B

  • Bain (= μπάνιο),
    από το λατινικό balneum, το βαλανείον, εξού η μπενμαρί, bainmarie.
  • bait (= δόλωμα),
    από το λατινικό findo (= σπάζω), της ρίζας bheid- / bheyd-, ↔ φείδομαι.
  • bake (= ψήνω),
    της ρίζας ba- / bhe- (= θερμαίνω), ↔ φώγω (ψήνω), φρύγω, φρύγετρον (καβουρντιστήρι).
  • baksheesh (= φιλοδώρημα, μπαξίσι),
    περσικής καταγωγής, της ρίζας phag- (= μοιράζομαι), ↔ ρίζα pa-, pasture, πατέομαι, φαγητό.
  • bald (= φαλακρός),
    λέξεις ομόρριζες της ρίζας bhel-1 (= λάμπω), ↔ φλέγω, φαλός (φωτεινός).
  • bale (= δεμάτι, μπάλα),
    της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω), ↔ φαλλός, φλέβα, φύλλο.
  • baleen (= φάλαινα),
    εξού και η μπαλένα, της ρίζας bhel-1 (= λάμπω), bleach, blind, flamingo, beluga βλ. bald.
  • balk (= διστάζω),
    από το λατινικό fulcio (= στηρίζω), ↔ μπαλκόνι φάλαγξ, της ρίζας bhelg- (= δοκάρι, σανίδα).
  • ballad (= μπαλάντα),
    από ball (= χορός), ↔ βαλλίζω, βάλλω.
  • ballot (= ψηφοφορία),
    όπως bale.
  • balneal (= σχετικός με το λουτρό),
    από το βαλανείον.
  • balustrade (= κιγκλίδωμα),
    από το λατινικό balausta, το αρχαίο βαλαύστιον (άνθος ροδιάς). Η σχέση των δύο λέξεων είναι η διπλή καμπύλη που σχηματίζει η βάση του μπουμπουκιού με την οποία έμοιαζαν τα πρώτα κάγκελα, balusters.
  • ban (= απαγορεύω),
    από τη λατινική bannum / bandum (= απαγόρευση, ποινή), της ρίζας bha-2 (= φωνή, ομιλώ), ↔ φημί, fane. Η συγγενής ρίζα bha-1 (= φαίνω, λάμπω) έχει δώσει κυρίως ελληνικές λέξεις, πολλές από τις οποίες απαντούν και στα αγγλικά, όπως fantasy, phantom, phase, phenomenon, phenol.
  • banal (= μπανάλ, κοινότοπος),
    όπως το ban.
  • band (= μπάντα, ταινία, δαχτυλίδι, κοπάδι),
    της ρίζας bhendh- (= συνδέω), βλ. bind.
  • bandit (= ληστής),
    από το λατινικό bannio (= ανακηρύσσω), βλ. ban.
  • bandon (= δικαιοδοσία),
    όπως το ban.
  • bane (= μαρτύριο),
    γερμανικής προέλευσης, της ρίζας gwhen- (= κτυπώ, σκοτώνω), ↔ offend, θείνω (σκοτώνω).
  • banish (= εξορίζω),
    όπως το abandon.
  • banister (= κουπαστή),
    όπως το balustrade. Διαφορετικό είναι ένα άλλο banister (= καλαθοποιός), επίσης επαγγελματικό επώνυμο.
  • banner (= λάβαρο, πανό),
    της ρίζας bha-1 (= λάμπω), ↔ φως, φαίνω.
  • banns (= αναγγελία γάμου),
    όπως το ban.
  • barb (= αιχμή, θερίζω),
    της ρίζας bhardha-, με παράγωγα τα μπάρμπας, μπαρμπέρης.
  • bard (= βάρδος),
    κελτικής προέλευσης, της ρίζας gwere-2 (= ευνοώ), ↔ χαίρω, χάριτες, agree.
  • bardo (= κατάσταση μεταξύ θανάτου και μετενσάρκωσης),
    θιβετιανής καταγωγής, με δεύτερο συνθετικό της ρίζας του δύο.
  • bargain (= ευκαιρία αγοράς),
    πιθανώς της ρίζας bhergh-1 (= κρύβω), βλ. bury, ή από το barge.
