινικό regero (= επαναφέρω, εννοείται καταγράφοντας αρχεία), από gero (= φέρω).
  • regression (= αναδρομή, παλινδρόμηση),
    από re- + grade), όπως το aggress.
  • regular (= κανονικός),
    από το λατινικό regula (= κανόνας, ίσια βέργα), της ρίζας reg- (= κινούμαι ευθέως), ↔ ράγα, ρέλι, ρήγας.
  • regurgitate (= μηρυκάζω),
    όπως το gorge.
  • rehash (= διασκευάζω),
    όπως το hash.
  • reign (= βασίλειο, κυριαρχώ),
    της ρίζας reg-.
  • reimburse (= αποζημιώνω),
    από purse (= πορτοφόλι), από την αρχαία βύρσα.
  • rein (= χαλινάρι),
    από τα λατινικά retineo (= συγκρατώ), teneo (= τείνω), ↔ retain (= συγκρατώ), της ρίζας ten- (= τείνω).
  • reindeer (= τάρανδος),
    από νορβηγική λέξη για κερασφόρο ζώο, της ρίζας krei-, ker-1 (= κέρατο, κεφάλι) + deer (= ελάφι), γερμανικής προέλευσης για το ζώο γενικά, Tier, από το θηρ (θηρίο).
  • reject (= απορρίπτω),
    από το λατινικό iaceo (= ρίχνω), ↔ ίημι.
  • rejoice (= χαίρομαι),
    από το λατινικό gaudo (= χαίρομαι), ↔ jewel, joy, γαύρος (ανδρείος), γαίω / γηθέω (χαίρομαι) ή γάνυμαι (είμαι χαρούμενος), γανώνω (λάμπω), όλα της ρίζας gau-.
  • rejuvenate (= ανανεώνω),
    όπως το λατινικό iuvenis (= νέος), βλ. junior.
  • relapse (= υποτροπή),
    όπως το collapse.
  • relate (= συσχετίζω, αφηγούμαι),
    από τον ρηματικό τύπο relatum του refero (= μεταφέρω).
  • relative (= σχετικός),
    όπως το relate.
  • release (= απελευθερώνω),
    από lease, από τη λατινική λέξη lax (= χαλαρός), αναφορά στα έντερα, από laxus (= ευρύς), ↔ λήγω, της ρίζας sleg-.
  • relegate (= υποβαθμίζω),
    από lego (= στέλνω).
  • relent (= ενδίδω, τήκω). Δεν υπάρχει ρήμα lent. Η λέξη προήλθε από τα λατινικά lentus
    (= βραδύς), lenis (= επιεικής), ↔ λείος.
  • relentless (= αμείλικτος),
    όπως το relent.
  • relevant (= σχετικός),
    από levis (= ελαφρός).
  • reliant (= εξαρτώμενος),
    βλ. rely.
  • relic (= λείψανο),
    της ρίζας leikw- (= λείπω), ↔ λείπω.
  • relict (= χήρα),
    όπως το relic.
  • reliction (= απόσυρση της θάλασσας),
    όπως το relic.
  • relieve (= απαλλάσσω),
    από levis (= ελαφρός), ομόρριζα, όπως και τα lever / λεβιέ (= μοχλός).
  • religion (= θρησκεία),
    από religio (= συνενώνω), της ρίζας leig- (= συνδέω), ↔ λύγος (λυγαριά).
  • relinquish (= εγκαταλείπω),
    της ρίζας leikw- (= λείπω), ↔ λείπω.
  • relish (= νοστιμιά, απολαμβάνω),
    από τo λατινικό lax (= χαλαρός), αναφορά στα έντερα, από laxus (= ευρύς), της ρίζας sleg- / leg- (= είμαι χαλαρός), ↔ λάγνος, λήγω sleep, languid.
  • reluctant (= απρόθυμος, διστακτικός),
    από το λατινικό luctor (= παλεύω), μέσω του γαλλικού lutter (= παλεύω), της ρίζας legw-, ↔ λύγος, λυγαριά, λυγίζω, luxury.
