S

  • Sacerdotal (= ιερατικός),
    από το λατινικό sacer (= ιερός), από το άγος, αντικείμενο θρησκευτικού φόβου και ευλάβειας, από άζομαι (σέβομαι) + do (= δίδω).
  • sacrifice (= θυσιάζω),
    όπως το sacerdotal.
  • sacrilege (= ανοσιούργημα),
    βλ. sacerdotal.
  • sad (= λυπηρός, αρχική έννοια γεμάτος),
    από το λατινικό satis (= επαρκής), της ρίζας sa- (= αδρός), ↔ άω / άημι (πνέω, χορταίνω), αδρός.
  • saddle (= σέλα),
    η λατινική sella (= κάθισμα), της ρίζας sed- (= κάθομαι), ↔ έδρα.
  • safety (= ασφάλεια),
    της ρίζας sol-, ↔ όλος, salvation, solid.
  • sag (= κρέμομαι, βυθίζω),
    πιθανώς συγγενές με το αρχαίο επίρρημα ήκα (ησύχως).
  • saggy (= χαλαρός),
    όπως το sag.
  • saginate (= παχαίνω ζώα),
    από το λατινικό sagino, από σάττω (χορταίνω), εξού η σαγήνη (δίχτυ).
  • Sagittarius (= Τοξότης),
    ο αστερισμός, από τη sagitta (= σαΐτα), της ρίζας sag-, όπως το seek.
  • sake (= χάρη),
    της ρίζας sag- (= ερευνώ), βλ. forsake, seek.
  • salacious (= λάγνος),
    από το λατινικό saltio (= πηδώ), ↔ άλλομαι.
  • salient (= εξέχων, προεξοχή),
    της ρίζας sal- του άλλομαι, πηδώ, εξού σαλτάρω, σάλτο.
  • sally (= ξεκινώ, πηδώ),
    της ρίζας sal-, όπως το salient.
  • salute (= χαιρετίζω),
    όπως το safety.
  • salvation (= σωτηρία),
    από το λατινικό salveo (= υγιαίνω), από τον όλβο (ευτυχία), της ρίζας solh2- (= όλος), ↔ whole, health, για τα οποία έχει επίσης προταθεί η ρίζα kailo- (= όλος, ευοίωνος).
  • salve (= αλοιφή),
    της ρίζας selp- (= βούτυρο), ↔ έλπος / έλφος (λάδι / βούτυρο).
  • same (= όμοιος),
    ομόρριζα, της ρίζας som-, παραλλαγή της sem- του ενός.
  • samovar (= σαμοβάρι),
    σύνθετη ρωσική λέξη που σημαίνει «αυτός που βράζει μόνος του», self-boiler), από τις ρίζες sem- (= ένας) + wer- (= καίω).
  • sample (= δείγμα),
    από το λατινικό emo (= αγοράζω), της ρίζας em- (= διανέμω).
  • sanatorium (= σανατόριο),
    βλ. sane.
  • sanction (= επικυρώνω, κύρωση),
    απο το λατινικό sanctus (= άγιος), ομόρριζα.
  • sand (= άμμος),
    της ρίζας bhes- (= τρίβω), ↔ ψάμμος / άμμος, ψήφος, ψήκτρα, ψήγμα, ψωμί. Η ίδια ρίζα σημαίνει «φυσώ, αναπνέω», ↔ ψεύδομαι, ψυχή, ψιλός.
  • sane (= υγιής),
    από το λατινικό sanus, της ρίζας swa-n-, ↔ σως (σάος, σώος), σώμα, σωρός, σώφρων.
  • sanitize (= απολυμαίνω, εξυγιαίνω),
    όπως το sane.
  • sapient (= σοφός),
    ομόρριζα, από το λατινικό sapio (= γεύομαι, δοκιμάζω), της ρίζας sap- / seh1p- (= αναζητώ), ↔ sophomore.
  • sapor (= γεύση),
    όπως το sapient.
  • sarcasm (= σαρκασμός),
    της ρίζας twerk- (= κόβω), ↔ σάρκα (σαρξ / συρξ), δηλ. κομμάτι κρέας. Σαρκάζω σήμαινε αρχικά «απογυμνώνω από τη σάρκα» και μεταφορικά «μιλώ σκληρά».
  • sartorial (= ραπτικός),
    από τα λατινικά sartor (= ράπτης), sarcio (= επιδιορθώνω), της ρίζας serk- (= περιφράσσω), ↔ έρκω (φράζω), όρκος.
  • sartorius (= εννοείται muscle, o ραπτικός μυς του μηρού),
    όπως το sartorial.
  • sash. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη αναφέρεται στον τύπο παραθύρου που ανοίγει προς τα πάνω κατά το ήμισυ, από τη λατινική capsa (= κάσα, κουτί),
    της ρίζας kap- (= κάπτω), ↔ chassis, ενω η δεύτερη σημαίνει «κορδέλα», αραβικής προέλευσης.
  • satiate (= χορταίνω),
    βλ. satisfy.
  • satisfy (= ικανοποιώ),
    από το λατινικό satis (= αρκετός), της ρίζας sa- (= ικανοποιώ) ή της ρίζας seh2- (= ικανοποιώ), ↔ άω / αδέω (πνέω, είμαι χορτασμένος), αδηφάγος, άδην (μέχρι κόρου), αδρός, σάτιρα. το -fy είναι από το facio (= φτιάχνω), του τίθημι. Σημειώνεται ότι το αρχαίο σάττω, προφανώς ομόρριζο, σήμαινε χορταίνω (και φορτώνω), ↔ σάγμα (σαμάρι), σομιέ, sommier.
  • satrap (= σατράπης),
    σύνθετη λέξη από τις περσικές shah (= σάχης) + pavan (= φύλακας) της ρίζας pa- (= τρέφω, προστατεύω), ↔ πατέομαι (= τρώγω), food και ο παλίός παβάντης (νυχτοφύλακας).
  • saturate (= προκαλώ κορεσμό, χορταίνω),
    όπως το satisfy.
  • saturated (= κορεσμένος),
    όπως το satisfy.
  • savage (= άγριος),
    από τα λατινικά salvaticus / silvaticus (= δασικός), sylva / silva (δάσος), ↔ ύλη, της ρίζας sel- / selw-, ↔ ίδη (ξύλο, δάσος). Το ξύλο δεν είναι «εξ ύλης», αλλά της ρίζας ksulo-.
  • save (= εξοικονομώ, σώζω),
    όπως το salvation.
  • saviour (= σωτήρας),
    όπως το save.
  • saw. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «πριόνι», από το λατινικό seco (= κόβω),
    ↔ σχάζω και cseo (= ξέω, ξύνω). η δεύτερη σημαίνει «παροιμία», από το say.
  • sawyer (= πριονιστής),
    όπως το πρώτο saw.
  • say (= λέγω),
    της ρίζας sekw-3 (= ομιλώ), ↔ είπον, έπος, έπος, θεσπέσιος, saga (= μύθος). Η ρίζα sekw-1 σημαίνει «ακολουθώ» και η ρίζα sekw-2 «βλέπω».
  • scabies (= ψώρα),
    λατινική λέξη της ρίζας (s)kep- (= κόβω), ↔ σκάπτω.
  • scald (= ζεματίζω, έγκαυμα),
    από το λατινικό caleo (= θερμαίνω), βλ. chauffeur.
  • scale. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. #1. Σημαίνει «λέπι, ζυγαριά», της ρίζας skel-1 (= σχίζω, κόβω),
    ↔ σκάλλω, σκαληνός. #2. Σημαίνει «κλίμακα, σκαρφαλώνω», από το λατινικό scando (= σκαρφαλώνω), βλ. ascend. #3. Σημαίνει «σχιστόλιθος», shale, ↔ shell.
  • scallop (= χτένι, το θαλασσινό),
    όπως το scalp.
  • scalp (= σκαλπ, τριχωτό τη κεφαλής),
    της ρίζας skel-1 (= σχίζω, κόβω), των σκάλλω, σκαληνός.
  • scalpel (= σκαρπέλο, νυστέρι),
    όπως το scalp.
  • scammer (= απατεώνας),
    όπως το scamper.
  • scamper (= τρέχω γρήγορα),
    από ex + campo, ↔ καμπή, κάμπτω, campus.
  • scampi (= γαρίδες),
    πληθυντικός του ιταλικού scampo, ↔ καμπή. Σημειώνεται ότι για την γαρίδα υπήρχε η προελληνική λέξη κάμμαρος, στα λατινικά cammarus, από την οποία προέκυψε το Καμερούν, Cameroon, από την πορτογαλική ονομασία ποταμού στις εκβολές του οποίου αφθονούσαν οι γαρίδες (Rio dos Camerões).
  • scant (= ελάχιστος, σπάνιος),
    από τα γερμανικά, της ρίζας kem- (= χωρίς κέρατα), ↔ κεμάς (ελαφίνα), hind.
  • scape (= θέα, τοπίο),
    από το λατινικό scapus (= στύλος, κλάδος), ο αρχαίος σκάπος (κλάδος), ↔ σκήπτω (στηρίζω), σκήπτρο, scepter, της ρίζας (s)kep- (= κόβω).
  • scapula (= ωμοπλάτη). Από τη λατινική ωμοπλάτη, scapulae (πληθυντικός),
    εξού τα καπούλια, από τα scapio / σκάπτω. Το ρήμα σκαπουλάρω μοιάζει συγγενές, αλλά δεν είναι, αφού προήλθε από ex + capula (= σαρκοφάγος, τάφος), από τα capio / κάπτω.
  • scar. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «ουλή», ↔ εσχάρα η οποία αρχικά αναφερόταν στο τραπέζι πλάι στους βωμούς, ενώ αργότερα απέκτησε τη σημασία πληγής από έγκαυμα. Η δεύτερη σημαίνει «πετρώδης πλευρά γκρεμού», από το λατινικό carpo (= κόβω, μαδώ),
    της ρίζας sker-1 (= κόβω) ή kerp- (= καρπίζω), ↔ κείρω, καρπός.
  • scarce (= σπάνιος),
    από τα λατινικά ex + carpo (= κόβω, μαδώ), βλ. scar #2.
  • scarf (= κασκόλ),
    όπως το scar #1.
  • scarify (= χαράζω φλούδα δέντρου),
    από τον αρχαίο σκάριφο (καρφίδα, στύλος) που χρησιμοποιόταν για τη χάραξη, της ρίζας skribh- (= κόβω).
  • scarp (= γκρεμός),
    όπως το scar #2.
  • scathe (= τραυματίζω),
    της ρίζας sket-, ↔ ασκηθής (ακέραιος, αβλαβής), πιθανώς συγγενές των σχέθω (αποκρούω) και έχω.
  • scatter (= διασκορπίζω),
    νορβηγικής προέλευσης, συγγενές του σκεδάζω, της ρίζας sq(h)ind- (= σχίζω). Το διασκεδάζω αναφερόταν αρχικά στο σκόρπισμα της ανίας.
  • scent (= άρωμα),
    γερμανικής προέλευσης, από το λατινικό sentio (= αισθάνομαι), ↔ σενσουαλισμός, σένσορας.
  • scavenger (= ρακοσυλλέκτης, αρχικά συλλέκτης φόρων),
    της ρίζας keu- / skeu- (= αντιλαμβάνομαι), όπως το caution.
  • sciolist (= ημιμαθής),
    της ρίζας skei- (= σχίζω), ↔ schism, science.
