V

  • Vacant (= κενός),
    από το λατινικό ρήμα vaco (= είμαι άδειος), ↔ εάω (αφήνω), της ρίζας eue-.
  • vacuum (= κενό),
    όπως το vacant.
  • vade (= προχωρώ),
    από vado (= βαδίζω), συγγενές με βάω / βαίνω / βαδίζω, της ρίζας wadh-. Για το βαίνω, στα λατινικά venio, έχει επίσης προταθεί η διπλή ρίζα gwem- + -yeti.
  • vagary (= ιδιοτροπία),
    από το λατινικό vagus (= περιπλανώμενος), από βάω / βαίνω.
  • vague (= αόριστος),
    όπως το vagary.
  • vain (= μάταιος),
    από το λατινικό vanus (= κενός), ↔ εύνις (έρημος), εάω (αφήνω, αδιαφορώ), της ρίζας eue- εγκαταλείπω).
  • valet (= βαλές, παρκαδόρος),
    της ρίζας upo- (= υπό), ↔ vassal, βάσαλος (κελτικής καταγωγής).
  • valiant (= ισχυρός),
    από το λατινικό ρήμα valeo (= είμαι ισχυρός), της ρίζας wal-, ↔ θαλέω / θάλλω, Βαλέριος, Βλαδίμηρος, Harold.
  • valid (= έγκυρος),
    όπως το valiant.
  • valley (= κοιλάδα),
    από το λατινικό vallis, πιθανώς ↔ έλος ή της ρίζας wel- (= στρέφω, ειλέω).
  • valor (= ανδρεία, αξία),
    όπως το valiant.
  • valve (= βαλβίδα),
    από το λατινικό volvo (= περιστρέφομαι), ↔ έλιξ, αλυσίδα.
  • vamoose (= αναχωρώ, «στρίβω»),
    από το λατινικό vado (= βαδίζω), της ρίζας wadh-. Από εδώ είναι το ισπανικό vamos (= πάμε). Τα σύγρονα λεξικά, σε αντίθεση με παλαιότερα, δεν αναφέρουν την οφθαλμοφανή συγγένεια των vado και βαδίζω, βαίνω.
  • vamp. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «φόντι», το πάνω μέρος του παπουτσιού, από το γαλλικό avant pié (= πους),
    η πρώτη λέξη από τα λατινικά ab (= προ) + ante (= προ, ενώπιον, από το αντί) και η δεύτερη από το πόδι. παράγωγο το revamp. Η δεύτερη λέξη σημαίνει «αυτοσχεδιάζω στο πιάνο», ενώ η τρίτη είναι η συντόμευση vamp για το vampire, βαμπίρ, ουγγρικής προέλευσης.
  • vane (= ανεμοδείκτης) από το πήνος (νήμα τυλιγμένο σε μασούρι),
    εξού το πηνίο, της ρίζας pan-.
  • vaniloquence (= κενολογία),
    από vanus (= κενός, βλ. vacuum) + loquor (= ομιλώ), από λάσκω (φωνάζω, κροτώ).
  • vanquish (= υπερισχύω),
    από vinco / vincio (= νικώ, δένω), ↔ είκω (φαίνομαι όμοιος) ή με το νικώ.
  • vapid (= βαρετός, σαχλός),
    της ρίζας kwep- (= καπνίζω, κοχλάζω), ↔ κάπος (πνεύμα), καπύω (πνέω), βαπόρι.
  • vaping (= εισπνοή),
    από το vap, συντομευμένο το evaporate (= εξατμίζω), όπως το vapid.
  • varicose (= κιρσός) , από varus
    (= ραιβός), με στραβά πόδια.
  • variegate (= χρωματίζω),
    από τα λατινικά variegatus, varius (= ποικίλος, στικτός) + ago (= άγω). το varius είναι της ρίζας wer- (= ύψωμα), ↔ είρω, έρμα, ορμή. Παλιότερα είχε προταθεί το αρχαίο βαλιός (ποικίλος, στικτός).