  • rely (= βασίζομαι, εξαρτώμαι),
    όπως τα ligature, religion.
  • remainder (= υπόλοιπος),
    της ρίζας men-3 (= μένω).
  • remand (= προσωρινή κράτηση),
    από το mandate, από manus + do.
  • remember (= ενθυμούμαι),
    της ρίζας (s)mer-1, ↔ μέριμνα, δε σχετίζεται με το member.
  • remit (= υποχωρώ, εμβάζω),
    από το mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • remnant (= υπόλειμμα),
    όπως το remainder.
  • remonstrate (= διαμαρτύρομαι),
    της ρίζας men-1 (= νομίζω), ↔ μάντης, μανία.
  • remorse (= τύψη),
    από τα λατινικά remorsum, mordeo (= δαγκώνω), της ρίζας mer- (= βλάπτω) ↔ morbid, amortize, σμερδνός (φοβερός).
  • remote (= απομακρυσμένος),
    όπως το promote.
  • remunerate (= αποζημιώνω),
    από munus (= υπηρεσία), ↔ μίτρα, αμείβω, μείων, μανός (αραιός).
  • render (= δίνω, καθιστώ, λιώνω),
    από το γαλλικό render, από τα λατινικά redo (= επιστρέφω), από re- + do (= δίδω), ↔ ρέντα, ραντεβού.
  • rendition (= ερμηνεία, απόδοση),
    όπως το render.
  • renegade (= αποστάτης),
    από re- + nego (= αρνούμαι), από νη + aio (= καταφάσκω), ↔ ημί (φημί, λέγω), της ρίζας h1eg-.
  • rennet. Πρόκειται για δύο διαφορετικες λέξεις: η πρώτη (= πυτιά) είναι της ρίζας rei-
    (= ρέω), ενώ η δεύτερη αναφέρεται σε ποικιλία μήλων και είναι υποκοριστικό της regina (= βασίλισσα).
  • renounce (= αποκηρύσσω),
    όπως το announce.
  • rent (= ενοικιάζω),
    όπως το render.
  • repartee (= πνευματώδης διάλογος),
    όπως το departure.
  • repast (= γεύμα),
    της ρίζας pa- / peh-2 (= τρέφω, προστατεύω), όπως τα αρχαία πάομαι / πατέομαι (τρώγω), ↔ food (= τροφή), feed (= τρέφω), πώμα (κάλυμμα).
  • repay (= εξοφλώ),
    από pay (= πληρώνω), από το λατινικό paco (= ησυχάζω), επειδή με την πληρωμή ησύχαζε ο πιστωτής, ↔ πήγνυμι, peace, της ρίζας peh2g- (= συνδέω).
  • repeal (= ανακαλώ),
    όπως το appeal.
  • repeat (= επαναλαμβάνω),
    από re + peto (= ζητώ), ↔ πετώ, πίπτω.
  • repel (= απωθώ),
    από pello (= ωθώ), ↔ πάλλω, καταπέλτης.
  • repent (= αισθάνομαι τύψεις),
    από re- + poena (= ποινή), της ρίζας kwei-1 (= πληρώνω).
  • repertory (= θίασος, συλλογή),
    από τα λατινικά reperiο (= ευρίσκω, εφευρίσκω), pario, ↔ pareo / paro (= παράγω, ετοιμάζω κ.α.), της ρίζας par- των προ, περί, παρά κ.α.
  • repine (= παραπονιέμαι, στενοχωριέμαι),
    από το παλιό ρήμα pine (= βασανίζω), διαφορετικό του pine (= πεύκο), από την ποινή, όπως το repent.
  • replenish (= ανεφοδιάζω, αναπληρώνω),
    από plenus (= πλήρης)
  • replete (= πλήρης),
    από το λατινικό pleo (= γεμίζω), της ρίζας pele-1 (= πληρώ), ↔ πλούτος, πλήθος, fill.
  • replication (= αντιγραφή, ρεπλίκα),
    όπως το replete.
  • reply (= απαντώ),
    όπως το replete.