  • scherzo (= σκέρτσο),
    από το γερμανικό scherzen (= πηδώ από χαρά), της ρίζας (s)kerd- (= πηδώ), ↔ κραδαίνω (σείω), σκιρτώ.
  • schmear (= λαδώνω, δωροδοκώ),
    από τα γίντις, όπως το smear.
  • scholar (= λόγιος),
    από τη σχολή, από το έχω.
  • school (= κοπάδι ψαριών),
    λέξη διαφορετική από το school-σχολείο, για το οποίο βλ. epoch. προήλθε από τη ρίζα skal-1 (= κόβω), επειδή το κοπάδι μπορεί και διαιρείται, ↔ σκάλλω (σκάβω).
  • sciatica (= ισχυαλγία),
    από το λατινικό ischiadicus, από το ισχίον, ↔ ιξύς (μέση).
  • scintillate (= σπινθηρίζω),
    ομόρριζα, της ρίζας skey- (= λάμπω, διαιρώ).
  • scion (= βλαστάρι, απόγονος),
    από το λατινικό seco (= κόβω), ↔ *cseo (= ξέω, ξύνω).
  • scission (= σχάση),
    από το λατινικό scindo (= σχίζω), ομόρριζα.
  • scissors (= ψαλίδι),
    όπως το scission.
  • sclerosis (= σκλήρυνση),
    από τον σκληρό, ↔ σκέλλω (ξηραίνω), σκελετός.
  • scold (= επιπλήττω),
    νορβηγικής προέλευσης, της ρίζας sekw- (= έπομαι), ↔ έπος, οπαδός ή από scald.
  • sconce (= απλίκα, οχυρό),
    βλ. abscond.
  • scone (= ψωμάκι),
    της ρίζας keu- / skeu- (= παρατηρώ), ↔ κύδος, caution.
  • scoop (= κουτάλα, αποκλειστικότης, βγάζω),
    όπως το scabies.
  • scope (= αντικείμενο, πεδίο, παρατηρώ),
    από το λατινικό ρήμα specio (= παρατηρώ), ↔ σκοπώ (βλέπω, στοχεύω), σκέπτομαι, της ρίζας spek- που έδωσε όργανα παρατήρησης με την κατάληξη -σκόπιο, -scope.
  • scopophilia (= ηδονοβλεψία),
    από το σκοπώ.
  • scorch (= καψαλίζω),
    πιθανώς από ex + cortex (= φλοιός), ↔ χόριον, γρύτη (ψίχουλο), γρύλος, κείρω (κουρεύω, κόβω).
  • scoria (= σκωρία),
    πορώδες πυριγενές πέτρωμα, από το σκωρ (στη γενική σκατός). Η αρχαία λέξη έχει δώσει παράγωγα όπως scatology, σκέρβολος (= υβριστής, κατά λέξη «κακοβόλος»), από σκωρ + βάλλω, ↔ σκερβελές.
  • scorn (= περιφρονώ). Η επικρατέστερη εκδοχή είναι από το γερμανικό scherzen
    (= πηδώ από χαρά), της ρίζας (s)kerd- (= πηδώ), ↔ κραδαίνω (σείω), σκέρτσο, σκιρτώ. Μια άλλη εκδοχή, από τα λατινικά ex + cornu (= κέρας), της ρίζας ker-1, ↔ κράνος, κορυφή, κριός. Και στις δύο εκδοχές μεσολαβούν παλιά γαλλικά ρήματα (escarn, escorne).
  • scoundrel (= παλιάνθρωπος),
    από το λατινικό abscondo (= κρύβω), από abs (= χωρίς) + condo (= συναρμολογώ), από cum + do.
  • scour. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «καθαρίζω τρίβοντας», από ex + curo (= φροντίζω),
    από το αρχαίο ρήμα κορέω (σπέρνω, σαρώνω, φροντίζω). η δεύτερη σημαίνει «κινούμαι ψάχνοντας», από ex + curro (= τρέχω).
  • scourge (= μαστίγιο),
    από το λατινικό corrigio (= ιμάντας), ↔ χόριον.
  • scrabble (= σκαλίζω με τα νύχια),
    της ρίζας sker-1 (= κόβω).
  • scramble (= ορμάω, κρυπτογραφώ, κάνω ομελέτα),
    όπως το scrabble.
  • scrap (= κομματάκι, παλιοσίδερα),
    της ρίζας sker-1 (= κείρω), δηλ. κουρεύω, κόβω, ↔ σκράπας.
  • scrape (= ξύνω),
    όπως το scrap.
  • screw (= βίδα κ.α.),
    της ρίζας sker-1 (= κείρω, κόβω), από το λατινικό scrobis (= τάφρος), ↔ scrofa (= σκρόφα, γουρούνα), που σκάβει (κόβει) το χώμα.
  • scrotum (= όσχεο),
    από τον αρχαίο γωρυτό (φαρέτρα).
  • scrub (= τρίβω),
    όπως το scrap.
  • scruple (= ενδοιασμός, παλιά μονάδα βάρους),
    από το λατινικό scrupulous, υποκοριστικό του scrupus (= μυτερή πέτρα), της ρίζας (s)ker-1 (= κόβω), ↔ κείρω, short.
  • scrupulous (= σχολαστικός, ευσυνείδητος),
    όπως το scruple.
  • scrutinize (= εξετάζω λεπτομερώς),
    από το λατινικό scruta (= σκουπίδια), της ρίζας (s)ker-1 (= κόβω), ↔ κείρω, short.
  • scud (= κινούμαι ταχέως),
    πιθανώς σχετίζεται με το quash. Το παλιό σκούδο, ιταλικό scudo, ισπανικό escudo, είναι άσχετα, προερχόμενα από το escutcheon.
  • scullery (= χώρος λάντζας),
    από το λατινικό scutum (= ασπίδα), ↔ σκύτος.
  • scum (= αφρός),
    της ρίζας (s)keu- ή (s)kew- (= καλύπτω), βλ. cutaneous.
  • scurf (= πιτυρίδα),
    της ρίζας sker-1 (= κόβω) του κείρω.
  • scuttle (= κουβάς),
    από το λατινικό scutella, υποκοριστικό του scutum (= ασπίδα), ↔ σκύτος (δέρμα), της ρίζας skey- (= κόβω).
  • seal. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «σφραγίζω», από το λατινικό sigellum (= εικονίδιο),
    υποκοριστικό του signum (= σημάδι), της ρίζας sekw-, ↔ έπομαι. Η δεύτερη σημαίνει «φώκια», γερμανικής καταγωγής.
  • sealant (= στεγανωτικό, σφραγιστικό),
    όπως το sign.
  • seam (= ραφή),
    της ρίζας syu- (= συνδέω, ράβω), ↔ sew, suture, υμήν, σούβλα, κασσύω.
  • séance (= τελετή),
    γαλλική λέξη, από το sedeo (= έζομαι).
  • sear (= καυτηριάζω, καψαλίζω),
    ↔ αύω (καίω), αύος (ξηρός), της ρίζας saws- (= ξηρός).
  • search (= ψάχνω),
    από το λατινικό circo (= πηγαίνω κυκλικά), της ρίζας sker-2 (= κάμπτω), ↔ rank, curb, κορώνη, τσίρκο.
  • sebum (= σμήγμα),
    όμοιο με το λατινικό sebus (= λίπος), από sus (= χοίρος), στα αρχαία υς / συς.
  • secant (= τέμνουσα),
    της ρίζας sek- (= κόπτω).
  • secession (= απόσχιση),
    από τα λατινικά se- (= ξεχωριστά) + cedo (= υποχωρώ), όπως το abscess. Στα γερμανικά Sezession λέγεται η art nouveau.
  • secret (= μυστικό),
    από secretus, se- (= χωρίς, ξεχωριστά) + cerno (= χωρίζω), ↔ κρίνω.
  • secular (= κοσμικός),
    από το λατινικό saeculum (= φυλή), ↔ sero / σπείρω.
  • secure (= ασφαλής),
    από se- (= χωρίς) + cura (= φροντίδα), από κουρέω / κορέω (φροντίζω).
  • sedentary (= καθιστικός),
    από το sedeo (= κάθομαι), ↔ έζομαι.
  • sedition (= εξέγερση),
    από τα λατινικά se- (= ξεχωριστά) + ρηματικό τύπο του eo (= πηγαίνω), με συγγενή τα είμι (πηγαίνω), ίημι (το ite = ίτε). Η παρεμβολή του d έγινε για λόγους ευφωνίας.
  • sedulous (= επιμελής),
    της ρίζας del-2 (= μετρώ, διηγούμαι), ↔ δόλος.
  • seed (= σπόρος),
    της ρίζας se- του λατινικού sero (= σπείρω), ↔ ηθμός, ηθέω (διυλίζω, στραγγίζω).
  • seek (= αναζητώ),
    από τα λατινικά sagio (= αντιλαμβάνομαι), sagus (= προφητικός), ↔ ηγούμαι, εξήγησις, exegesis, της ρίζας sag- (= ιχνηλατώ). Παλιότερα είχε προταθεί για το sagio το αρχαίο σάγος (μανδύας, δίχτυ), ↔ σαγήνη, σάττω (σαμαρώνω). Παραλλαγή του seek είναι το sick (= όρμα, παράγγελμα σε σκύλους), διάφορο του γερμανικής καταγωγής sick (= άρρωστος).
  • seem (= μοιάζω),
    όπως το same.
  • seep (= στάζω),
    όπως το sebum.
  • segment (= κομμάτι, τμήμα),
    όπως το secant.
  • segregate (= διαχωρίζω),
    από τα λατινικά se- (= χωριστά) + grex (= αγέλη), ↔ αγείρω (συγκεντρώνω).
  • Seine (= Σηκουάνας),
    από τη λατινική θεότητα Sequana, ↔ ικμάς (υγρασία).
  • select (= διαλέγω),
    από se- + lego (= διαλέγω).
  • self (= ίδιος),
    λέξεις ομόρριζες, των ριζών (s)we- > sel-bho-. Υπενθυμίζεται η μετατροπή του δ σε l, όπως δάκρυμα → lacrima.
  • sell (= πουλώ),
    από τον ρηματικό τύπο ελείν του αιρέω (αρπάζω), της ρίζας sel-3 (= παίρνω).
  • semantics (= σημασιολογία),
    της ρίζας dheie- (= βλέπω), ↔ σήμα, zen.
  • semblance (= ομοιότης),
    όπως το same.
  • seme. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «σήμα», βλ. semantics. Η δεύτερη σημαίνει «καλυμμένος με επαναλαμβανόμενα σχέδια», της ρίζας se-, ↔ semen.
  • semen (= σπέρμα),
    από το sero (= σπέρνω), της ρίζας sa / se, ↔ ηθέω (στραγγίζω), ηθμός.
  • seminar (= σεμινάριο),
    όπως το semen.
  • semiotic (= σημειολογικός),
    όπως το semantics.
  • sensor (= αισθητήρας, σένσορας),
    από το λατινικό sentio (= αισθάνομαι), όπως το assent.
  • sentient (= ευαίσθητος),
    όπως το sensor.
  • sentiment (= συναίσθημα),
    όπως το sensor.
  • sepal (= σέπαλο),
    από συμφυρμό των separate + πέταλο.
  • separate (= διαχωρίζω),
    από το λατινικό separo, από se- (= χωριστά) + paro (= γεννώ, ετοιμάζω), της ρίζας per- / pere-1 (= παράγω) των περί, πέραν, πόρις κ.λπ.
