U

  • Ubiquitus (= πανταχού παρών),
    της ρίζας qwo- / qwi-, ↔ ποίος.
  • uhlan (= ουλάνος, λογχοφόρος ιππέας),
    από τα γερμανικά και πολωνικά, απώτερης τουρκικής καταγωγής από το oghlan (= νεαρός), που εμφανίζεται σε καταλήξεις επωνύμων, -ογλου, από τον γυιό, με παράγωγο το τσογλάνι.
  • ulcer (= έλκος),
    ομόρριζα, όπως και το λατινικό ulcus, ulceris, της ρίζας elk-es- (= πληγή ή διόγκωση).
  • uliginose (= ελώδης),
    από τα λατινικά uligo (= υγρασία) και udus (= υγρός), συντόμευση του uvidus (= υγρός), λέξεις ομόρριζες.
  • ulterior (= κρυφός),
    όπως το ultimatum.
  • ultimate (= τελευταίος),
    από ultra στον υπερθετικό βαθμό.
  • ultimatum (= τελεσίγραφο),
    από το λατινικό ultra, συγκριτικός βαθμός -ter- / -τερ- του uls, της ρίζας al- / h2el- (= πέραν, αυξάνω), ↔ altus, αλθαίνω κ.α. ή της ρίζας ή της ρίζας al-1, του άλλου. Άλλες λέξεις με πρώτο συνθετικό το ultra είναι ultraviolet (= υπεριώδης), ultrasound (= υπέρηχος), ultramarine (= ουλραμαρίνης), ενώ ούλτρας, ultras, ονομάζονται οι φανατικοί οπαδοί στο ποδόσφαιρο, ultrafanatic.
  • ululate (= θρηνώ),
    ↔ ολολύζω, λέξεις ηχοποίητες.
  • umbel (= σκιάδιο, βοτανικός όρος για το σχήμα του άνθους),
    βλ. umbrella.
  • umbrella (= ομπρέλα),
    από τη λατινική umbra (= σκιά), ↔ αμαυρός (σκοτεινός), από το στερητικό α- + μαρμαίρω (λάμπω) και όχι από τον όμβρο (βροχή).
  • unabated (= αμείωτος),
    βλ. abate. Το πρόθεμα un- είναι στερητικό, όπως το νη. σημαίνει επίσης στέρηση, ανατροπή, συγγενές με το αντί, όπως στο undo.
  • unabashed (= απροκάλυπτος, αναίσχυντος),
    όπως το abash.
  • unanimous (= ομόφωνος, ομόψυχος),
    από animus (= νους), ↔ άνεμος.
  • uncanny (= υπερφυσικός, απίστευτος),
    της ρίζας gno- του γιγνώσκω.
  • uncomeatable (= απρόσιτος),
    από τα επιμέρους un- + come (= έρχομαι), της ρίζας gwa- / gwem-, ομόρριζο του βαίνω) + at + -able.
  • uncouth (= άξεστος),
    από un- (στερητικό πρόθεμα όπως το νη) + couth (= ευγενικός), της ρίζας gno- (= γιγνώσκω). Το πρόθεμα un- σημαίνει επίσης στέρηση, ανατροπή, συγγενές με το αντί, όπως στο undo.
  • unction (= χρίσμα),
    ↔ όγκος (καμπή, αγκίστρι), της ρίζας ongw-.
  • underscore (= υπογραμμίζω),
    της ρίζας sker- (= κόβω), ↔ κείρω.
  • undine (= νεράιδα),
    της ρίζας wed- (= υγρός), ↔ ύδωρ, δεν έχει σχέση με dine (= γευματίζω).
  • undo (= ξεκουμπώνω, ξεκάνω),
    από το πρόθεμα un- που σημαίνει επίσης «στέρηση, ανατροπή», συγγενές με αντί, + do (= κάνω, θέτω), της ρίζας dhe- του τίθημι, ίσως της πιο παραγωγικής ρίζας σε ελλληνικά και αγγλικά.
  • undulate (= κυματίζω),
    από το λατινικό unda, κατά μια άποψη από το αρχαίο οιδάω (φουσκώνω), της ρίζας wed-1 (= ύδωρ).
  • unerring (= αλάνθαστος),
    από το err (= σφάλλω), από το λατινικό erro (= περιπλανώμαι), ↔ έρρω (= βαδίζω με κόπο).
  • unfettered (= αδέσμευτος),
    όπως το fetter.
  • ungainly (= άχαρος),
    από gain (= κέρδος), της ρίζας weie- (= επιδιώκω), ομόρριζο γερμανικών λέξεων για το κυνήγι και του ίημι (θέτω, ρίπτω, επιθυμώ), λέξη αζευγάρωτη. Συγγενής λατινική λέξη είναι ο άνδρας, vir, ↔ ανήρ, ήρως, virile, virtual.
  • ungual, ungular (= νυχιαίος, οπληφόρος),
    από το λατινικό unguis (= όνυξ, νύχι), ↔ nail, της ρίζας onοgh-.
  • unguent (= αλοιφή),
    ↔ όγκος (καμπή, αγκίστρι), της ρίζας ongw-.