  • report (= αναφέρω, αναφορά),
    από porto (= φέρω), ↔ πρέσβυς, πέρας, πριν, πείραμα, απόπειρα, της ρίζας per-, πείρω (τρυπώ).
  • repose (= αναπαύομαι, θέτω). Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη από το λατινικό repauso, ↔ pause
    (= παύση), η δεύτερη από το pono.
  • repository (αποθήκη), από re- + pono
    (= θέτω).
  • reprehend (= επιπλήττω),
    όπως το apprehend.
  • reprehensible (= κατακριτέος),
    βλ. apprehend.
  • repress (= καταπιέζω, καταστέλλω),
    από το λατινικό premo (= πιέζω), ↔ πείρω (διαπερνώ), κτυπώ, τύπτω, τρέμω.
  • reprieve (= αναστολή ποινής),
    από reprehendo (= επιπλήττω), όπως το apprehend.
  • reprimand (= επιπλήττω),
    όπως το repress.
  • reprisal (= αντίποινα),
    από reprieve (= επαναλαμβάνω), από το γαλλικό prendre, από re- + prendo, από prae + hendo (= παίρνω), ↔ get, χανδάνω (κρατώ, χωρώ), πρέζα.
  • reprise (= επανάληψη),
    όπως το reprisal. Η ρεπρίζ του αυτοκινήτου αναφέρεται σε επιτάχυνση.
  • reproach (= μέμφομαι),
    από τα λατινικά ad + το επίρρημα και την πρόθεση prope (= πλησίον), από pro- + que (= και, τε). το pro είναι της ρίζας per-1 (= προ), ↔ παρά, περί. όπως το approach.
  • reprove (= μέμφομαι),
    όπως το prove.
  • reptile (= ερπετό),
    από το λατινικό repo (= έρπω).
  • repugnant (= αποκρουστικός),
    από re- + pugnus (= πυγμή), ομόρριζα.
  • repulse (= απωθώ),
    όπως το compulse.
  • reputation (= φήμη),
    από puto (= καθαρίζω, υπολογίζω), ή της ρίζας pau-2 (παίω) όπως το putative.
  • request (= αίτηση),
    από το quaero (= ερωτώ), ↔ πεπαίνω (ωριμάζω).
  • require (= απαιτώ),
    όπως το request.
  • rescind (= ανακαλώ),
    από τα ομόρριζα scindo (= σχίζω), skei- (= σχίζω), ↔ shingle.
  • rescue (= διασώζω),
    της ρίζας kwet- (= ανακινώ), όπως το quash.
  • research (= έρευνα),
    όπως το search (= ψάχνω).
  • reseda (= ρεζεντά),
    από το λατινικό resedo (= καταπραΰνω), του sedeo (= έζομαι, κάθομαι), λόγω του καταπραϋντικού χαρακτήρα αφεψήματος ανθέων / φύλλων του φυτού.
  • resemble (= μοιάζω),
    από τα λατινικά simulo (= προσποιούμαι), similis (= όμοιος), ↔ ομαλός.
  • resent (= φθονώ),
    από το λατινικό sentio (= αισθάνομαι), όπως το assent.
  • reservoir (= ρεζερβουάρ, ταμιευτήρας),
    αυτούσια η γαλλλική λέξη, από το λατινικό servo (= υπηρετώ) της ρίζας ser-1 (= προστατεύω), ↔ ήρωας, hero.
  • residence (= κατοικία),
    από sedeo (= κάθομαι), ↔ έζομαι.
  • resign (= παραιτούμαι),
    από το λατινικό signo (= καταχωρίζω), της ρίζας sekw- (= ακολουθώ), ↔ έπομαι.
  • resile (= υπαναχωρώ),
    από το λατινικό saltio (= πηδώ), ↔ άλλομαι, σάλτο, της ρίζας al-2 (= τρέφω).
  • resilient (= ελαστικός, ανθεκτικός),
    όπως το resile.
  • resolute (= αποφασιστικός),
    της ρίζας leu- (= λύω), όπως absolute.