  • sequel (= ακολουθία),
    της ρίζας sekw- (= ακολουθώ), ↔ έπομαι.
  • sequester (= απομακρύνω),
    όπως το sequel.
  • sere (= ξηρός, μαραμένος),
    της ρίζας saus-, ↔ αύω (ξηραίνω).
  • serene (= γαλήνιος),
    από το λατινικό serenus (= ξηρός), της ρίζας ksero- του ξηρού.
  • serial (= σειρά, σίριαλ, κατά συρροή),
    από το λατινικό sero (= συνδέω), ↔ είρω (επίσης συνδέω, στη σειρά), ειρμός, έρμα, ορμαθός, της ρίζας ser-.
  • series (= σειρά),
    όπως το serial.
  • sermon (= κήρυγμα),
    της ρίζας ser-2 (= παρατάσσομαι) ή της ρίζας swer-1 / wer-5 (= ομιλώ), ↔ είρω (λέγω), ironic.
  • serpent (= ερπετό),
    ομόρριζα, όπως το λατινικό repo (= έρπω).
  • serrated (= πριονωτός),
    από το λατινικό serra (= πριόνι), από seco (= κόβω), ↔ *cseo (= ξέω, ξύνω).
  • serum (= ορός),
    ομόρριζα του ρέω, της ρίζας srew- / ser- (= ρέω).
  • serve (= εξυπηρετώ, θητεύω, σερβίρω),
    από τα λατινικά servio (= υπηρετώ), servus (= υπηρέτης), της ρίζας ser-wo- (= προστατεύω), ↔ ήρως, όρμος. Σύνθετα ρήματα όπως conserve, deserve, observe, preserve, reserve προέρχονται από το παραλλαγμένο servo (= συντηρώ, φυλάγω), της ρίζας ser- (= είρω, συνδέω).
  • service (= σερβίς, σέρβις, υπηρεσία),
    όπως το serve.
  • session (= σύνοδος, συνεδρίαση),
    της ρίζας sed- (= κάθομαι), ↔ έζομαι.
  • set. Πρόκειται για πολλές λέξεις που εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες. Οι λέξεις της πρώτης σημαίνουν «πήζω, δύω, σταθερός» και ετυμολογούνται όπως το session. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει το σετ, «συλλογή ομοειδών πραγμάτων», της ρίζας sekw- του έπομαι, ή από τη μετοχή sectus του λατινικού seco (= κόβω),
    ↔ τσεκούρι, σέκτα (σέχτα).
  • settle (= τακτοποιώ, εγκαθιστώ),
    της ρίζας sed- (= κάθομαι), ↔ έδρα.
  • sever (= αποκόπτω, διαχωρίζω),
    όπως το separate.
  • several (= αρκετοί),
    όπως το separate.
  • severe (= αυστηρός),
    από τα σεβηρός, σέβας, ή από se- (= χωριστά) + verus (= αληθής) ή της ρίζας του έχω, segh-.
  • sew (= ράβω),
    όπως το seam.
  • sewer. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «υπόνομος», από τα λατινικά ex + aquarius (= υδάτινος),
    με την έννοια «απομακρύνω το νερό». Η δεύτερη σημαίνει «ράπτης», της ρίζας syu-, όπως το sew. εναλλακτικά από το λατινικό assideo (= κάθομαι κοντά, από ad + sedeo (= έζομαι), επειδή ο ράπτης εργάζεται καθιστός.
  • sexton (= νεωκόρος),
    από το ύστερο λατινικό sacristanus, από sacer (= ιερός), συγγενές με το άγος, αντικείμενο θρησκευτικού φόβου και ευλάβειας, + άζομαι (σέβομαι).
  • shaft (= στύλος, φρεάτιο),
    της ρίζας (s)kep- (= κόβω), ↔ σκήπτρο, scepter.
  • shale (= σχιστόλιθος),
    της ρίζας skel-1 (= σχίζω, κόβω), του σκάλλω, βλ. shelf.
  • shallow (= ρηχός),
    από το σκάλλω (σκάβω), της ρίζας skel-1 (= κόβω).
  • shame (= κρίμα, ντροπή),
    όπως το ashamed.
  • shape (= σχήμα, μορφοποιώ),
    της ρίζας (s)kep- (= κόβω, ξύνω), ↔ σκάπτω.
  • shard (= θραύσμα),
    της ρίζας sker-1, του κείρω.
  • share. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις που ωστόσο είναι της ίδιας ρίζας sker-1 (= κόβω): η πρώτη σημαίνει «μοιράζομαι, μετοχή», ενώ η δεύτερη είναι το υνί.
  • sharp (= αιχμηρός),
    από το αρχαίο κάρφος (ξερό κλαδί), της ρίζας sker-1 (= κόβω), ↔ κάρφω (ξηραίνω), καρφί.
  • shatter (= συντρίβω),
    όπως το scatter.
  • sheaf (= δεμάτι),
    της ρίζας skei- / sker-1 (= σχίζω, κόβω), ↔ σχίδαξ, schism, κόρις (κοριός), κορμός, σκωρ, σκωρία, scoria.
  • shear (= κλαδεύω, στον πληθυντικό το κλαδευτήρι, διατμητικός),
    από το λατινικό carpo (= κόβω, τραβώ), ↔ καρπίζομαι (μαζεύω τον καρπό), harrow, carpet, harvest, της ρίζας kerp- (= μαδώ).
  • sheath (= θήκη),
    όπως το shift.
  • sheave (= δεματιάζω),
    όπως το sheaf.
  • sheen (= λάμψη),
    της ρίζας keu- / skeu- (= παρατηρώ), ↔ κύδος, caution.
  • sheer (= απολύτως, εντελώς),
    της ρίζας sker-1 (= κείρω, κόβω).
  • shelf. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «ράφι», της ρίζας skel-1 (= κόβω),
    ↔ σκάλλω (σκαλίζω), σκαληνός / σκαλνός (άνισος), scalene, σκόλοψ (πάσσαλος), scalpel. Η δεύτερη σημαίνει τον αμμώδη βυθό, άγνωστης προέλευσης.
  • shell (= τσόφλι, αχιβάδα),
    όπως το shelf.
  • shelter (= καταφύγιο, προστατεύω),
    σύνθετη λέξη, από shield + τη ρίζα deru- / dreu- (= γερός), ↔ δρυς, tree.
  • shield (= προστατεύω, ασπίδα),
    όπως το shelf #1.
  • shift (= μετατοπίζω),
    της ρίζας skei- / skheid- (= σχίζω), ↔ schism, σχίσμα, prescient, nescient, schizophrenia, shed, scudo, squire, ski, shoddy.
  • shin (= κνήμη, σκαρφαλώνω με χέρια και πόδια),
    όπως το shift.
  • shingle (= σανίδα, παραλία με βότσαλα),
    από το λατινικό scindula, όπως το shift.
  • shirt (= πουκάμισο),
    της ρίζας sker-1 (= κόβω), ↔ κόρις (κοριός), κορμός, σκωρ, σκωρία, scoria.
  • shit (= σκατό),
    από το λατινικό scindo (= σχίζω), λέξεις ομόρριζες, της ρίζας skei- / skheid-, ↔ shift.
  • shiver. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «κομματάκι», από scindo (= σχίζω),
    της ρίζας skei- (= κόβω, σχίζω). η δεύτερη σημαίνει «τρέμω, ρίγος», άγνωστης ετυμολογίας.
  • shoal (= κοπάδι, ιδίως ψαριών),
    ↔ school (= κοπάδι ψαριών).
  • shock (= σοκ),
    από το γαλλικό choc, γερμανικής καταγωγής για λέξη που σήμαινε «βίαια συνάντηση πολεμιστών».
  • shoddy (= πρόχειρος, κακός),
    της ρίζας skei- / skheid- (= σχίζω), όπως το abscissa.
  • shore (= ακτή),
    όπως το shirt.
  • short (= βραχύς),
    όπως το shirt.
  • shout (= κραυγάζω),
    από το αρχαίο κυδάζω (υβρίζω), διάφορο του κυδαίνω (δοξάζω).
  • show (= δείχνω),
    της ρίζας keu- / skeu- (= παρατηρώ), ↔ κύδος, caution.
  • shred (= κομματιάζω),
    της ρίζας sker- (= κόβω), δια της γερμανικής οδού.
  • shrine (= μαυσωλείο, ιερός τόπος),
    από το λατινικό scrinium (= κιβώτιο για έγγραφα), ↔ σκρίνιο, scribe, της ρίζας skribh- ή sker-1.
  • shrink (= συρρικνώνω),
    της ρίζας sker-2 (= κάμπτω), ↔ κίρκος.
  • shrive (= εξομολογούμαι),
    από το λατινικό scribo (= γράφω), ομόρριζα.
  • shroud (= σκεπάζω),
    όπως το shred.
  • shrub (= θάμνος),
    της ρίζας sker-1 (= κόβω).
  • shun (= αποφεύγω),
    πιθανώς της ρίζας skeu- (= καλύπτω).
  • shunt (= παραμερίζω),
    όπως το shun.
  • siccative (= ξηραντικός),
    όπως το desiccate.
  • sickle (= δρεπάνι),
    από το λατινικό secula της ρίζας sek- (= κόπτω) των έπομαι, σινιάλο, δια της γερμανικής οδού.
  • sidereal / sideral (= αστρικός, που μοιάζει με αστέρα),
    από το λατινικό sidus, sideris (= άστρο), της ρίζας sweid- (= shine, λάμπω). Μια άλλη προσέγγιση υποστηρίζει ότι αρχικά η λέξη sidus σήμαινε το είδος, επειδή οι αστέρες θεωρούνταν μορφές, είδη των θεών, όπου είδος = ό,τι φαίνεται, από είδω (φαίνομαι, γνωρίζω), όπου είδησις είναι η γνώση.
  • siege (= πολιορκία),
    της ρίζας sed- (= κάθομαι), ↔ έζομαι.
  • sieve (= κόσκινο),
    από το λατινικό sebum (= σμήγμα), της ρίζας seib- / seyb- (= εκκρίνω, κοσκινίζω), ↔ σήθω (κοσκινίζω), σήτα, ηθέω (διυλίζω).
  • sift (= κοσκινίζω),
    όπως το sieve.
  • sign (= υπογράφω),
    από signum (= οιωνός, σημάδι), ως κάτι σταθερό που ακολουθείται, ↔ σινιέ, έπομαι, οπαδός, της ρίζας sekw- (= ακολουθώ).
  • signal (= σήμα),
    όπως το sign
  • signature (= υπογραφή, τυπογραφικό 16σέλιδο),
    από το λατινικό signum (= σημείο), της ρίζας sekw- (= έπομαι).
  • signet (= σφραγιδόλιθος),
    όπως το sign.
  • silent (= σιωπηλός),
    από το λατινικό sileo, πιθανώς σχετικό με σιγαλέω, σιγώ.
  • silica (= πυρίτιο διοξίδιο),
    από το λατινικό silex (=πυριτόλιθος), ↔ χάληξ, χαλίκι, από το σκάλλω (σκαλίζω), της ρίζας skel- (= σπάζω).
  • silicon (= πυρίτιο),
    όπως το silica.
  • silicone (= σιλικόνη),
    όπως το silica.