  • variety (= ποικιλία),
    όπως το variegate. Από το γαλλικό varieté προήλθε το βαριετέ.
  • various (= ποικίλος),
    όπως το variegate.
  • vary (= μεταβάλλω),
    όπως το variegate.
  • vassal (= υποτακτικός),
    της ρίζας upo- (= υπό).
  • vast (= απέραντος),
    από το λατινικό vastus (= άδειος, απέραντος), ↔ εάω (αφήνω), της ρίζας eue-.
  • vaunt (= μιλώ στο κενό, υπεροπτικά),
    από το λατινικό vano (= μιλώ άσκοπα), ↔ vast.
  • vedette (= υπερυψωμένος σκοπός),
    από το video ή της ρίζας weg- (= είμαι δυνατός), ↔ vigil, βίγλα. Βλ. και vendetta.
  • vehement (= ορμητικός),
    από veho (= μεταφέρω), ↔ έχω.
  • velocipede (= ποδήλατο),
    από velocity (= ταχύτης), vehicle (= όχημα), στα λατινικά vehiculum, από veho (= μεταφέρω), έχω, της ρίζας wegh- (= πηγαίνω) ή της ρίζας weg- (= είμαι δυνατός) + pes, pedis (= πους).
  • venal (= πουλημένος, επιρρεπής σε δωροδοκία),
    της ρίζας wes-3 (= αγοράζω), ↔ venus (= αγορά), ώνος, ψώνια. Το επίθετο venereal (= αφροδίσιος), από τη θεά Venus (= Αφροδίτη) είναι της ρίζας wen-1 (= επιθυμώ).
  • vendetta (= βεντέτα),
    από το λατινικό vindex (= προσφεύγων), από vis (= ις = βία, δύναμη) + dico (= ομιλώ, αφιερώνω), ↔ δείκνυμι. Βλ. και vedette.
  • veneer (= καπλαμάς, προσωπείο),
    όπως το furnish.
  • vengeance (= εκδίκηση),
    όπως η vendetta.
  • vent. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «αεραγωγός, διοχετεύω» και είναι από το λατινικό ventus (= άνεμος),
    ↔ αήρ, άημι, της ρίζας we- (= φυσώ). Η δεύτερη σημαίνει το σχίσιμο φορέματος και παράγεται από το findo, της ρίζας bheid- (= σχίζω), ↔ fission, beetle, φείδομαι.
  • ventilate (= ανεμίζω) από το λατινικό ventus
    (= άνεμος), ↔ άημι.
  • ventriloquist (= εγγαστρίμυθος),
    από τα λατινικά venter (= κοιλιά), ο αρχαίος ύδερος / ύστερος + loquor (= ομιλώ), ↔ λάσκω (φωνάζω, βροντώ), της ρίζας tolkw- (= ομιλώ).
  • venturesome (= τολμηρός),
    από το venio (= έρχομαι), βαίνω.
  • verbatim (= κατά λέξη),
    από το λατινικό verbum (= ρήμα), της ρίζας were-3 (= ομιλώ), ↔ ρήτωρ.
  • verecund (= μετριόφρων),
    από το λατινικό verecundus, από vereor (= σέβομαι), ↔ ορώ.
  • verge. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη (= άκρη),
    από το λατινικό virga, ↔ βέργα, ενώ η δεύτερη (= λυγίζω, ρέπω) είναι όπως το converge.
  • veridical (= φιλαλήθης),
    από τα λατινικά verus (= αληθής, βέρος) + dico (= μιλώ), της ρίζας deik- (= δεικνύω).
  • verism (= βερισμός),
    καλλιτεχνικό κίνημα, από το λατινικό verus (= αληθινός, βέρος).
  • vermiculate (= σκωληκοειδής),
    από το λατινικό vermis (= σκουλήκι), ↔ ρόμος (σαράκι) / έρπω, της ρίζας wer-2 (= περιστρέφομαι, ελίσσομαι).