  • resolve (= επιλύω, αποφασίζω),
    όπως το resolute.
  • respire (= αναπνέω),
    από το λατινικό spiro (= αναπνέω), βλ. spirit.
  • respite (= ανάπαυλα),
    από το λατινικό specio, ↔ aspect, conspicuous, σκέπτομαι, σκοπώ (βλέπω, στοχεύω), της ρίζας spek- (= παρατηρώ).
  • respond (= απαντώ),
    από το λατινικό spondeο (= υπόσχομαι), ↔ σπένδω / σπονδή.
  • responsible (= υπεύθυνος),
    όπως το respond.
  • rest. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «υπόλοιπο», από τα λατινικά re- + sto, του ίστημι. τα ρέστα είναι διαφορετικής ετυμολογίας, από το επίθετο ρέστος (ρήιστος, ράστος), υπερθετικός βαθμός του ράδιος, από το επίρρημα ρα (εύκολα),
    ↔ ράθυμος, που συνδέεται με το άλλο rest. Η δεύτερη σημασία του rest, «αναπαύομαι», θεωρείται αβέβαιας ετυμολογίας, μάλλον γερμανικής ή νορβηγικής προέλευσης. Ωστόσο, παρόλο που στα γερμανικά η λέξη Rast σημαίνει «ανάπαυση», δεν αναφέρεται συγγένεια με το ρα ούτε με τη ραστώνη που σημαίνει ακριβώς το ίδιο!
  • restrain (= ακινητοποιώ),
    από stringo (= τσιμπώ), όπως το stress.
  • restriction (= περιορισμός),
    της ρίζας streig- (= στράγγω), όπως το stress.
  • restroom (= τουαλέτα, αποχωρητήριο στα αμερικανικά αγγλικά),
    σύνθετη λέξη, από rest #2 + room (= δωμάτιο), από την άρουρα (γη).
  • resume (= ξαναρχίζω, περίληψη βιογραφικού),
    από sumo (= παίρνω), από sub + emo.
  • resurge (= αναζωπυρώνω),
    απο τα λατινικά re- + sub- + rego, της ρίζας reg-, όπως το prorogue.
  • resurrection (= ανάσταση),
    όπως το resurge.
  • resuscitate (= επαναφέρω),
    από τα λατινικά cio / cieo / cito (= ανακινώ), ↔ κινώ, σούστα, της ρίζας keie-.
  • retain (= συγκρατώ),
    του teneo (= τείνω).
  • retaliate (= αντεπιτίθεμαι),
    από το λατινικό talis (= τηλίκος / ταλίκος, «τόσος στην ηλικία», της ρίζας tel- (= υψώνω), ↔ ήλιξ (ομήλικος) ή ↔ Άτλας, τελαμών.
  • retard (= καθυστερώ),
    από το λατινικό tardus (= βραδύς), ομόρριζα, πιθανώς της ρίζας der- (= διαχωρίζω).
  • retinue (= ακολουθία),
    της ρίζας ten- (= τείνω).
  • retire (= αποχωρώ, συνταξιοδοτούμαι),
    από το γαλλικό retirer, re- + tirer (= τραβώ), κατά μια εκδοχή από το martirer (= υποφέρω μαρτύρια). το ρετιρέ είναι το αποτραβηγμένο διαμέρισμα.
  • retort (= απαντώ, αποστακτικό κέρας),
    από re- + torqueo (= συστρέφω), ↔ τρέπω.
  • retreat (= αποσύρομαι, υποχωρώ),
    από το traho.
  • retribution (= τιμωρία),
    από tribute (= σέβας, φόρος τιμής), tribe (= φυλή), από τρεις + ρίζα του to be.
  • retrieve (= ανακτώ),
    από το γαλλικό trouver (= βρίσκω), από tropus / τρόπος. Τα σκυλιά ράτσας retriever ονομάστηκαν έτσι επειδή ξαναβρίσκουν το ίχνος μιας οσμής.
  • retrogressive (= οπισθοδρομικός),
    από τα λατινικά retro (= πίσω) + gradi (= περπατώ), από gradus (= βήμα), ↔ γράδο, γραδάρω.
