Ρ

  • Ρα = εύκολα ↔ rest
  • ραιβός = με στραβά πόδια ↔ varicose
  • ραξ = ρώγα ↔ raisin
  • ράπυς = φυτό ↔ rape
  • ράσσω = κτυπώ, ράπτω ↔ fraction
  • ραστώνη = ανάπαυση ↔ rest
  • ρατάνη = αναδευτήρας ↔ universe
  • ρέγκω = ροχαλίζω ↔ snoar
  • ρέζω = πράττω ↔ erg
  • ρέμβω = περιστρέφω ↔ rhombus
  • ρήγος = κάλυμμα ↔ regolith
  • ρήον = φυτό ↔ rhubarb
  • ριψ = λυγαριά ↔ rift
  • ροθώ = κάνω θόρυβο ↔ role (πιθανώς)
  • ροικός = κυρτός ↔ wry
  • ρόμος = σαράκι ↔ worm
  • ρύομαι = σώζω ↔ fruit
  • ρυστάζω = αρπάζω ↔ ruin
  • ρώομαι = ορμώ ↔ hormone
  • ρύω = σύρω ↔ corrugated
  • ρώπος = φθηνοπράγματα ↔ rhopography
No Comments