  • barge (= μαούνα),
    από την αρχαία ονομασία πλοίου αιγυπτιακού τύπου, η βάρις.
  • bark (= βάρκα),
    όπως το barge. Η ίδια λέξη, bark, σημαίνει τη φλούδα του δέντρου, γερμανικής προέλευσης, καθώς και το ηχομιμητικό γαβγίζω.
  • barley (= κριθάρι),
    από το λατινικό far, farris (= ζέα, δημητριακά), της ρίζας bhar- για τη φαρίνα, farina στα λατινικά και αγγλικά, ή της ρίζας bhars- (= σκληρή τρίχα, bristle), ↔ φήρος (τροφή των θεών).
  • barn (= σιταποθήκη),
    από barley (= κριθάρι) + aern (= οίκημα), ↔ rest (= αναπαύομαι).
  • barrow. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «κιβώτιο, φορείο», της ρίζας bher- (= φέρω). η δεύτερη
    (= τύμβος) είναι της ρίζας bhergh- (= ανυψώνω), στα γερμανικά Berg (= βουνό), που σχετίζεται με τον πύργο και την Πέργαμο.
  • base. Όπου αποδεικνύεται ότι στα αγγλικά υπάρχουν δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη base είναι η βάση, από το βαίνω, της ρίζας gwa-, ενώ η δεύτερη base είναι επίθετο (= βαθύς),
    με πιθανή προέλευση τον συγκριτικό βαθμό βάσσων του βαθύς.
  • bashful (= ντροπαλός),
    όπως το abash.
  • bask (= θερμαίνομαι στον ήλιο),
    όπως το bake.
  • bass. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει την πέρκα και είναι από τη ρίζα bhar-, ↔ barley, bristle (αναφορά στο ραχιαίο αγκάθι του ψαριού). Η δεύτερη είναι από το λατινικό bassus (= μπάσος),
    όπως το base #2.
  • bassoon (= φαγκότο),
    όπως το bass #2.
  • bastard (= μπάσταρδο),
    από το βαστάζω, καθώς η λέξη χαρακτήριζε το παιδί που είχε συλληφθεί όχι στο συζυγικό κρεβάτι, αλλά μεταφορικά στο μαξιλάρι του σαμαριού, bast στα γαλλικά.
  • batch (= παρτίδα, ομάδα),
    όπως το bake.
  • bate (= αναστέλλω),
    όπως το abate.
  • bateau (= πλοίο),
    αυτούσια η γαλλική λέξη, της ρίζας bheid-, όπως το abet.
  • bath (= λουτρό, βύθιση στο νερό),
    από το γερμανικό Bad, της ρίζας ba- / bhe- (= θερμαίνω). η αρχική σημασία ήταν θέρμανση, ↔ φλέγω, φώγω (ψήνω), που εξελίχθηκε σε φωτεινά φαινόμενα όπως φαλός (φωτεινός), φάος / φως, φαίνω, της ρίζας bhel-1.
  • bay (= κόλπος),
    από την ισπανική bahia από τη λατινική baia, από την αρχαία ρωμαϊκή πόλη-θέρετρο Baia του κόλπου της Νάπολης, στα αρχαία Βαιαί, από το βαιός (χαμηλός). Υπάρχουν άλλες πέντε διαφορετικές λέξεις bay, μια εκ των οποίων σημαίνει το κοκκινωπό άλογο (ντορής), από το λατινικό badius, ενώ μια άλλη το φυτό βασιλικός, από το λατινικό bacca, που ίσως σχετίζεται με τον Βάκχο.
  • bazaar (= μπαζάρ, παζάρι),
    λέξη περσικής καταγωγής για την αγορά, της ρίζας wes-3 (= αγοράζω), ↔ ωνέομαι, ψώνια.
  • be (= είμαι),
    της ρίζας bheu- (= υπάρχω), ↔ φύω.
  • be-. Ως πρόθεμα έχει πολλές σημασίες, όπως πλήρως, προκαλώ, at, on, for, to. είναι συγγενές με τις προθέσεις by και αμφί.