  • vermiculite (= βερμικουλίτης),
    ορυκτό, από το λατινικό vermiculo (= παράγω σκουλήκια), vermis, λόγω αποφλοίωσης κατά τη θέρμανση, βλ. vermiculate, worm.
  • vermin (= παράσιτο),
    της ρίζας wer-2 (= περιστρέφω), ↔ άρρατος (άκαμπτος), ρατάνη.
  • vernal (= εαρινός),
    από τα ver / έαρ.
  • vernalisation (= εαρινοποίηση),
    η ψύξη σπόρων για βελτίωση της βλαστικότητας, από ver / έαρ.
  • verruca (= κονδύλωμα, εξόγκωμα),
    της ρίζας wer-1 (= ύψωμα), ↔ έρμα, λέξη πολυσήμαντη με τρεις διαφορετικές ετυμολογίες, εδώ με τη σημασία του λόφου, υφάλου, από το είρω της ορμής. εναλλακτικά από το λατινικό verro (= σαρώνω), από το έρρω (πηγαίνω αργά).
  • vertebrate (= σπονδυλωτό),
    από + verto = γυρίζω), ↔ τρέπω, της ρίζας wer-2 (= στρίβω, λυγίζω), βλ. awry.
  • vertical (= κατακόρυφος),
    από verto (= γυρίζω), ↔ τρέπω.
  • vertigo (= ίλιγγος),
    όπως το vertical.
  • verve (= ζωντάνια),
    της ρίζας wer-3 (= ομιλώ), των είρω, ρήμα, ειρωνία.
  • vestige (= ίχνος),
    από το λατινικό vestigium, πιθανώς ↔ στείχω (βαδίζω).
  • vex (= ενοχλώ),
    από veho (= μεταφέρω), ↔ έχω, όχημα.
  • via (= μέσω),
    της ρίζας wegh- (= πηγαίνω), όπως το vex.
  • viable (= βιώσιμος),
    της ρίζας gwei-, όπως το quick.
  • vial (= φιάλη),
    oμόρριζα. Από το ρήμα πίνω και το επίθετο αλής (συγκεντρωμένος σε ένα μέρος, λέξη δασυνόμενη, γι’ αυτό η μετατροπή π > φ). Κατ’ άλλη εκδοχή από το ρήμα φιαλόω (κοιλαίνω, σκάπτω).
  • vibrate (= δονούμαι),
    από το λατινικό vibro, της ρίζας wib- / weib- (= κινούμαι μπρος πίσω) ή της ρίζας webh- (= υφαίνω), ↔ υφή. πιθανώς συγγενές με τον τύπο ριφώ του ρίπτω. Ριπή στα αρχαία λεγόταν το τρεμοσβήσιμο των άστρων.
  • vice- (= στη θέση κάποιου αξιωματούχου),
    πρώτο συνθετικό λέξεων όπως viceroy. Προέρχεται από τη λατινική *vicus (χωρίς ονομαστική, αλλά με όλες τις άλλες πτώσεις) που σημαίνει «εναλλαγή, στροφή», της ρίζας wei-2 / weyk- (= κάμπτω), ↔ είκω (μοιάζω).
  • vice (= αμαρτία, κακία),
    από το λατινικό vitium (= έγκλημα, αμάρτημα), ↔ αιτία που αρχικά σήμαινε σφάλμα, μομφή και έδωσε το βίτσιο.
  • viceroy (= αντιβασιλιάς),
    από vice- + roi (= βασιλιάς στα γαλλικά), από rex.
  • vicinity (= εγγύτης, γειτονιά) από vicus
    (= οικισμός), ↔ οίκος, της ρίζας weik-1 / weyks- (= φυλή, χωριό).
  • victory (= νίκη),
    από vinco / vincio (= νικώ, δένω), της ρίζας weik-3 ή weik-5 (= καταβάλλω), ↔ convince, Victor, Vincent. Η ρίζα weik-3 (= μοιάζω) έχει δώσει τα ομόρριζα είκω (φαίνομαι όμοιος), εικών, icon. Η ρίζα weik-4 (= κάμπτω) έχει δώσει τα wicker (= ψάθα), weak, week. Η ρίζα weik-2 (= ιερός) έχει δώσει το guile (= ξεγελώ). Στη βιβλιογραφία υπάρχει κάποια σύγχυση ως προς τη ρίζα weik-.