  • return (= επιστρέφω),
    βλ. turn.
  • revamp (= ανακαίνιση),
    βλ. vamp.
  • reveal (= αποκαλύπτω),
    από το λατινικό velum (= ιστίο), ↔ αρχαία οχέω, οχέομαι (μεταφέρω, γεννιέμαι).
  • reveille (= εγερτήριο),
    της ρίζας weg-2 (= είμαι ζωηρός, κινούμαι), ↔ έχω.
  • revel (= πανηγυρίζω),
    από το λατινικό rebello (= επαναστατώ), από bellum (= πόλεμος), από το duellum (= μονομαχία), από duο (= δύο) που γίνεται bi-, της ρίζας dew- (= καταστρέφω), ↔ δαίω (καίω).
  • revelation (= αποκάλυψη),
    όπως το reveal.
  • revenant (= φάντασμα),
    της ρίζας gwa- / gwem-, ↔ βαίνω.
  • revenge (= εκδικούμαι),
    από το λατινικό vindex (= προσφεύγων), από vis (= ις = βία, δύναμη) + dico (= ομιλώ), ↔ δείκνυμι.
  • revenue (= εισόδημα),
    της ρίζας gwa- / gwem-, ↔ βαίνω.
  • reverberation (= αντήχηση),
    από τα λατινικά verbero (= χτυπώ), από verbera (= μαστίγιο), ↔ ράβδος. Η παλιότερη ετυμολογία από verbum (= ρήμα) δεν ισχύει. Ωστόσο και οι δύο περιπτώσεις ανάγονται στις συγγενείς ρίζες wer: wer-2 (= στρέφω), wer-1 (λέξη ομιλώ).
  • revere (= σέβομαι, θαυμάζω),
    από το λατινικό vereor (= σέβομαι), από ούρος (φρουρός), ↔ οράω / ορώ, της ρίζας wer-3.
  • reverence (= ευλάβεια, λατρεία, ρεβεράντσα),
    όπως το revere.
  • reverie (= ονειροπόληση),
    γαλλλική λέξη από το rêver (= ονειρεύομαι), παλαιότερο resver, πιθανώς από re- + esvo (= περιπλανώμαι), από ex + vagus (= περιπλανώμενος), από veho (= μεταφέρω), ↔ έχω, όχημα.
  • revers (= ρεβέρ),
    από το verto.
  • reverse (= αντίστροφος),
    από το verto.
  • revile (= επιπλήττω, ασκώ λεκτική κακοποίηση),
    της ρίζας wes-3 (= αγοράζω),από το λατινικό vilis (= φθηνός), ↔ venus (= αγορά), ώνος, ψώνια.
  • revocable (= ανακλητός),
    από το λατινικό voco (= καλώ), της ρίζας wekw- (= ομιλώ), ↔ έπος.
  • revoke (= ανακαλώ),
    όπως το revocable.
  • revolt (= επαναστατώ),
    από revolution (= επανάσταση, περιστροφή), από το volvo (= περιστρέφομαι).
  • revulsion (= αποστροφή),
    όπως το convulsion.
  • reward (= ανταμείβω),
    της ρίζας wer-3 του ορώ.
  • rheum (= καταρροή, τσίμπλα),
    από το ρεύμα, της ρίζας srew- (= ρέω). Στη φυτολογία Rheum είναι το όνομα γένους φυτών, το αρχαίο ρήον (ραβέντι), βλ. rhubarb.
  • rhino (= συντομογραφία του ρινόκερου). Η ρις, ρινός πιθανό να προήλθε από το ρέω.
  • rhomb / rhombus (= ρόμβος),
    από το ρέμβω (περιστρέφω).
  • rhubarb (= ραβέντι, ρήον),
    λαχανικό, από την αρχαία ονομασία του Βόλγα, Ρα (= Rha) + βάρβαρος.
  • rhyme (= ρίμα),
    από τη γερμανική λέξη rim (= σειρά), της ρίζας re- (= λογικεύω, μετρώ), ↔ αριθμός. Η γραφή με y αποδίδεται σε παρετυμολογία, από τον ρυθμό.