  • beacon (= φάρος),
    της ρίζας bha-1 (= λάμπω), ↔ φάντασμα ή από το λατινικό bucina (= βούκινο).
  • beaker (= ποτήρι, εργαστηριακό σκεύος),
    από το ιταλικό bicchiere, από τα λατινικά bacar(ium) / bicarium, από τα αρχαία βίκος / βικίον, πιθάρια οίνου, από την αιγυπτιακής προέλευσης βαύκαλιν, βλ. bottle.
  • beam (= δοκάρι, δέσμη, ακτίνα, αρχικά δέντρο),
    της ρίζας bheue- / bhuH- (= αυξάνω, υπάρχω), ↔ φύσις, φύλον, φύω, βλ. και booth. Η έννοια της ακτίνας φωτός προήλθε από την columna lucis (= στήλη φωτός).
  • bear (= φέρω, αρκούδα),
    ↔ φέρω, της ρίζας bher-1.
  • beard (= γένι),
    όπως το barb.
  • beat (= κτυπώ),
    της ρίζας bhau- (= κτυπώ), με παράγωγο τη μπουτονιέρα, buttoniere.
  • beatitude (= μακαριότης),
    από τα λατινικά bonus / bonellus, από beo (= ευτυχώ), της ρίζας deu-2 (= κάνω), ↔ Beatrice και πιθανώς βέομαι (θα ζήσω), δύναμαι.
  • beauty (= καλλονή),
    όπως το beatitude.
  • beaver (= καστορας, εργάζομαι σκληρά),
    της ρίζας bher-2 (= καφέ, γυαλιστερός), ↔ φρύνος.
  • beckon (= νεύω),
    γερμανικής καταγωγής, όπως το beacon.
  • become (= γίνομαι),
    από το μόριο be- + come (= έρχομαι), της ρίζας gwa- / gwem-, ↔ βαίνω.
  • bedeck (= στολίζω),
    από deck (= στολίζω, κατάστρωμα), της ρίζας (s)teg- (= στεγάζω), ↔ thatch.
  • bedevil (= βασανίζω),
    από devil (= διάβολος), από το διαβάλλω.
  • beech (= οξιά),
    ↔ φηγός / φαγός, fagus στα λατινικά. Το φαγητό (φαγείν) είναι πιθανό ομόρριζο, της ρίζας bhag- (= μοιράζω).
  • beef (= βοδινό),
    από βους.
  • beer (= μπίρα),
    από την ιταλική birra, από το λατινικό bibο (= πίνω).
  • beetle. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις, από ρίζες που έχουν δώσει ελληνικές λέξεις γαλλικής / αγγλικής προέλευσης. Η πρώτη σημαίνει το σκαθάρι και είναι της ρίζας bheid- (= σχίζω),
    από το λατινικό findo, συγγενές των bite, bitter, φείδομαι. Η δεύτερη σημαίνει «ξύλινο σφυρί» και είναι της ρίζας bhau- (= κτυπώ), με παράγωγα όπως button, buttoniere.
  • befit (= αρμόζω),
    από το τίθημι, ↔ θεός, θέμις, θέμα, θήκη, θεσμός κ.α.
  • before (= προτού),
    της ρίζας per-1 (βλ. afford).
  • befriend (= κάνω φίλο),
    από friend, ↔ πράος, της ρίζας preyΗ- (= αγαπώ).
  • begin (= αρχίζω),
    της ρίζας ghed- (= παίρνω), ↔ χανδάνω (περιέχω).
  • beguile (= ξεγελώ),
    βλ. guile.
  • behalf (= εκ μέρους),
    από half (= μισός, όχι απαραιτήτως ίσου μεγέθους), της ρίζας skel-1 (= κόβω), από το λατινικό scalpo (= κόβω), ↔ scalpel (= νυστέρι), σκαρπέλο, σκάλλω (σκαλίζω), σκαλ(η)νός (άνισος), σκόλοψ (πάσσαλος).
  • behave (= συμπεριφέρομαι),
    της ρίζας kap- (= αρπάζω) του κάπτω, βλ. have.
  • behest (= διαταγή),
    της ρίζας bhergh- (= ψηλός), ↔ burg, πύργος, Πέργαμος.