  • sill (= δοκάρι),
    της ρίζας swel-3, ↔ σέλμα (δοκάρι, πάγκος κωπηλάτη).
  • silly (= ανόητος),
    παλαιότερη μορφή seely, από το γερμανικό selig (= ευτυχής), συγγενή με ιλάσκομαι ή όλος.
  • silt (= ιλύς),
    από sal / άλας.
  • similar (= παρόμοιος),
    από το λατινικό similis, ↔ ομαλός, ομός (όμοιος), της ρίζας sem- (= ένας).
  • simple (= απλός),
    λέξεις σύνθετες και ομόρριζες. Προέρχονται από τις ρίζες sem- (= ένας) + pel-2 (= διπλώνω).
  • simulate (= εξομοιάζω),
    από το simulo (= προσποιούμαι), όπως το similar.
  • simultaneous (= ταυτόχρονος),
    όπως το similar.
  • sin (= αμαρτάνω),
    ↔ esse / εστί, της ρίζας h1es- / es- (= be, είμαι).
  • sincere (= ειλικρινής). Σύνθετη λέξη, από τις ρίζες sem-
    (= ένας, same) + ker-2 (= αύξηση), ↔ cresco (= αυξάνω), create (= δημιουργώ), κόρη, κούρος.
  • singe (= καψαλίζω),
    πιθανώς ↔ sing.
  • sinuous (= ελικοειδής),
    από το λατινικό sinus (= κοιλότης, αγκαλιά), ↔ σιφνός (κοίλος).
  • sinusitis (= ιγμορίτιδα),
    όπως το sinuous. Η ιγμορίτιδα προήλθε από την κατά γράμμα απόδοση στα ελληνικά, transliteration, του ονόματος του άγγλου ιατρού Nathaniel Highmore.
  • sip (= ρουφάω),
    όπως suck και sup (= ρουφάω).
  • sissy (= άτολμος νεαρός),
    βλ. sister.
  • sit (= κάθομαι),
    από το sedeo (= κάθομαι), ↔ έζομαι.
  • sitar (= σιτάρ),
    ινδικής καταγωγής, της ρίζας ten- (= τείνω).
  • situate (= τοποθετώ),
    όπως το hamlet.
  • situation (= κατάσταση),
    της ρίζας tke- (= κατοικώ), ↔ home, κώμη.
  • skene (=είδος στιλέτου),
    της ρίζας skei- (= σχίζω). Δεν έχει σχέση με τη σκηνή.
  • ski (= σκι),
    νορβηγικής προέλευσης, της ρίζας sekw-1 (= ακολουθώ), του έπομαι ή της ρίζας skei- (= σχίζω).
  • skill (= δεξιοτεχνία),
    της ρίζας skel-1 (= κόβω), ↔ σκάλλω (σκαλίζω).
  • skim (= ξαφρίζω),
    της ρίζας (s)keu- ή (s)kew- (= καλύπτω), όπως το scum. Το αποβουτυρωμένο γάλα λέγεται skimmed milk.
  • skirmish (= αψιμαχία),
    από το ιταλικό scaramuccia, της ρίζας sker-1 (= κείρω, κόβω).
  • slack (= χαλαρός),
    από το λατινικό langueo (= είμαι αδύνατος), ↔ λήγω, βλ. languid.
  • slander (= δυσφημίζω, συκοφαντία),
    από το γαλλικό esclandre (= σκανδαλώδης δήλωση), από το σκάνδαλον, αρχικής σημασίας «παγίδα».
  • slash (= κόβω, χτύπημα, η «κάθετος» /),
    από το γαλλικό éclater (= βροντώ, σχίζω), που έχει περάσει στο κλατάρω. σημειώνεται ότι το παράγωγο éclat – επίσης γαλλοαγγλική λέξη – σημαίνει «λάμψη».
  • slat (= σανίδα),
    από το παλιό γαλλικό esclater (= σπάζω), το σύγχρονο éclat (= κρότος), βλ. slash.
  • slave (= σκλάβος),
    από Slav, Σλάβος, επειδή πολλοί σκλάβοι ήταν σλαβικής καταγωγής, της ρίζας kleu- / klew- του αρχαίου κλύω (ακούω), βλ. leer.
  • sleep (= κοιμάμαι, ύπνος),
    ↔ ύπνος, της ρίζας sleb- / swep-, που συνδέεται πιθανώς με τη ρίζα sleg- / slag- (= χαλαρώνω) του languid.
  • slide (= γλιστρώ),
    της ρίζας (s)lei- / sleidh-, ↔ ολισθαίνω, λίμνη, λείμαξ (γυμνοσάλιαγκος), slip.
  • slight (= ελαφρύς, προσβάλλω),
    όπως το slide.
  • slimy (= γλιστερός, κολλώδης, μυξώδης),
    όπως το slide.
  • slip (= γλιστρώ, εσώρουχο),
    της ρίζας (s)lei-, όπως το slide.
  • slit (= σχισμή),
    όπως το slash.
  • slope (= κλίση, πλαγιά),
    της ρίζας slei- / sleubh- (= γλιστρώ), ↔ ολισθαίνω.
  • slot. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «σύρτης», της ρίζας klau- (= άγκιστρο),
    ↔ κλείω / κλειδί. Η δεύτερη σημαίνει «σχισμή, γλιστρώ», νορβηγικής προέλευσης.
  • sluice (= υδατοφράκτης, δίοδος, ξεπλένω),
    από exclude (= αποκλείω), από claudo (= κλείνω).
  • smear (= σμήγμα, μουτζουρώνω),
    της ρίζας smer-u- (= λιπαρός), ↔ μύρον, σμάω / σμήχω (σπογγίζω) και το τσεχικό Smetana, γνωστό από τον ομώνυμο συνέτη (= κρέμα).
  • smectic (= σμηκτικός),
    κατάσταση υγρών κρυστάλλων, από το λατινικό smecticus (= καθαρτικός, με ιδιότητες σάπωνα), όπως το σμήγμα.
  • smegma (= σμήγμα),
    όπως το smear. Η αρχική σημασία του σμήγματος ήταν «πηλός» που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές ως μέσο καθαρισμού.
  • smelt (= τήκω),
    της ρίζας mel-1- (= μαλακός), βλ. enamel. Ένα αξιοσημείωτο παράγωγο είναι το
  • smelter (= χυτήριο).
  • smile (= μειδίαμα, χαμογελώ),
    από το λατινικό mirο (= θαυμάζω), της ρίζας smei- του μειδιώ, ↔ miracle.
  • smirk (= χαμογελώ, ιδίως με χαιρεκακία),
    όπως το smile.
  • smite (= χτυπώ),
    από σμάω / σμω (αλείφω), σμήχω (καθαρίζω), ↔ σμήγμα.
  • smorgasbord (= ορεκτικό, προκαταρκτικό, κατά λέξη «βουτυρωμένη φέτα ψωμιού»),
    σουηδική λέξη, κατά τα 2/3 τρίτα με ελληνικά συγγενή καθώς αποτελείται από τρεις επιμέρους λέξεις: smör (= βούτυρο), από smear, ↔ μύρον, + gås (= χήνα ↔ goose) + bord (= σανίδα).
  • smo(u)lder (= σιγοκαίω),
    από σμύχω (καίω).
  • smother (= πνίγω, σβήνω),
    από σμύχω (καίω).
  • smut (= λεκές, μαυρίλα),
    από το μύδος (σαπίλα, υγρασία).
  • snare (= παγίδα με θηλιά),
    από τη νάρκη.
  • sneeze (= φταρνίζομαι),
    της ρίζας pneu- (= πνέω).
  • snood (= κασκόλ),
    της ρίζας (s)ne- (= ράβω), ↔ νήμα.
  • snore (= ροχαλίζω),
    της ρίζας pneu- (= πνέω) ή της ρίζας srenk-, ↔ ρέγκω (ροχαλίζω).
  • soak (= μουσκεύω),
    της ρίζας seue- (= υγραίνω), ↔ ύω / ύγω (υγραίνω), υετός, succulent, sip, sup.
  • soap (= σαπούνι),
    από το λατινικό sebum (= σμήγμα), της ρίζας seib- /seyb- (= εκκρίνω, κοσκινίζω).
  • soar (= εκτοξεύομαι, ανεβαίνω),
    από τα λατινικά ex + aura (= αύρα), της ρίζας awer- / wer-1 (= υψώνω), του αέρα. Εναλλακτικά η αύρα ετυμολογείται από τη ρίζα aus- / h2ews- (= λάμπω), από όπου προέρχεται ο λατινικός χρυσός, aurum, βλ. aureole.
  • society (= κοινωνία, εταιρεία),
    της ρίζας sekw-1 (= ακολουθώ), ↔ έπομαι.
  • socket (= πρίζα, κόγχη, αρχικά το υνί),
    από το λατινικό soccus (= παντούφλα), από τον αρχαίο σύκχο, είδος παπουτσιού. Πιθανώς σχετίζεται με τον χοίρο, sus / υς.
  • sodality (= αδελφότης),
    από το λατινικό suesco (= συνηθίζω), από suus (= υμέτερος), της ρίζας swe- (= ίδιος), ↔ idiom, βλ. επίσης consult.
  • soil. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «λερώνω», από το λατινικό suculus (= γουρουνάκι),
    από sus (= υς, χοίρος) ή από solium (= σκάφη κάθισμα, θρόνος), από *sodio- του sedeo, της ρίζας sed-. Η δεύτερη σημαίνει «έδαφος», από το sollus (= όλος), της ρίζας solh2-.
  • soirée (= βραδινό πάρτι),
    αυτούσια η γαλλική λέξη, από το soir, στα ιταλικά sera, της ρίζας se-2 (= αργά), ↔ οψέ, στα λατινικά obs, όψιμος, εσπέρα.
  • sojourn (= μένω, παραμονή),
    από sub + diurno, βλ. diurnal.
  • soke (= δικαίωμα δικαιοδοσίας),
    όπως το seek.
  • solace (= παρηγοριά),
    από το λατινικό solor ( = παρηγορώ), από sollus (= όλος), της ρίζας solh2- / sol-, ↔ ιλάσκομαι, ίλεως (ευμενής), σουλάτσο.
  • solar (= ηλιακός),
    ↔ ήλιος, σέλας, ελάνη (λαμπάδα).
  • solder (= συγκολλώ),
    από solid (= στερεός), από το λατινικό sollus (= ολόκληρος), της ρίζας sol- (= όλος).
  • sole. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «μόνος», από το λατινικό solus (= μόνος),
    ↔ σολάρω, σόλο, συγγενή με τα so / ως, της ρίζας s(w)e- (= he, she). H δεύτερη σημαίνει «γλώσσα», το ψάρι, από τα λατινικά solea (= σανδάλι), solum (= πυθμένας), ↔ σόλα, άγνωστης ετυμολογίας.
  • solecism (= σολοικισμός),
    από τους Σόλους της Κιλικίας, όπου οι κάτοικοι μιλούσαν με ασυνταξίες, και από τον οίκο.
  • solemn (= σοβαρός),
    όπως το solder.
  • solicit (= επιζητώ),
    από τα λατινικά sοllus (= όλος), βλ. solace, + cieo (= κινώ), της ρίζας key- / kiei- (= κινώ).
  • solicitude (= φροντίδα),
    όπως το προηγούμενο.
  • soliloquy (= μονόλογος),
    από solus (= μόνος) + loquor (= ομιλώ), βλ. obloquy.