  • rhythm (= ρυθμός),
    της ρίζας sreu- (= ρέω).
  • ribald (= παλιάνθρωπος),
    της ρίζας wer-2 (= κάμπτω), όπως ράπτω, ρατάνη.
  • riddle (= αίνιγμα, κόσκινο). Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη ετυμολογείται από τη ρίζα re-
    (= λογικεύω, μετρώ), ↔ αριθμός, ενώ η δεύτερη από το λατινικό cribrum (= κόσκινο), του cribro (= διαχωρίζω), ↔ κρίνω.
  • ridge (= κορυφογραμμή),
    της ρίζας sker-2 (= κάμπτω).
  • ridiculous (= γελοίος),
    από το λατινικό rideo (= γελώ), όπως το deride.
  • right. Πολυσήμαντη λέξη (ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα, επίρρημα), με κυριότερες σημασίες «ορθός, δεξιός, διορθώνω, καλώς». Η επικρατής άποψη είναι της ρίζας reg-
    (= ευθειάζω), ↔ ρήγας, ρίγα, ρέγουλα (ιταλική regula), όμως έχουν προταθεί επίσης τα ορέγω (εκτείνω), ορεκτός (επιθυμητός).
  • rigid (= άκαμπτος),
    από το λατινικό rigeo (= εκτείνω), όχι από το ριγέω / ριγώ, αλλά της ρίζας reg-, βλ. right.
  • rime (= πάγος, ομιχλοκρύσταλλος),
    από τη λατινική bruma, με ομόρριζα τα brevis / βραχύς, abbreviate, mirth, abridge, brace, της ρίζας mregh-u-.
  • ring (= δαχτυλίδι),
    της ρίζας sker-2 (= κάμπτω, στρέφω) ή kr-kr- (= κυκλικό σχήμα) που έχει δώσει τα τσίρκο, κίρκος κ.α.
  • rink (= παγοδρόμιο),
    της ρίζας sker-2 (= κάμπτω).
  • rinse (= ξεπλένω),
    της ρίζας ken-, όπως το recent.
  • riot (= ταραχή, εξέγερση),
    από το λατινικό rugio (= βρυχώμαι), όπως το raucous.
  • rise (= υψώνω),
    όπως το raise.
  • risible (= κωμικός),
    από το λατινικό rideo (= γελώ), όπως το deride.
  • risk (= ρίσκο, κίνδυνος),
    από το ιταλικό risico (= ριζικό).
  • rissole (= κροκέτα),
    από τα λατινικά russeolus, υποκοριστικό του russus (= κόκκινος).
  • rite (= τελετουργία),
    από τη λατινική ritus, ↔ Ralph, kindred, αρέσκω, αριθμός, αρετή, της ρίζας ar- / h2er- (= συναρμολογώ) του αραρίσκω ή της συγγενούς ρίζας re- (= μετρώ, υπολογίζω).
  • ritual (= τελετουργικός),
    όπως το rite.
  • rivalry (= ανταγωνιστικότης),
    από το rivus (= ποταμός, river), ↔ ρέω, λόγω αντιπαλότητας στο μοίρασμα του νερού, της ρίζας rei-.
  • rive (= σχίζω, διασπώ),
    της ρίζας rei- του ρήγνυμι, ↔ ερείπιο.
  • riven (= ποταμός),
    εναλλακτική μορφή του river, της ρίζας rei-.
  • rivet (= καθηλώνω, πριτσίνι),
    όπως το rive, ολλανδικής καταγωγής. Η λέξη riveting (= καθηλωτικός) χρησιμοποιείται μεταφορικά.
  • roar (= βρυχώμαι),
    όπως το raucous.
  • rocket (= ρουκέτα),
    από την ιταλική rocchetta, υποκοριστικό της rocca / ruca, η ρόκα με την οποία μοιάζουν στο σχήμα. Η ρόκα είναι γερμανικής προέλευσης, της ρίζας rug- (= ύφασμα). Η ρόκα το λαχανικό, επίσης rocket, προέρχεται από το λατινικό eruca, ↔ ερείκη, χοίρος.