  • unison (= συμφωνία, ταυτοχρόνως),
    από unus (= ένας ) + sonus (= ήχος), βλ. sonic. Στη μουσική υπάρχει ο ιταλικός όρος ουνισόνο για την ταυτοφωνία, όταν π.χ. δύο τραγουδιστές τραγουδούν μαζί την ίδια άρια.
  • unit (= μονάδα),
    της ρίζας oi-no- (= μοναδικός), ο αρχαίος οινός (= μοναδικός, το 1 του κύβου), ↔ δέσποινα, one, inch, eleven.
  • unkempt (= ατημέλητος),
    από το σε αχρηστία kempt (= καλοχτενισμένος), της ρίζας gembh- (= δόντι, καρφί), ↔ γόμφος, comb, gem, oakum.
  • unleash (= απελευθερώνω, εννοείται «από το λουρί του σκύλου»),
    από το leash, βλ. και languid.
  • unruly (= ανυπότακτος),
    από rule (= κυβερνώ), από το λατινικό rego (= κυβερνώ, πηγαίνω ευθεία), το αρχαίο αρήγω (βοηθώ), ↔ rex, της ρίζας reg-.
  • unscathed (= άθικτος),
    από το σπάνια χρησιμοποιούμενο scathe (= βλάπτω), ↔ ασκηθής (= ακέραιος).
  • unsportsmanlike (= αντιαθλητικός). Πρόκειται για μια από τις συνθετότερες αγγλικές λέξεις, αποτελούμενη από τέσσερα επιμέρους συστατικά. Το πρόθεμα un- εδώ είναι στερητικό, όπως το νη, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δηλώνει αντιστροφή, από το αντί, με αντίστοιχες ρίζες τις ne- και ant-. Το sport είναι από τον πόρο, ενώ οι λέξεις man
    (= άνθρωπος) και like (= όμοιος) είναι γερμανικής προέλευσης. η τελευταία προήλθε από το gleich (= όμοιος) και είναι επίσης σύνθετη, από ga- (= μαζί) + τη ρίζα lik- (= σώμα).
  • until (= ώσπου),
    σύνθετη λέξη όπου το un- είναι της ρίζας ant- (= εμπρός) του αντί, βλ. end, ενώ και το δεύτερο συστατικό, till, ειναι ομόρριζο.
  • unveil (= αποκαλύπτω),
    από το λατινικό velum (= ιστίο), ↔ οχέω / οχέομαι (μεταφέρω / γεννιέμαι).
  • upheaval (= αναταραχή),
    όπως το heave.
  • uproar (= οχλαγωγία),
    όπως το roar.
  • urge (= παρακινώ, ορμή),
    από το λατινικό urgo (= πιέζω), της ρίζας uerg- / werg- (= ωθώ / ιχνηλατώ), ↔ είργω, ειρκτή, όργανο.
  • urgent (= επείγων),
    όπως το urge.
  • urn (= υδρία, αγγείο-τεφροδόχος),
    από το λατινικό urna, από uro (= καίω), ↔ όρκη / όρχη (λάγηνος για τη στάχτη των νεκρών), εύω (καψαλίζω), Βεζούβιος. Εναλλακτικά από την ύρχη (πήλινο δοχείο).
  • ursine (= αρκουδίσιος),
    από το λατινικό ursus (= άρκτος).
  • urticaria (= κνίδωσις, φαγούρα),
    από το λατινικό uro (= καίω), ↔ εύω (καψαλίζω), της ρίζας heus- (= αίθω).
  • use (= χρησιμοποιώ),
    από το λατινικό utor, της ρίζας oit- / h2eyt- (= παίρνω), από τον μέλοντα οίσω του φέρω.
  • usucaption (= χρησικτησία),
    από τα λατινικά usus + capto, βλ. use και cover.
  • usurp (= σφετερίζομαι),
    όπως το use + rapio (= αρπάζω), βλ. rape.
  • usury (= τοκογλυφία),
    όπως το use.
  • utensil (= εργαλείο),
    όπως το use.
  • uterus (= μήτρα),
    από ύστερος, της ρίζας ud- (= έξω) + -ter / -τερος του συγκριτικού βαθμού.
  • utmost (= μέγιστος, έσχατος),
    της ρίζας ud- (= έξω, up, out), ↔ υστέρηση.
  • utopia (= ουτοπία). Η λέξη δεν υπήρχε στα ελληνικά αλλά πλάστηκε για να αποδώσει έναν ανύπαρκτο, φανταστικό τόπο. Το αρχαίο αρνητικό, ου(κ),
    προέρχεται από μια περιφραστική άρνηση τριών λέξεων, με τη σημασία, σε ελεύθερη μετάφραση, «εις τον αιώνα τον άπαντα» ή «όχι σ’ αυτή τη ζωή», όπου η πρώτη λέξη είναι το κανονικό αρνητικό μόριο, νη. Από το νη + ever προήλθε το αρνητικό nay (= ποτέ).
  • utter (= αρθρώνω, απόλυτος),
    όπως το utmost.
No Comments