  • solipsism (= σολιψισμός),
    από solus (= μόνος) + ipse, σύνθετο από τις ρίζες éy- (
  • solitary (= μοναχικός),
    από το λατινικό solus (= μόνος), της ρίζας swe- (= εαυτός, ίδιος), ↔ εός (= μόνος), από όλος (ολόκληρος = μόνος).
  • solstice (= ηλιοστάσιο),
    από τα λατινικά sol (= ήλιος) + sto (= ίστημι).
  • solve (= λύνω, διασπείρω),
    από se-, ↔ ος (οποίος), + τη ρίζα leu- του λύω.
  • solvent (= διαλύτης),
    όπως το παραπάνω.
  • somber / sombre (= σοβαρός, κατσούφης),
    από τα λατινικά sub + umbra (= σκιά), ↔ αμαυρός (σκοτεινός).
  • somersault (= κωλοτούμπα),
    από super (= υπέρ) + salto (= πηδώ, σάλτο).
  • sommelier (= σομελιέ),
    αυτούσια η γαλλική λέξη για τον σερβιτόρο του οίνου, από την επίσης γαλλική somme (= πακέτο, σωρός), από τη λατινική sagma, το σαμάρι! Το λατινικό σαμάρι ευθύνεται επίσης για το summer #2.
  • somnambulist (= υπνοβάτης),
    από somnus (= ύπνος), + amble (= περπατώ).
  • somnolence (= υπνηλία),
    από το λατινικό somnus (= ύπνος), από sypnus → sopnus → somnus, της ρίζας swep-, βλ. sopor.
  • son (= υιός),
    ομόρριζα, της ρίζας su(e)-nu-, της ρίζας seue- / suH- (= γεννώ).
  • sonar (= σόναρ),
    αρκτικόλεξο από τρεις λέξεις: “sound, navigation, range”.
  • song (= τραγούδι),
    της ρίζας sengwh-, δια της γερμανικής οδού, ↔ ομφή (θεϊκή φωνή) η οποία σήμαινε επίσης την οσμή, πνοή, πιθανώς ↔ νέφος, όμβρος. Ο ομφαλός είναι άλλης ρίζας.
  • sonic (= ηχητικός),
    από το λατινικό sonus (= ήχος), της ρίζας swen- (= ηχώ), όπως σονάτα, σονέτο. Το sonus δεν θεωρείται πλέον ομόρριζο του τόνος.
  • sonnet (= σονέτο),
    όπως το sonic.
  • sonority (= ηχηρότης),
    όπως το sonic.
  • soot (= καπνιά),
    νορβηγικής προέλευσης, της ρίζας sed- (= κάθομαι), του έζομαι.
  • sooth (= αλήθεια),
    των esse / εστί, της ρίζας es- / h1es- (= be, είμαι).
  • soothe (= καταπραΰνω),
    όπως το sooth.
  • sop (= παπάρα),
    όπως το soak.
  • sopor (= βαθύς ύπνος),
    από την ομώνυμη λατινική λέξη, της ρίζας swep- του ύπνου ή από το ύπαρ, άκλιτη ομηρική λέξη για την οπτασία.
  • soporific (= υπνοφόρος, υπνωτικός),
    όπως το sopor.
  • sorcery (= μαγεία),
    από sors, sortis (= κλήρος, χωράφι, πεπρωμένο), όπως το sort (= κατατάσσω, είδος), της ρίζας ser- (= συνδέω) του είρω.
  • sordid (= χαμερπής),
    της ρίζας ser- (= ρέω) ή της ρίζας swordo- (= μαύρος).
  • sorosis. Αμετάφραστη λέξη που αναφέρεται στην υφή φρούτων όπως ο ανανάς, από την σορό, ↔ siren, Σειρήν, Σείριος, σειρά.
  • sorption (= ρόφηση),
    από το sorbeo, ↔ ροφώ.
  • soufflé (= σουφλέ),
    της ρίζας bhel-2 (= πνέω, φουσκώνω).
  • sough (= μουρμουρίζω),
    ↔ ηχώ, της ρίζας (s)wagh-.
  • soul (= ψυχή),
    γερμανικής καταγωγής (παλιά σαξονική seola), ↔ αιόλος (= ευκίνητος, ορμητικός), αήρ.
  • sound. Πρόκειται για τέσσερις διαφορετικές λέξεις, δύο εκ των οποίων σημαίνουν «υγιής» και «δίαυλος», γερμανικής καταγωγής. To sound (= ρήμα ηχώ, ήχος),
    προήλθε από το sono λατινικό (= ηχώ), βλ. sonic. η ηχώ λέγεται echo. To sound (= βυθομετρώ) προήλθε από τα λατινικά sub + unda (= κύμα), βλ. undulate.
  • souter (= μπαλωματής),
    της ρίζας syu- (= ράβω, συνδέω), ↔ sew, suture, υμήν, σούβλα.
  • souvenir ( ενθύμιο), γαλλο-αγγλική λέξη από sub + venio
    (= έρχομαι), ↔ βαίνω.
  • souvlaki (= σουβλάκι). Η λέξη έχει πολιτογραφηθεί και ως αγγλική, από τη λατινική subula
    (= σούβλα), της ρίζας syu- (= ράβω, συνδέω), όπως το souter.
  • sovereign (= κυρίαρχος, χρυσή λίρα),
    από το λατινικό superanus (= ανώτερος), από super. Η ορθογραφία ήταν απλούστερη αλλά επηρεάστηκε από το reign.
  • sow (= σπέρνω),
    της ρίζας se- όπως τo seed.
  • space (= διάστημα),
    από το γαλλικό espace, το λατινικό spatium (= στάδιον), ↔ σπάω, σπάνιος, πόνος, πείνα, της ρίζας speh1- (= τεντώνω).
  • spacious (= ευρύχωρος),
    όπως το space.
  • spade (= σπάθη, φτυάρι),
    ομόρριζα, της ρίζας spe-2 (= μακρύ επίπεδο ξύλο), ↔ σπάτουλα, σφήνα.
  • spado (= ευνούχος),
    ο αρχαίος σπάδιξ, όπως το spade.
  • spaghetti (= μακαρόνια),
    ιταλική λέξη, από το spago (= σπάγκος).
  • spagyric (= σπαγειρικός, αλχημικός),
    από σπάω + αγείρω (συναθροίζω), ↔ αγορά, συναγερμός.
  • spangle (= πούλια, παγιέτα),
    της ρίζας (s)pen- (= τεντώω, σύρω), ↔ πονώ, πόνημα.
  • spar (= λογοφέρνω),
    από ex + paro, όπως το parade, της ρίζας pere-2 (= παράγω).
  • spare (= σπάνιος, ανταλλακτικό, τσιγκουνεύομαι κ.α.),
    από το αρχαίο σπαρνός (σπανός, σπάνιος), της ρίζας (s)pregh-.
  • sparge (= ραντίζω),
    όπως το spare.
  • sparrow (= σπουργίτης),
    ο αρχαίος σπέργουλος.
  • sparse (= αραιός),
    από τα λατινικά sparsus (= διάσπαρτος) και spargo (= σκορπίζω), της ρίζας (s)pregh-, ↔ σπείρω, σπαργώ (είμαι σφριγηλός), aspersion.
  • spatial (= διαστημικός, χωροταξικός),
    όπως το spacious.
  • spawn (= γεννώ αβγά, γόνος ψαριών),
    από expand (= διαστέλλομαι), ex + pando (= απλώνω), από το pateo (= είμαι ανοικτός), ↔ πέταλον, πετάννυμι (απλώνω).
  • spay (= ξεκοιλιάζω),
    από τη σπάθη, όπως το spade.
  • special (= ειδικός),
    από το λατινικό specio (= παρατηρώ), της ρίζας spek-, βλ. scope.
  • speciation (= ειδογένεση, ειδοπλασία),
    όπως το special.
  • specimen (= δείγμα),
    όπως το special.
  • spectrum (= φάσμα),
    αυτούσια η λατινική λέξη από specio, βλ. special.
  • speculate (= υποθέτω),
    από το λατινικό speculum (= καθρέφτης), το αρχαίο σπέκλον. σπέκουλα είναι η κερδοσκοπία, αρχικά το παρατηρητήριο, υποκοριστικό του spes (= ελπίδα), της ρίζας spek-.
  • speculator (= κερδοσκόπος, αρχικά αυτός που κάνει εικασίες),
    στα αρχαία σπεκουλάτωρ (επίσης κερδοσκόπος), ενώ στα λατινικά speculator είναι ο κατάσκοπος, όπως το speculate.
  • speed (= ταχύτης, αρχικά επιτυχία),
    από spero (= ελπίζω), ↔ στερόω, στερεώνω ή σπάω, σπιντάρω, της ρίζας spe-1 (= ευδοκιμώ).
  • spell (= συλλαβίζω, μάγια, χρονικό διάστημα),
    της ρίζας spel-2 (= ομιλώ έντονα, απαγγέλλω), ↔ λατινικό appello (βλ. appeal) και πιθανώς η απειλή.
  • spelt (= είδος σιτηρού),
    από τη ρίζα spel-1 (= σπάζω), ↔ split, spill, άσπαλον (δέρμα), σπολάς (τομάρι).
  • spew (= φτύνω),
    από το λατινικό spuo, ↔ πτύω, ηχομιμητικού τύπου, της ρίζας sp(y)eu-.
  • sphere (= σφαίρα),
    ↔ ασπαίρω / σπαίρω (σπαρταρώ, τρέμω).
  • spider (= αράχνη),
    της ρίζας (s)pen- (= τεντώνω, περιστρέφομαι), ↔ πονέω (εργάζομαι σκληρά).
  • spigot (= πείρος),
    από το λατινικό spica (= άγανο), από spike (= καρφί).
  • spike (= αιχμή, καρφί),
    της ρίζας spei- (= οξύ άκρο), ↔ σπιλάς (βράχος).
  • spill (= χύνω, αρχικά καταστρέφω),
    νορβηγικής προέλευσης, από την αρχαία σπολάς (η) για το τομάρι ↔ στολή (αρχικά δερμάτινη), της ρίζας spel-1 (= σπάζω), βλ. spoil.
  • spinster (= γεροντοκόρη),
    όπως το spangle.
  • spire (= σπείρα),
    από σπάργω (περιτυλίγω), ↔ σπάργανο, Σπάρτη, σπιλώνω, της ρίζας spei- ή sper-2 (= ελίσσω). είναι διαφορετικό των σπαργώ (είμαι σφριγηλός), σπαργάω (σπείρω).
  • spirit (= πνεύμα, οινοπνευματώδες ποτό),
    από το λατινικό spiro (= αναπνέω), πιθανώς ↔ σπαίρω (σπαρταρώ) ή ηχοποίητο. Από εδώ προέκυψαν τα spirituals, σπίρτο, σπιρτόζος. Οι αλκοόλες παλιότερα λέγονταν spirits, πνεύματα.
  • spissitude (= πυκνότης),
    από το αρχαίο σπιδνός (πυκνός).
  • spit. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «φτύνω», όπως το spew. Η δεύτερη σημαίνει «σούβλα», της ρίζας spei- (= οξύ άκρο),
    ↔ spike, σπιλάς.
  • spite (= κακία),
    από specio (= παρατηρώ), ↔ σκοπώ.
  • spiteful (= κακεντρεχής),
    από spite + full (= γεμάτος).
  • spittle (= σάλιο),
    όπως το spew.