  • rodent (= τρωκτικό),
    από το λατινικό rado (= ξύνω), ↔ χράω (= ξύνω), χρίσμα (βλ. abrasive), της ρίζας red-.
  • rogation (= λιτανεία),
    από rogo, βλ. abrogate.
  • rogatory (= αίτηση πληροφόρησης),
    όπως το rogation. Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως στην έκφραση letter abrogatory (= δικαστική συνδρομή).
  • rogue (= αλήτης),
    από το λατινικό rogo (= ερωτώ), ↔ rego (= κυβερνώ).
  • roil (= αναδεύω),
    από το λατινικό robigo (= σκουριά), της ρίζας reudh- (= ερυθρός), ↔ robust.
  • root (= ρίζα),
    της ρίζας wrad- που σημαίνει όχι μόνο τη ρίζα / radix, αλλά και τον κλάδο, ↔ βρίσδα (αιολική διάλεκτος της ρίζας), βρίζα (σίκαλη).
  • rosary (= ροζάριο),
    από το λατινικό rosa (= ρόδο), της ρίζας reudh- (= ερυθρός), επειδή τα πρώτα ροζάρια ήταν από καρπούς τριανταφυλλιάς.
  • rostrum (= εξέδρα),
    αυτούσια η λατινική λέξη που αρχικά σήμαινε «ράμφος, ακρόπρωρο πλοίου», επειδή οι εξέδρες για τις δημόσιες ομιλίες είχαν διακόσμηση με ακρόπρωρα. η λέξη ετυμολογείται όπως το rodent, της ρίζας red-.
  • rote (= ρουτίνα, συνήθεια),
    όχι από το γαλλικό route (= δρόμος), αλλά από το λατινικό rota (= ρόδα).
  • rouge (= ρουζ),
    αυτούσια η γαλλική λέξη, όπως το rosary.
  • rough (= τραχύς),
    από τη λατινική ruga (= ρυτίδα), ↔ ορoύω (ορμώ) ή ορύσσω, βλ. και ruin.
  • round (= στρογγυλός),
    από rota (= ρόδα, τροχός).
  • rout. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «άτακτη φυγή», από το λατινικό rumpo (= σπάζω, σχίζω),
    της ρίζας leup- (= κομματιάζω), ↔ λύπη. εναλλακτικά από το ruo (= γκρεμίζομαι), συγγενές με το ορούω (ορμώ), βλ. route. Η δεύτερη σημαίνει «σκάβω με τη μύτη, χαράσσω, ψαχουλεύω», από τη ρίζα, root, που στα αρχαία αγγλικά σήμαινε επίσης τη μουσούδα ζώου.
  • route (= διαδρομή),
    συγγενές με rumpo, eruption. αρχικά σήμαινε τη διάνοιξη δρόμου με δραστικά μέσα, π.χ. εκβραχισμό.
  • routine (= ρουτίνα),
    όπως η rout #1.
  • rover (= περιπλανιέμαι),
    όπως το rubble.
  • row. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις: η πρώτη = κωπηλατώ, είναι από το ερέσσω, η δεύτερη = ρίγα, ουρά πραγμάτων, είναι της ρίζας rei- (= ξύνω),
    ενώ η τρίτη = καβγάς είανι γερμανικής προέλευσης.
  • royalty (= η βασιλική οικογένεια, πνευματικό δικαίωμα συνήθως στον πληθυντικό),
    της ρίζας reg-.
  • rubbish (= σκουπίδια),
    όπως το rubble.
  • rubble (= μπάζα, σκύρα),
    από robe (= λάφυρο, ρόμπα), rob (= ληστεύω), επειδή ένα λάφυρο ήταν το ένδυμα.
  • rubidium (= ρουβίδιο),
    όπως το rosary.
  • rudimentary (= στοιχειώδης, βασικός),
    από τα λατινικά rudis (= τραχύς), rudus (= ακατέργαστος), από το ορούω (σπεύδω).