  • behoof (= όφελος),
    της ρίζας kap- (= καταπίνω, αρπάζω) του κάπτω, ↔ κουπί (κώπη, αρχικά η λαβή ξίφους).
  • belay (= δένω),
    από το πρόθεμα bi- (= γύρω) + παράγωγο της ρίζας legh- (= κείμαι), ↔ λοχεία, λόχος, λεχώνα.
  • beleaguer (= πολιορκώ, ενοχλώ),
    όπως το belay.
  • beleave (= αφήνω πίσω),
    από το leave της ρίζας leip- (= κολλώ, λίπος), ↔ λίπος, (εκ)λιπαρώ.
  • believe (= πιστεύω),
    από το αρχαίο λίπτομαι (επιθυμώ), ↔ libido.
  • bellicose (= επιθετικός),
    από το λατινικό bellum (= πόλεμος), από duellum, της ρίζας dew- (= καταστρέφω), ↔ δαίω (καίω), δας, δαδί.
  • bellows (= φυσερό),
    όπως το belly.
  • belly (= κοιλιά),
    από το λατινικό follis (= φυσερό), της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω).
  • belong (= ανήκω),
    από τα be- (είναι επιτατικό) + longus (= μακρύς), από λαγγάζω / λογγάζω (ενδίδω), ↔ δολιχός (μακρύς), ενδελεχής (συνεχής), της ρίζας del-. η εντελέχεια, βλ. entelechy, είναι άσχετη.
  • beluga (= λευκή φάλαινα),
    από ρωσική λέξη για τον οξύρρυγχο που σημαίνει «λευκός», της ρίζας bhel-1 (= λάμπω), ↔ φύλλο, bold, fool.
  • bend (= λυγίζω),
    της ρίζας bhendh- (= συνδέω), βλ. bind.
  • beneficial (= ευεργετικός),
    από bene- (παράγωγο του bonus, βλ. beauty) + facio.
  • beneficiary (= κληρονόμος),
    όπως το beneficial.
  • benign (= ευγενής, καλοήθης),
    από τα ιταλικά bene + gigno (= παράγω), από γένος / γίγνομαι.
  • benthos (= το σύνολο όλων των μορφών ζωής σε μεγάλα θαλάσσια βάθη),
    αυτούσιο το αρχαίο βένθος (βάθος), ↔ βυθός, βουτώ, συνήθως φέρεται ως επίθετο, benthic.
  • benumb (= μουδιάζω),
    της ρίζας nem- (= διαιρώ, ορίζω), ↔ νέμω (βόσκω), νέμεσις, νόμος.
  • berate (= μαλώνω),
    από be- + το γαλλικό reter, από το λατινικό reputo, από το puto (= καθαρίζω), της ρίζας pau-2 (= χτυπώ, κόβω), ↔ παύρος, παίω ή της ρίζας pew-, ↔ pure.
  • bereave (= μένω πίσω, στερώ),
    από be- + το αρχαίο αγγλικό reafian (= κλέβω), της ρίζας rep- / reup- (= αρπάζω), ↔ ερέπτομαι (καταβροχθίζω). εναλλακτικά από το λατινικό rumpo (= σπάζω), από το ruo (= γκρεμίζομαι), συγγενές με το ορούω (ορμώ).
  • berserk (= έξαλλος),
    σύνθετη νορβηγική λέξη για πολεμιστή με ένδυμα από γούνα αρκούδας, bear, βλ. beaver. Το δεύτερο συστατικό, -serk, είναι από την αγγλική sark (= πουκάμισο), πιθανώς από τη λατινική sarcio (= μπαλώνω), ↔ έρκος, όρκος, tης ρίζας serk- (= περιφράσσω).
  • berry (= μούρο). Έχουν καταγραφεί περί τις 100 σύνθετες λέξεις με το berry, για το οποίο υπάρχουν πολλές ετυμολογικές εκδοχές, όπως από το ψάω (τρίβω),
    της ρίζας bhes- ή το bear (= φέρω)
  • berth (= καμπίνα),
    της ρίζας bher- (= φέρω).
  • beseech (= εκλιπαρώ),
    από το μόριο be- των ambi / αμφί, με την έννοια «πλήρως», + το ρήμα seek.