  • splay (= απλώνω),
    από το λατινικό plecto ή plico (= πλέκω), της ρίζας plek- (= πλέκω).
  • splendid (= λαμπερός),
    από splendeo (= λάμπω), της ρίζας splend-, ↔ σπληνδέω, σπληδός (χόβολη).
  • split (= σχάζω),
    της ρίζας spel-1 (= σπάζω), ↔ άσπαλον (δέρμα), σπολάς (τομάρι).
  • spoil (= χαλάω, λάφυρα),
    από το λατινικό spolium (= τομάρι, στον πληθυντικό λάφυρα), ↔ σκύλον (λάφυρο), σκέλλω (γδέρνω), σκύλος, σκυλεύω / σκυλίζω, στολή που λεγόταν επίσης σπολά στην αιολική διάλεκτο, βλ. spill.
  • spoilage (= απόρριμμα),
    όπως το spoil.
  • spoiler (= αντιπερισπασμός, σπόιλερ, πληροφορία για την πλοκή φιλμ ή βιβλίου),
    όπως το spoil.
  • spontaneous (= αυθόρμητος) από το λατινικό επίρρημα sponte
    (= ελεύθερα), ↔ σπονδή, της ρίζας (s)pen- (= τεντώνω, περιστρέφομαι).
  • spoon (= κουτάλι),
    από σπάθη, spade.
  • sporting (= ιπποτικός, αθλητικός, δίκαιος),
    από dis- + port (= λιμάνι), από τον πόρο.
  • sportive (= αθλητικός),
    όπως το sporting.
  • spouse (= σύζυγος),
    της ρίζας spend- (= σπένδω, κάνω σπονδή).
  • spout (= στόμιο),
    από το λατινικό spuo, ↔ πτύω, ηχομιμητικού τύπου, της ρίζας sp(y)eu-.
  • sprain (= στραμπουλώ, μυϊκό τράβηγμα),
    από τα λατινικά ex + premo (= πιέζω), της ρίζας per- (= χτυπώ), ↔ terror (= τρόμος), τρέμω.
  • sprawl (= απλώνομαι),
    της ρίζας sper-4 (= σκορπίζω), ↔ σπείρω, σπέρμα, σποραδικός.
  • spray (= ψεκάζω),
    της ρίζας sper-4, ↔ σπείρω, sprout.
  • spread (= απλώνω, άλειμμα),
    από spargo (= σκορπίζω), ↔ σπείρω, της ρίζας sper-4 (= σκορπίζω). Για μια εναλλακτική πρόταση βλ. spurious.
  • sprightly (= ζωηρός),
    από spero (= ελπίζω), από spes (= ελπίδα) / σπάω.
  • sprinkle (= ραντίζω),
    από το λατινικό sperno (= διασκορπίζω), της ρίζας sperg- (= σκορπίζω), ↔ σπαργάω (είμαι γεμάτος υγρά, κατέχομαι από επιθυμία), σπαργή.
  • sprite (= ξωτικό),
    από spero (= ελπίζω), από spes (= ελπίδα), ↔ σπάω. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, από το spirit του spiro (= αναπνέω).
  • sprout (= βλαστάρι),
    ↔ σπείρω, spray, της ρίζας sper-4.
  • spruce (= κυπαρίσσι, καλοντυμένος),
    από την Πρωσία, Prussia, από τον λαό των Borussi που ζούσαν και σήμαιναν «κοντά στη Ρωσία». H κοινή ονομασία του σιδηροκυανιούχου νατρίου (πρόσθετο του επιτραπέζιου αλατιού) είναι prussiate of soda, ενώ τα άλατα του υδροκυανίου ονομάζονται prussiates.
  • spume (= αφρός),
    από το λατινικό spuma (= αφρός), από spuo (= spit = πτύω).
  • spry (= δραστήριος),
    όπως το sparse.
  • spur (= σπιρούνι, κίνητρο),
    της ρίζας spere-, ↔ σφυρόν.
  • spurious (= πλαστός),
    από το λατινικό sperno (= διαχωρίζω), της ρίζας (s)pregh-, ↔ parco (= φείδομαι), σπαρνός (σπανός, σπάνιος), πιθανώς σπείρω.
  • spurn (= απορρίπτω),
    όπως το spurious.
  • sputum (= πτύελο),
    από spuo (= spit = πτύω).
  • spy (= κατάσκοπος, βλέπω),
    της ρίζας spek- (= παρατηρώ), από το σκοπώ (βλέπω), δια της γερμανικής οδού, που σχηματίζει παράγωγα με την κατάληξη -scope, και τον σπιούνο.
  • squalid (= βρώμικος),
    από το λατινικό squalidus, πιθανώς από το ασχάλλω (λυπάμαι).
  • squat (= κάθομαι στις φτέρνες),
    από τα λατινικά ex + quatir (= πιέζω), από τη μετοχή coactus του cogere (= εξαναγκάζω), από cum + ago (= άγω).
  • squire, βλ. esquire.
  • Sri Lanka. Το πρώτο συνθετικό είναι της ρίζας kreie- (= επιφανής),
    ↔ Κρέων (άρχων), Κρέουσα.
  • stabile (= σταθερός),
    από stabulus (= στάβλος), από sto / ίστημι.
  • staff (= μπαστούνι),
    από τα στέφω, στεφάνι, της ρίζας stebh- (= στηρίζω), ↔ distaff.
  • stage (= σκηνή, πίστα, στάδιο),
    της ρίζας sta- του ίστημι.
  • stagger (= τρικλίζω),
    της ρίζας steg-1 (= κοντάρι), ↔ στέγω (αποκλείω τη διείσδυση του νερού), στέγη, στεγνός, στεγανός.
  • stagnate (= λιμνάζω),
    από stagnum (= έλος, ποτάμι βραδείας ροής), stagno (= στέκομαι), στάζω / σταγών. Από εδώ προέκυψαν ο λατινικός κασσίτερος, stannum, και to στανιάρω (ξανανιώνω).
  • stain (= λεκές),
    όπως το stagnate.
  • stainless (= ανοξίδωτος),
    όπως το stain.
  • stair (= σκαλί),
    της ρίζας steigh- (= βηματίζω), ↔ στείχω, στίχος.
  • stake (= μερίδιο, στοίχημα κ.α.),
    της ρίζας steg- (= κοντάρι), ↔ στέκα, attach.
  • stale (= μπαγιάτικος, ξεθυμασμένος),
    αρχικά αναφερόταν σε υγρά χωρίς ίζημα, της ρίζας stel- (= στέλλω, tοποθετώ). από sto (= ίστημι), ↔ stolid.
  • stall (= θάλαμος, στάβλος εμποδίζω, κ.α.),
    γερμανικής καταγωγής, ↔ στήλη, ίστημι.
  • stalwart (= πιστός οπαδός),
    σύνθετη λέξη από sto (= ίστημι) + worthy (= άξιος), της ρίζας wer-2 (= στρίβω), ↔ ράβδος, ράπτω, ρόμβος.
  • stamina (= σθένος),
    από το στημόνι, τη βάση του υφαντού.
  • stamper (= σφραγίδα),
    της ρίζας steb(h)- (= στηρίζω), ↔ στόμφος.
  • standard (= στάνταρντ),
    σύνθετη λέξη από stand (= ίστημι) + hard (= σκληρός). Η αρχική σημασία της λέξης αναφερόταν ση σημαία και εξηγείται από το στήσιμό της στο χώμα κατά τις μάχες ως σημείο συγκέντρωσης. Μια άλλη εκδοχή είναι από το extendo (= επεκτείνω).
  • starch (= άμυλο),
    της ρίζας ster-1 (= άκαμπτος), ↔ στερεός, στηρίζω, στείρος, στερώ, στέρφος (στα αρχαία λεγόταν το δέρμα ζώου, η βύρσα).
  • stare (= κοιτάζω επίμονα),
    όπως το starch.
  • stark (= δυνατός),
    της ρίζας ster-1, δια της γερμανικής οδού, όπως το starch.
  • start (= αρχίζω),
    όπως το starch.
  • startle (= εκπλήσσω),
    όπως το starch.
  • starve (= πεθαίνω της πείνας),
    όπως το stark.
  • state (= κατάσταση, κράτος),
    από το ίστημι.
  • steal (= κλέβω),
    της ρίζας stel- / ster-3 (= στερώ).
  • steam (= ατμός),
    της ρίζας dhuh2mos- / dheu- (= καπνός), ↔ fumus, θυμός.
  • steep (= απότομος, απόκρημνος),
    της ρίζας (s)teu- (= τύπτω, χτυπώ). τύπος στα αρχαία σήμαινε χτύπημα, καλούπι. Το πρώτο συνθετικό step- σε stepfather, stepmother (= πατριός, μητριά) είναι ομόρριζο, όχι όμως το step (= βήμα). Ένα άλλο steep (= μουσκεύω) είναι γερμανικής προέλευσης.
  • steeple (= εμπόδιο),
    όπως το steep.
  • steer. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «κατευθύνω, οδηγώ», από τον σταυρό, αρχικά ο όρθιος πάσσαλος, από το ίστημι, δια της γερμανικής οδού. Η δεύτερη σημαίνει τον ομόρριζο νεαρό ταύρο.
  • stellar (= αστρικός),
    της ρίζας ster-2 των star, astro-, disaster.
  • stem (= βλαστός),
    από το ίστημι.
  • stemma (= γενεαλογικό δέντρο),
    το δικό μας στέμμα με άλλη έννοια, από το στέφω. Το κύριο όνομα Stephen / Steven (= Στέφανος), είναι παράγωγο του απαρχαιωμένο steven (= ομιλώ) που προήλθε από το στόμα, λέξη που στα αγγλικά, stoma, αποτελεί βοτανικό όρο.
  • stencil (= στένσιλ),
    διάτρητο πρότυπο τύπου μεμβράνης για τυπογραφικές εργασίες, βλ. scintillation.
  • step (= βήμα),
    της ρίζας stebh- (= στηρίζω), ↔ στέφω, σταφυλή.
  • sterile (= στείρος, αποστειρωμένος),
    όπως το stark.
  • sterling (= εξαίρετος, στερλίνα),
    από την έκφραση easterlings που είχε δοθεί στους εμπόρους της Χανσεατικής, επειδή διέθεταν χρήμα σε μορφή πολύ καθαρών νομισμάτων. Η λέξη east (= ανατολή) προέρχεται από τη ρίζα aus- (= λάμπω), ↔ αύριο, ηώς / aurora (ελληνική και λατινική αυγή), auster (= νότιος, αυστηρός). το -ling είναι υποκοριστικό. Μια άλλη εκδοχή προτιμά το αστέρι, star, υποκοριστικό του starling, όπως απεικονιζόταν σε ένα παλιό αγγλικό νόμισμα μικρής αξίας.
  • stern. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη (= αυστηρός) προέρχεται από το στρηνής (αυστηρός),
    της ρίζας ster-1 (= στερεός,άκαμπτος), ενώ η δεύτερη (= πρύμνη), από το steer #1.
  • sternum (= στέρνο),
    από στόρνυμι (στρώνω), της ρίζας stere-.
  • sternutation (= φτάρνισμα),
    ομόρριζο με το πτάρνισμα.
  • stertorous (= ρογχώδης),
    από τα λατινικά stero (= ροχαλίζω), sternuo (= φταρνίζομαι), ↔ πταρμός.