  • victuals (= προμήθειες),
    από vivo (= ζω) της ρίζας gwei-, της ζωής και του βίου.
  • vie (= συναγωνίζομαι),
    της ρίζας weie- του ίημι.
  • vile (= άθλιος),
    της ρίζας wes-3 (= αγοράζω), όπως το venal.
  • vilify (= κακολογώ),
    όπως το vile.
  • village (= χωριό),
    όπως το vicinity.
  • villain (= κακός),
    της ρίζας weik-1 (= φυλή), ↔ οίκος.
  • vindicate (= δικαιώνω),
    όπως το vengeance.
  • vine (= αμπέλι, κληματσίδα),
    από τα λατινικά vine, vitis (= κλήμα), της ρίζας wei- / weh1y- (= στρέφω), ↔ ις, ιτέα, Ίρις, wire.
  • vinegar (= ξίδι),
    είναι διπλά ελληνικής συγγένειας σύνθετη λέξη, αφενός από τα οίνος / vinum και αφετέρου από το γαλλικό επίθετο aigre (= όξινος, ξινός), από το λατινικό acer (= δριμύς), ↔ άκρος.
  • vintage (= τρύγος, εκλεκτής εσοδείας),
    από τα λατινικά vindemia (= τρύγος), από vinum (= οίνος) + demero (= παίρνω), από de- + emo (= αγοράζω), ↔ νέμω.
  • violate (= παραβαίνω),
    από τη λατινική vis (= βία, ις), της ρίζας weie- (= επιθυμώ).
  • violent (= βίαιος),
    όπως το violate.
  • viper (= έχιδνα),
    από το λατινικό vivipera, από vivus + paro (= ετοιμάζω, γεννώ). Το vivus προέρχεται από τα ομηρικά βέομαι / βείομαι (= θα ζήσω), της ίδιας ρίζας, gwei-, με τον βίο και τα βιο- / bio- παράγωγα. Η ονομασία του φιδιού οφείλεται στο ότι γεννά φιδάκια από αβγά που εχουν επωασθεί στο μητρικό σώμα.
  • virago (= μέγαιρα),
    από virile (= αρρενωπός), vir (= άνδρας), του ις (= δύναμη, ατην αιολική ιρ) ή του ίημι, της ρίζας wi-ro- (= ανήρ, ανδρός). Η ίδια λέξη στα λατινικά σημαίνει την πολεμίστρια.
  • virility (= αρρενωπότης),
    όπως το virago.
  • virtue (= αρετή),
    όπως το virago.
  • visa (= βίζα),
    από τη λατινική έκφραση charta visa (= έγγραφο θεωρημένο), της ρίζας weid- του ορώ.
  • visage (= πρόσωπο),
    από video / είδω (= βλέπω), της ρίζας weid- του ορώ.
  • viscous (= ιξώδης),
    από τον ιξό, παρασιτικό φυτό.
  • vise (= μέγγενη),
    συγγενές με τα λατινικά vine, vitis (= κλήμα), βλ. vine.
  • visionary (= οραματιστής),
    όπως το visage.
  • visit (= επισκέπτομαι, έρχομαι να δω),
    όπως το visage.
  • visor (= γείσο κράνους),
    όπως το visage.
  • visual (= οπτικός),
    όπως το visage.
  • visualize (= φαντάζομαι),
    όπως το visage.
  • vital (= ζωτικός),
    της ρίζας της ζωής (gweyh3- ή wet-, ↔ βίος, veteran.
  • viticulture (= αμπελοκαλλιέργεια),
    το πρώτο συστατικό από το λατινικό vitis (= άμπελος), της ρίζας wei-, βλ. wire.