  • rue. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη, της ρίζας kreue- (= χτυπώ),
    σημαίνει «μετανοιώνω», ↔ κρούω, δια της γερμανικής οδού. η ανάκρουση, anacrusis, στην ποιητική αναφέρεται στην πρώτη άτονη συλλαβή ενός στίχου. Η δεύτερη είναι το φυτό πήγανο, η αρχαία ρυτή, με την επιστημονική ονομασία Ruta graveolens, με εδώδιμα φύλλα πικρής γεύσης. Η τρίτη είναι η γαλλική rue (= οδός), από τη λατινική ruga (= αρχικά το αυλάκι του οργώματος), της ρίζας krewp- ή reue-2 (= σπάζω), αναφορά στις πέτρες με τις οποίες κατασκευαζόταν ο δρόμος, η ρούγα.
  • rueful (= λυπηρός),
    όπως η πρώτη σημασία του rue.
  • ruin (= καταστρέφω, ερείπιο),
    από τo λατινικό ruo (= καταρρέω), ↔ ορούω (ορμώ, σπεύδω), ρύομαι, ρυστάζω, όρνυμι, της ρίζας h3rew- (= βιάζομαι). Κατά άλλη εκδοχή, από τη συγγενή ρίζα h3reyH- (= βράζω, ρέω), ↔ river (= ποταμός).
  • ruinοus (= καταστρεπτικός),
    όπως το ruin.
  • rum (= ρούμι, εξαιρετικός),
    από τη λέξη rom (= άντρας) των ρομά, η γλώσσα των οποίων λέγεται Romany.
  • rumba (= ρούμπα),
    αυτούσια η ισπανική λέξη για τον συγκεκριμένο χορό, από rumbo (= γλεντώ), αρχικά η πορεία πλοίου, από την πυξίδα του που είχε χαραγμένο έναν ρόμβο.
  • ruminate (= μηρυκάζω),
    από το λατινικό rumen (= λαιμός), της ρίζας srew- (= ρέω), ↔ ρεύμα, ρυθμός, Στρυμών. Σημειώνεται η ύπαρξη της ρωμαϊκής θεάς Rumina, προστάτιδας του θηλασμού.
  • rummage (= ερευνώ),
    ομόρριζο της άρουρας.
  • rumor (= διάδοση, φήμη),
    από το λατινικό racco (= βρυχηθμός), ηχοποίητο, ↔ ωρύομαι. Σύμφωνα με παλιότερη εκδοχή από το ρέω.
  • run (= τρέχω),
    της ρίζας rei- (= ρέω).
  • rupt (= σπάζω),
    της ρίζας leup- / reup- / reub- (= κομματιάζω, αρπάζω), από το λατινικό rumpo (= σπάζω), από το ruo (= γκρεμίζομαι), συγγενές με το ορούω (ορμώ).
  • rupture (= θραύση),
    όπως το rupt.
  • ruse (= τέχνασμα),
    από τα λατινικά recuso (= αντιτίθεμαι), causa (= αιτία), ↔ κάζο, άγνωστης ετυμολογίας.
  • rut. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «αυλακιά, ίχνος τροχού>, από το rumpo, βλ. rout και route. Η δεύτερη σημαίνει «οίστρος», από το λατινικό rugio (= μουγκρίζω),
    λέξη ηχοποίητη όπως το raucous, συγγενής με ερεύγομαι, ωρυγή.
  • ruth (= έλεος),
    από τη λέξη rue #1. Το όνομα Ruth είναι εβραϊκό και σημαίνει «σύντροφος».
  • ruthless (= ανελέητος),
    από ruth + επίθημα -less (= χωρίς), γερμανικής καταγωγής, της ρίζας leu- του λύω.
  • rutile (= ρουτίλιο, τιτάνιο διοξίδιο),
    από το λατινικό rutilus (= κοκκινωπός), ένα ακόμη επίθετο για το ομόρριζο ερυθρός, της ρίζας reudh-, όπως ruber, rufus, russus.
No Comments