  • stew (= σιγοβράζω, στιφάδο),
    από ex + tyfus (= τύφος, καπνός), ↔ θύω.
  • steward (= υπάλληλος, αεροσυνοδός),
    της ρίζας wer-3 (= ορώ).
  • stick (= κολλώ, τρυπώ, ραβδί, κλαδί κ.α.),
    από το λατινικό instigo (= στιγματίζω), της ρίζας steig-, ↔ τύκος (σφυρί λιθοξόου), τεύχω (κατασκευάζω), στίζω / στίγμα.
  • stiff (= σκληρός, άκαμπτος),
    της ρίζας steip- (= συμπιέζω), ↔ στείβω, στία (πετραδάκι). Εναλλακτικά όπως το stipulate.
  • stifle (= καταστέλλω),
    όπως το stew.
  • stilt (= στύλος, ξυλοπόδαρο),
    της ρίζας stel- (= στέλλω, στέκομαι), που έδωσε το στόλον, stolon, την άχρηστη παραφυάδα, ↔ ίστημι.
  • stimulate (= διεγείρω),
    από το λατινικό stimulus (= αγκάθι),. η ίδια λέξη στα αγγλικά σημαίνει «ερέθισμα», ↔ στίζω, της ρίζας steig-.
  • sting (= κεντώ, τσίμπημα),
    ↔ στάχυς, στόχος, της ρίζας stengh- (= κεντώ), βλ. stochastic.
  • stint (= θητεία),
    της ρίζας (s)teu- (= τύπτω, κτυπώ), ↔ steep #1, όπως το study.
  • stipend (= μισθός),
    της ρίζας (s)pen- (= τεντώνω, σύρω), ↔ spider, πονώ, πόνημα.
  • stipulate (= καθορίζω),
    από το λατινικό stipula, υποκοριστικό του stipes (= κορμός), από τον στύπο (στέλεχος φυτού), ↔ στέφω / στύφω.
  • stir (= αναδεύω),
    της ρίζας (s)terw-1 (= περιστρέφω), βλ. turbid.
  • stitch (= ράμμα, βελονιά),
    της ρίζας steig- του stick.
  • stochastic (= στοχαστικός),
    από στοχεύω (σημαδεύω με κοντάρι), στόχος (αιχμηρός πάσσαλος), της ρίζας stengh- (= κεντώ), βλ. sting.
  • stoke (= τροφοδοτώ, αυξάνω),
    της ρίζας steig-, βλ. stick.
  • stolid (= αναίσθητος, ηλίθιος),
    από stolidus της ρίζας stel- (= στέλλω, τοποθετώ) που έδωσε το στόλον (παραφυάδα). Ομόρριζα είναι ο αγγλικός στάβλος, stall, και η στήλη, ενώ ο ελληνικός στάβλος προέρχεται από το ίστημι. Σχεδόν όλες οι λέξεις από στ- και st- ανάγονται τελικά στη ρίζα του ίστημι.
  • stone (= πέτρα),
    της ρίζας steh2i-, ↔ στίον, στία.
  • stoop (= καμπουριάζω),
    της ρίζας (s)teu- (= τύπτω, κτυπώ), ↔ steep #1.
  • stool (= σκαμνί),
    από την αρχική της έννοια, θρόνος, η λέξη υποβαθμίστηκε όχι μόνο στο σκαμνί αλλά και στα κόπρανα, της ρίζας sta- του ίστημι.
  • storey / story (= όροφος),
    από ιστορώ (απεικονίζω), ιστορία, της ρίζας weid- (= βλέπω), των video / είδω (= βλέπω).
  • stork (= πελαργός),
    γερμανικής προέλευσης, όπως το starch ή από το τόργος (γεράκι).
  • storm (= καταιγίδα),
    της ρίζας (s)terw-1 (= περιστρέφω), βλ. turbid.
  • story (= ιστορία),
    όπως το storey.
  • stout (= στρουμπουλός, στιβαρός),
    της ρίζας stel- / sta (= στέκομαι, ίστημι). Από εδώ προήλθε ο ταύρος, taurus στα λατινικά και αγγλικά. Taurus είναι το αντίστοιχο ζώδιο. Στα ισπανικά έχουμε τον toro που αποτυπώθηκε στις ταυρομαχικές λέξεις torero, toreador. Ο ταύρος έχει δώσει και τα αποταυρίζομαι, τραβώ.
  • strain. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις με πολλές σημασίες, όπως καταπόνηση, στραγγίζω, θλάση, στέλεχος, κ.α., από δύο πρόδρομες λατινικές: η πρώτη είναι το stringo (= αρπάζω, δένω),
    όπως το stress, της ρίζας streig- (= στράγγω) και η δεύτερη το struo (= κατασκευάζω), όπως το construct.
  • strait (= πορθμός, στενό),
    όπως το stress, της ρίζας streig- (= στράγγω). Η ομόηχη λέξη straight είναι άλλης ρίζας.
  • strainer (= σουρωτήρι),
    όπως το strain.
  • straiten (= περιορίζω),
    όπως το strain.
  • strange (= ξένος, παράξενος),
    από τo extraneous, από το έξω.
  • strap (= λουρί),
    από στρέφω. στρόφος είναι το στριμμένο σκοινί, της ρίζας (s)twer- / strabh-, ↔ strobe, boustrophedon.
  • straw (= άχυρο, καλαμάκι),
    από το λατινικό sterno (= απλώνω), ↔ στορέννυμι / στρώννυμι (στρώνω), στέρνο, στρατός, στρώμα, στέρνο, της ρίζας stere-2 (= απλώνομαι).
  • stray (= απομακρύνομαι, αδέσποτος),
    από το παλιό γαλλικό estraier (= περιπλανώμαι, ιδίως για χαμένο άλογο), από τη λατινική έκφραση via strata (= στρωτός), όπως το straw. Εναλλακτικά από το extra vagari (= περιπλανώμαι), όπως το extravagant.
  • stream (= ρεύμα),
    της ρίζας sreu- (= ρέω), δια της γερμανικής οδού, ↔ ρους, ρυθμός ή της ρίζας srig3- (= κρύο), ↔ ρίγος.
  • streamline (= βελτιστοποιώ, εξορθολογίζω),
    από stream + line (= γραμμή), από το λινάρι.
  • street (= οδός),
    από τη λατινική via strata (= στρωμένος δρόμος), από sterno (= απλώνω), στορέννυμι / στρώννυμι (στρώνω), της ρίζας stere-2 (= απλώνομαι).
  • strenuous (= επίπονος, κουραστικός),
    από το λατινικό sternuus (= δυνατός, διαπεραστικός), ↔ στρηνής / στρήνος, στερεός.
  • stress (= στρες, τονίζω),
    από distress (= στενοχώρια), από το λατινικό stringo (= αρπάζω, δένω), ↔ στράγγω (στύβω), στραγξ (σταγόνα από πίεση ή στράγγισμα), στραγγαλίζω, στρογγυλός, της ρίζας streig-.
  • strew (= σκορπίζω),
    της ρίζας ster-2 (= απλώνομαι).
  • striated (= ραβδωτός, γραμμωτός),
    από το λατινικό stria (= αυλάκι στύλου), από το striga (= το διάστημα ανάμεσα σε δύο στρατιωτικές γραμμές, ιδίως μεταξύ αλόγων), από τα strigo / strago, ↔ στράγγω. Η αρχαία λέξη στριγξ για τον νυχτοκόρακα είναι ηχοποίητη.
  • strict (= αυστηρός),
    όπως το stress.
  • stricture (= περιορισμός),
    όπως το προηγούμενο.
  • strident (= στριγκός),
    ομόρριζες ηχοποίητες λέξεις, όπως και οι τρίζω / strideo, στριγξ.
  • strigil (= στλεγγίς),
    αρχαίο εργαλείο απόξεσης για την καθαριότητα του δέρματος, της ρίζας streig- (= στράγγω).
  • stringent (= αυστηρός),
    όπως το stress.
  • strut (= βαδίζω καμαρωτά),
    όπως το starch.
  • stub (= κοπανάω, απόκομμα, μικρό άρθρο, κούτσουρο),
    από τον στύπο, υπόλειμμα κομμένου δέντρου, ↔ τύπος, τύπτω, της ρίζας (s)teu-.
  • stubborn (= ισχυρογνώμονας),
    πιθανώς από στύπος + born (= γεννημένος).
  • student (= φοιτητής, σπουδαστής),
    όπως το study.
  • study (= σπουδάζω),
    ομόρριζα, από το γαλλικό étude, από το λατινικό tundo (= ωθώ) ↔ Τυδεύς, της ρίζας (s)teu-1 / (s)tewd- (= κτυπώ).
  • stunned (= συγκλονισμένος),
    από τα λατινικά ex + tono (= βροντώ), από τόνος / τείνω, της ρίζας (s)tene- (= αντηχώ).
  • stunning (= εκθαμβωτικός),
    όπως το stunned.
  • stunt (= κόλπο, επικίνδυνη σκηνή),
    όπως το study.
  • stupid (= ηλίθιος),
    όπως το study.
  • stupor (= νάρκη, βαθύς ύπνος),
    όπως το steep #1.
  • stutter (= τραυλίζω),
    όπως το steep #1.
  • sty. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει το κριθαράκι του βλεφάρου (κριθή επιστημονικά), της ρίζας steigh-
    (= βηματίζω), ↔ στίχος. η δεύτερη (= χοιροστάσιο) είναι γερμανικής προέλευσης.
  • style (= στιλ, πολυτέλεια κ.α.),
    αρχικά σήμαινε «τρόπος γραφής», από τη λατινική stilus (= γραφίς), ↔ stick. Η γραφή με y είναι επηρεασμένη από τον στύλο που δεν συνδέεται άμεσα με τον stilus.
  • subdue (= περιορίζω),
    της ρίζας deuk- (= οδηγώ), βλ. abduct.
  • subject (= υποκείμενο),
    της ρίζας ye- (= στέλνω), ↔ ίημι.
  • subjunctive (= υποτακτική),
    της ρίζας yeug- του ζυγού.
  • subliminal (= υποσυνείδητος),
    όπως το preliminary.
  • subordinate (= υποτελής),
    από τα λατινικά sub + ordo (= ορθός), ομόρριζα.
  • suborn (= δωροδοκώ),
    από τα λατινικά sub + orno / ordo (= εφοδιάζω, στολίζω / ορθός, κατατάσσω), της ρίζας ar- των άρτι, αραρίσκω.
  • subscribe (= εγγράφομαι),
    από το λατινικό scribo (= γράφω), της ρίζας scribh- (= κόβω).
  • subside (= υποχωρώ),
    όχι από side (= πλευρά), αλλά της ρίζας sed- (= έζομαι).
  • subsidence (= καθίζηση, υποχώρηση),
    όπως το subside.
  • subsidize (= επιδοτώ),
    όπως το subside.
  • subsidy (= χορηγία, επιδότηση),
    όπως το subside.
  • substance (= ουσία),
    από substo (= μένω σταθερός).
  • substrate (= υπόστρωμα),
    της ρίζας stere- (= απλώνω).
  • subterfuge (= πρόσχημα, τέχνασμα),
    από sub (= υπό), -ter- (φώνημα για τον συγκριτικό βαθμό) + fugo (= φεύγω).
  • subterraneous (= υπόγειος),
    από sub (= υπό) + terra (= γη), ↔ ξηρά.
  • subtle (= λεπτός, ευαίσθητος),
    από το λατινικό subtilis, από sub + tela (= ιστός), ↔ τέκτων, τίκτω.
