Θ

  • Θαμά = συχνά ↔ thamistic
  • θάω = θηλάζω ↔ teat
  • θείνω = χτυπώ ↔ offense
  • θεμερός = σκοτεινός ↔ intemerate
  • θέρω = θερμαίνω ↔ anthrax (πιθανώς)
  • θέω / θείω = τρέχω ↔ dew
  • θήγω = ακονίζω ↔ whet
  • θιβρός = τρυφερός, θερμός ↔ fibre (πιθανώς)
  • θιγγάνω = αγγίζω ↔ fixture
  • θις = αμμόλοφος ↔ dune
  • θοός = γοργός ↔ dew
  • θράσσω = ταράσσω ↔ dregs
  • θρέομαι = θρηνώ ↔ threnody
  • θροέω / θρέομαι = κραυγάζω ↔ dream (πιθανώς)
  • θρύω = καταρρέω ↔ frivolous
  • θρώναξ = κηφήνας ↔ drone
  • θύννος = τόνος ↔ tuna
  • θύνω = ορμώ ↔ tuna
  • θύρσος = κορμός δέντρου ↔ torsion
  • θύω = καίω ↔ Thuja, thyestean
  • θώμιγξ = λεπτό σκοινί ↔ funambulist
  • θώρναξ = αγκάθι ↔ thorn
No Comments