Σ

  • Σάγος = ένδυμα ↔ seek (πιθανώς)
  • σάλος = θάλασσα ↔ insulate
  • σάος = ακέραιος ↔ sanitation
  • σάττω = φορτώνω, χορταίνω ↔ satiate
  • σάω = κοσκινίζω ↔ sprout
  • σείριος / σειρός = καυστικός, φωτεινός ↔ Sirius
  • σέλμα = δοκάρι, πάγκος κωπηλάτη ↔ session
  • σήθω = κοσκινίζω ↔ sprout
  • σηκός = μαντρί ↔ septum
  • σίζω = σφυρίζω ↔ sibilant
  • σικυός = αγγούρι ↔ cucumber
  • σιφνός = κενός, κοίλος ↔ insinuate
  • σκάζω = κουτσαίνω ↔ shed
  • σκαίρω = πηδώ ↔ shrink
  • σκάλλω = σκαλίζω ↔ scalpel
  • σκαλνός = άνισος ↔ scalpel
  • σκάνδαλον = εμπόδιο ↔ echelon
  • σκάπος = κλάδος ↔ scape
  • σκέλλω = ξηραίνω ↔ sclerosis
  • σκέρβολος = υβριστής ↔ scatology
  • σκήπτω = στηρίζω ↔ scepter
  • σκόλοψ = πάσσαλος ↔ scalpel
  • σκοπέω = παρατηρώ ↔ telescope
  • σκυλεύω = λαφυραγωγώ ↔ spill
  • σκύλλω = κομματιάζω ↔ silicon
  • σκύνιον = φρύδι ↔ cutaneous
  • σκωρ (το) = σκατό ↔ scoria
  • σμάω = σπογγίζω, καθαρίζω ↔ besmear
  • σμερδαλέος = φοβερός ↔ murder
  • σμερδνός = φοβερός ↔ morsel
  • σμήχω = καθαρίζω ↔ smear
  • σμύχω = καίω με αιθαλίζουσα φλόγα ↔ smoke
  • σομφός = σπογγώδης ↔ fungus
  • σπάδιξ = ευνούχος ↔ spade
  • σπαθάω = υφαίνω, ξοδεύω ↔ spade
  • σπαίρω = σπαρταρώ ↔ spurn
  • σπαργώ = είμαι σφριγηλός ↔ disperse
  • σπάργω = περιτυλίγω ↔ spire
  • σπαρνός = σπάνιος ↔ sprout
  • σπέκλον = καθρέφτης ↔ speculate
  • σπένδω = κάνω σπονδή, ραντίζω ↔ sponsor
  • σπέργουλος = σπουργίτης ↔ sparrow
  • σπέρχω = βιάζομαι ↔ sprinkle
  • σπιδής = απλωμένος ↔ span
  • σπίδιος = επίπεδος, αχανής ↔ space
  • σπιδνός = πυκνός ↔ inspissate
  • σπιλάς = βράχος ↔ pinnacle (πιθανώς)
  • σπληδός = χόβολη ↔ splendid
  • σπληνδέω = λάμπω ↔ splendid
  • σπολά(ς) = στολή, δέρμα ↔ spill
  • σπυρίς = πλεκτό καλάθι ↔ sportulary
  • στέαρ = λίπος ↔ stone
  • στέμβω = ανακινώ, χλευάζω ↔ stamp
  • στία = μικρή πέτρα ↔ stone
  • στίζω = κεντώ ↔ stimulus
  • στίλη = σταγόνα, σωματίδιο ↔ distil
  • στλεγγίς = ξεστρον ↔ strigil
  • στόλον = παραφυάδα ↔ stilt
  • στορέννυμι ή στόρνυμι ή στρώννυμι = στρώνω ↔ structure
  • στράγγω = στύβω ↔ astringent
  • στραγξ = σταγόνα ↔ stress
  • στρηνής = αυστηρός, δυνατός ↔ stern
  • στρήνος (το) = υπερβολική πολυτέλεια ↔ strenuous
  • στυπείον = στουπί ↔ stuff
  • σύκχος = είδος παπουτσιού ↔ sock
  • συλώ = λαφυραγωγώ ↔ silicon (πιθανώς)
  • σφάκος = φασκομηλιά ↔ spaghetti
  • σχέθω = αποκρούω ↔ scathe
No Comments