  • succeed (= επιτυγχάνω),
    από sub (= υπό) + cedo (= υποχωρώ), όπως το accede.
  • succinct (= συνοπτικός),
    κατά λέξη «με σφιχτή ζώνη», από τα λατινικά succinctus (= βραχύς), από sub + cingo (= ζώνομαι, περιζώνω), από circum (= κύκλος, κρίκος) + ago (= άγω). Παράγωγο του cingo είναι η ίγκλα (ζώστρα), το λουρί με το οποίο δενόταν το σαμάρι στο υποζύγιο, από όπου είχε προκύψει μια ξεχασμένη λέξη, ξεΐγκλωτος, για εκείνον που κυκλοφορούσε ατημέλητος, με το πουκάμισο πάνω από τη ζώνη, από το αρχαίο γιγγλυσμός (δέσιμο).
  • succour (= βοήθεια),
    από τα λατινικά sub + curro (= τρέχω), στα γαλλικά secours,της ρίζας kers- ή kurs- (= τρέχω), ↔ κάρο. Δεν σχετίζεται με το secure.
  • succulent (= χυμώδης),
    από το λατινικό succus, ↔ soak.
  • succumb (= υποκύπτω),
    από sub + cubo / cumbo (= κατακλίνομαι, κοιμάμαι), βλ. incumbent.
  • suck (= απομυζώ, θηλάζω),
    της ρίζας seue- (= υγραίνω), ↔ ύγω (υγραίνω), υετός.
  • suction (= αναρρόφηση),
    όπως το suck.
  • sudden (= ξαφνικός, σούμπιτος),
    από το λατινικό subitus, του subio (= εισέρχομαι), της ρίζας ei- των eo / ire (= πηγαίνω), ↔ είμι, ίημι.
  • suffer (= υποφέρω),
    από τα λατινικά sub + fero.
  • suffice (= αρκώ),
    από sub + facio (= τίθημι).
  • suffix (= επίθημα, γλωσσολογικός όρος),
    από τα λατινικά sub + figo (= μπήγω, στερεώνω), βλ. affix.
  • suffocate (= πνίγω),
    από τα λατινικά sub + faux, fauces (= λαιμός), ↔ χάος. εναλλακτικά από από το suffio (sub + fio), ↔ θύω (καίω, θυσιάζω), της ρίζας dhu- (= διασκορπίζω).
  • suffuse (= καλύπτω),
    της ρίζας gheu- (= χύνω), όπως το fuse.
  • suggest (= προτείνω, υποδηλώνω),
    από το λατινικό suggero (= παρέχω), από sub + gero (= φέρω).
  • sulcate (= αυλακωτός),
    από το λατινικό sulcus (= αυλάκι), ↔ ολκός, έλκω.
  • sulfur (= θειάφι),
    το θείον, από θύω (καίω, καπνίζω), ↔ θυμίαμα, θυσία, διάφορο του θύω της θύελλας.
  • sullen (= σκυθρωπός),
    όπως το solitary.
  • sully (= κηλιδώνω),
    όπως το soil (= λερώνω).
  • summer. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «καλοκαίρι», της ρίζας sem- (= ένα),
    μια παραλλαγή της οποίας, sem-2, σημαίνει το θέρος, ↔ ήμαρ, εις. εναλλακτικά, της ρίζας h2eh3 (= ζεσταίνομαι). Η δεύτερη σημασία είναι «δοκάρι», ↔ sumpter (= φορτηγό ζώο), από το λατινικό sagmarius , ↔ σάγμα (σαμάρι).
  • sump (= βάλτος, το κάρτερ του αυτοκινήτου, δοχείο ελαίου),
    όπως το swamp.
  • sumptuous (= πολυτελής),
    από sub + sumo (= παίρνω), από sub + emo (= αγοράζω).
  • sunder (= διαιρώ),
    γερμανικής προέλευσης, από το λατινικό sine (= άνευ), ↔ άτερ (άνευ), της ρίζας sen(e)-.
  • sundries (= μικροπράγματα),
    όπως το sunder.
  • sundry (= ξεχωριστός),
    όπως το sunder.
  • sup (= ρουφάω),
    από το λατινικό succus (= χυμός), από ύω (βρέχω), της ρίζας seue- (= παίρνω υγρό), ↔ υετός (βροχή), πιθανώς συγγενές με τον σίφωνα.
  • superannuate (= συνταξιοδοτώ),
    βλ. επόμενο.
  • superannuated (= υπέργηρως),
    από το λατινικό annus (= έτος), ↔ ένος (ο) που σήμαινε έτος και ετήσιος, με πιθανό παράγωγο τον ενιαυτό.
  • superb (= υπέροχος),
    κατά λέξη υπέρβιος (πολύ δυνατός, υπέρμετρος, επίθετο του Ηρακλή), από τη βία. Κατά μια άλλη εκδοχή, το superbus σχετίζεται με το υπερφίαλος, της ρίζας bheue- (= be), των φύω, φύλον.
  • superfluous (= περιττός),
    της ρίζας pleu-, βλ. influence.
  • superlative (= υπέρτατος),
    από super + latus (= πλάγιος), της ρίζας bher-1 (= φέρω).
  • supernatant (= υπερκείμενος, επιπλέων),
    όπως το natant.
  • supersede (= αντικαθιστώ),
    από τα λατινικά super + sedeo, της ρίζας sed-, ↔ έζομαι.
  • supine (= ύπτιος),
    της ρίζας swep-, του ύπνου ή από sub (= υπό), ομόρριζα.
  • supplant (= αντικαθιστώ, παραγκωνίζω),
    από sub + plant, βλ. plantation.
  • supple (= ευλύγιστος, της ρίζας upo-
    (= υπό) + της ρίζας plak-1 (= επίπεδος, flat), ↔ πλαξ.
  • supplicant (= ικέτης),
    από το λατινικό supplico, από placo, όπως plead.
  • supply (= εφοδιάζω),
    από τα λατινικά sub + pleo (= γεμίζω), ↔ πλήρης, πλείων, διαφορετικό του apply.
  • support (= υποστηρίζω),
    όπως το comport.
  • supposition (= υπόθεση),
    από sub + pono.
  • suppository (= υπόθετο),
    από sub + pono.
  • suppurate (= πυορροώ),
    της ρίζας pu- (= σαπίζω), βλ. putrid.
  • supreme (= ύψιστος),
    από (s)uper (= υπέρ).
  • sure (= ασφαλής),
    από το λατινικό securus (sine + cura = χωρίς φροντίδα). η cura από το αρχαίο ρήμα κορέω (σπέρνω, σαρώνω, φροντίζω).
  • surface (= επιφάνεια),
    από sur- (= super) + facio.
  • surfeit (= πληθώρα, υπερβολή),
    από sur- (= super) + facio.
  • surge (= εκτινάσσομαι),
    από sub + rego, της ρίζας reg-, όπως το prorogue.
  • surmise (= υποθέτω),
    από mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ ετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • surplice (= άμφια),
    της ρίζας pel-3 (= δέρμα), ↔ πέλτη (ασπίδα).
  • surrender (= παραδίδομαι),
    από super (= υπέρ) + το γαλλικό / αγγλικό rendre / render (= καθιστώ), από το λατινικό reddo (= επιστρέφω), από re- + do (= δίδω), ↔ ρέντα.
  • surreptitious (= κρυφός),
    από τα λατινικά sub + rapio (= αρπάζω), ομόρριζα, βλ. rape.
  • surrogate (= αναπληρωματικός),
    από sub + rogo (= ερωτώ), βλ. arrogant.
  • surround (= περικυκλώνω),
    δεν προέρχεται από το round (= στρογγυλός), αλλά από τα λατινικά superondo (= ξεχειλίζω), από super + unda (= κύμα) , της ρίζας wed- (= ύδωρ).
  • surveillance (= παρακολούθηση),
    της ρίζας weg-2 (= είμαι ζωηρός, κινούμαι), ↔ έχω.
  • survey (= τοπογραφώ, χάρτης, δημοσκόπηση),
    ↔ supervise (= επιτηρώ), από το video.
  • susceptible (= επιδεκτικός) από sub + capio
    (= αρπάζω), ↔ κάπτω (καταβροχθίζω).
  • suscitate (= διεγείρω),
    όπως το resuscitate.
  • suspect (= υποπτεύομαι),
    από τα λατινικά sub + specio, της ρίζας spek- (= παρατηρώ, σκοπώ), βλ. scope.
  • suspense (= αγωνία, σασπένς),
    από sub + pendo (= ζυγίζω, πληρώνω), ↔ σπονδή.
  • suspicious (= ύποπτος),
    βλ. scope.
  • suspire (= αναστενάζω),
    από sub + spiro (= αναπνέω), ↔ σπαίρω (σπαρταρώ).
  • suture (= ράβω, ράμμα),
    όπως το seam.
  • suzerain (= άρχοντας),
    γαλλική λέξη, από τα λατινικά sus, susum, sursum (= άνω, υπεράνω), συντομογραφία του subversum, από το subvert. Η ορθογραφία ήταν απλούστερη αλλά επηρεάστηκε από το reign του συγγενούς νοηματικά sovereign.
  • svelte (= λεπτός, λυγερός),
    από τα λατινικά ex + vello (= μαδώ), villus / vellus (= μαλλί), ↔ λήνος / lana ή από το verto. Ο σβέλτος ωστόσο είναι διαφορετικής ετυμολογίας: προέρχεται από το ιταλικό svelto, από τα λατινικά solutus, solvo (= διαλύω), από se- (= χωρίς) + luo (= λύω, καθαρίζω).
  • swain (= νεαρός, βοσκός, εραστής),
    της ρίζας s(w)e- που έχει δώσει τα we (= εμείς), ίδιος, ↔ ίνις (τέκνο) και το λατινικό iuvenis (= τέκνο, γιος, νεαρός).
  • swamp (= βάλτος),
    ↔ σπόγγος, σομφός (σπογγώδης), τζούφιος, της ρίζας swombho-.
  • swan (= κύκνος),
    όπως το sonic.
  • swarm (= συγκεντρώνομαι, σμήνος),
    γερμανικής προέλευσης, από το αρχαίο ύραξ (μικρό τρωκτικό σαν αρουραίος), της ρίζας suer- (= βόμβος).
  • swarthy (= μελαψός),
    όπως το sordid.
  • sweet (= γλυκός),
    από τα ομόρριζα suavis / ηδύς, της ρίζας swad- /suad, ↔ ανδάνω (αρέσω), ηδονή, hedonic.
  • sylphid (= συλφίδα),
    από silva / sylva (= δάσος) + νύμφη.
  • sylvan (= δασικός),
    όπως το savage.
  • syncretism (= συγκρητισμός),
    από Κρης, Κρήτη, από τους Κουρήτες, από κούρος / κόρος (= παιδί), ↔ cresco (= αυξάνω), κορέννυμι (χορταίνω), της ρίζας ker-2.
  • syndicate (= συνδικάτο, επιτροπή),
    είναι ακραιφνώς ελληνική λέξη, από τον σύνδικο που στην αρχαιότητα ήταν κάτι σαν δημόσιος δικηγόρος.
  • synovial (= αρθρικός),
    αναφορά στο υγρό των αρθρώσεων, από το λατινικό ovum (= ωόν) λόγω ομοιότητας με το ασπράδι του αβγού.
No Comments