  • vitreous (= υαλώδης),
    από το λατινικό vitrum (= γυαλί), ↔ water, ύδωρ, ύω, υετός, βιτρίνα, της ρίζας wed-.
  • vituperate (= επιπλήττω),
    από τα λατινικά vitio (βλ. vice) + paro (= γεννώ, ετοιμάζω), ↔ πείρα, πείρω (διαπερνώ), της ρίζας pere-1.
  • vivid (= ζωηρός),
    της ρίζας gwei-, βλ. viper.
  • vocabulary (= λεξιλόγιο),
    από το υποκοριστικό του λατινικού vox (= φωνή), της ρίζας wekw- (= ομιλώ), ↔ οψ (η, φωνή), έπος, είπα. Μια άλλη οψ σημαίνει τον οφθαλμό, της ρίζας h3ekw-.
  • vocation (= επάγγελμα),
    όπως το vocabulary.
  • voice (= φωνή),
    όπως το vocation.
  • void (= άδειος, άκυρος),
    από το vacuum (= κενό), ↔ εάω (αφήνω), της ρίζας eue-. Παλιότερα είχε προταθεί το χάω (χαίνω).
  • voile (= τούλι, βουάλ),
    από το λατινικό velum (= ιστίο), ↔ οχέω / οχέομαι (μεταφέρω / γεννιέμαι).
  • volatile (= πτητικός),
    από volo (= πετώ)
  • volition (= βούληση),
    της ρίζας wel-2 (= ελπίζω, εύχομαι), ↔ βούλομαι, ελπίς, έλδομαι (επιθυμώ).
  • voluble (= ομιλητικός),
    από το λατινικό volvo (= περιστρέφομαι), ↔ έλιξ.
  • voluminous (= ογκώδης),
    όπως το voluble.
  • volunteer (= εθελοντής),
    από τα λατινικά volο / vello (= επιθυμώ), ↔ ελπίς, της ρίζας wel-2 (= θέλω).
  • voluptuous (= πληθωρικός, απολαυστικός),
    από τα λατινικά voluptas (= ηδονή), volo (= ελπίζω, επιθυμώ), βλ. volition.
  • volution (= σπείρα),
    από το λατινικό volvo (= περιστρέφομαι), ↔ ειλέω.
  • vomerοnasal (= υνιορινικός),
    σύνθετη λέξη, το πρώτο συστατικό της οποίας είναι το λατινικό vomer (= υνί). η ίδια λέξη στα αγγλικά (= ύνις) είναι ανατομικός όρος για δύο ρινικά οστά που μοιάζουν με υνί, της ρίζας wegh- (= κινούμαι), ↔ όχημα, όχλος.
  • vomit (= κάνω εμετό),
    ↔ εμώ.
  • voracity (= λαιμαργία),
    από το λατινικό vorax (= άπληστος), ↔ βορά, βιβρώσκω, της ρίζας gwora- / gwera-, βλ. και devour.
  • vorlage (= υποβολή),
    της ρίζας legh- (= κείμαι), ↔ λεχώ, λόχος.
  • votary (= ταγμένος),
    από το λατινικό voveo, ↔ εύχομαι.
  • votive (= αφιερωματικός),
    όπως το votary.
  • vow (= εύχομαι),
    όπως το votary.
  • vowel (= φωνήεν),
    όπως το vocation.
  • voyeurism (= ηδονοβλεψία),
    από το γαλλικό voir (= βλέπω), της ρίζας weid- του ορώ.
  • vulgar (= λαϊκός, αγοραίος),
    από το λατινικό vulgus (= λαός), ↔ είλω.
  • vulnerable (= τρωτός),
    από το λατινικό vello (= ξεπουπουλιάζω), ↔ ειλέω / είλ(λ)ω (τυλίγω, στρέφω). σχετίζεται με το svelte.
  • vulpine (= αλεπουδίσιος),
    από το λατινικό vulpes (= αλώπηξ), της ρίζας wlpe-.
  • vulture (= γύπας),
    από το vello (= μαδώ), βλ. svelte.
No Comments