  • beset (= στολισμένος, περικυκλωμένος),
    από set (= πήζω κ.α.), της ρίζας sed- (= κάθομαι), ↔ έζομαι, έδαφος.
  • besmear (= πασαλείβω),
    της ρίζας smer-u- (= λιπαρός), ↔ μύρον, σμάω (σπογγίζω).
  • bet (= στοίχημα),
    πιθανώς όπως το abet.
  • betide (= συμβαίνει),
    από be- + tide (= μεταφέρω, παλίρροια), της ρίζας da- (= διαιρώ), ↔ δήμος, demiurge, dole.
  • betoken (= δηλώνω),
    της ρίζας deik- (= δείκνυμι), ↔ teach, δείκτης.
  • betray (= προδίδω),
    από τα λατινικά be- (= πλήρως) + trado (= παραδίδω), από trans + do (= δίδω).
  • betroth (= αρραβωνιάζομαι),
    από truth (= αλήθεια) ή από troth (= πίστη, αφοσίωση), της ρίζας dere- / deru- (= στερεός, σκληρός), ↔ tree (= δέντρο), δρυς, δροός (ισχυρός).
  • beverage (= ποτό),
    από το λατινικό bibo (= πίνω), ομόρριζα, της ρίζας po(i)- (= πίνω).
  • bevy (= σμήνος, πλήθος),
    πιθανώς από το λατινικό bibo (= πίνω).
  • beware (= προσέχω),
    της ρίζας wer-3 του ορώ.
  • bezoar (= μπεζοάρ, πίλημα, πεντζέχρι. η τελευταία «εκ μεταγραφής», transliterated). Προήλθε από τις ρίζες pa-
    (= τρέφω, προστατεύω), ↔ πατέομαι, + gwhen- (= χτυπώ). Η σημασία της είναι πολλαπλή: αντίδοτο δηλητηρίου, κοπρόλιθος, ξένη ύλη στο στομάχι προβάτων.
  • bias (= κλίση, προκατάληψη),
    από αρχαία γαλλική λέξη (biais = πλάγιος), από τη λατινική (e)pigassius, επικάρσιος, όπου κάρσιος είναι ο λοξός, της ρίζας ker- / sker-1 (= κόβω), ↔ κείρω, χόριον. Δύο άλλα απροσδόκητα παράγωγα είναι το μπιζουτέ (τελείωμα γυαλιού ή πλακακιού με χάραξη υπό γωνία) και ο καρσιλαμάς!
  • bib (= σαλιάρα),
    της ρίζας po(i)- του πίνω.
  • bid (= προσφέρω),
    ↔ πυνθάνομαι (πληροφορούμαι).
  • bide (= παραμένω, καιροφυλακτώ),
    της ρίζας bheidh- (= πίστις, στα λατινικά fides).
  • biennale (= διετής),
    ιταλική και διεθνής λέξη, από bi- (= δι-) + annus / ennus (= έτος), από το έτος, ένος, ενιαυτός.
  • bier (= φέρετρο),
    της ρίζας bher- (= φέρω).
  • bifid (= δισχιδής, διφυής),
    από τα λατινικά bi- (= δι-) + findo (= σχίζω), της ρίζας bheyd-, ↔ φείδομαι (λογαριάζω, ελεώ).
  • bile (= χολή),
    από το λατινικό bilis, της ρίζας ghel-2 (= λάμπω).
  • bilge (= αερολογία, σεντινόνερα),
    όπως το belly.
  • billow (= φουσκώνω),
    όπως το belly.
  • bind (= συνδέω),
    της ρίζας bhendh-, με αναφορά στη σύνδεση κλαδιών ιτιάς για κατασκευή πλεκτών αντικειμένων, ↔ φάτνη (παχνί), πείσμα (σχοινί), καθώς και παράγωγα του πατέομαι (τρώγω συντροφικά). Από εδώ είναι επίσης τα πενθερά / πενθερός, πρόσωπα που συνδέουν τα μέλη της οικογένειας, όχι όμως το πένθος των πάσχω / πέπονθα.
  • binnacle (= κιβώτιο πυξίδας),
    από το λατινικό habitaculum του habito (= κατοικώ, περιέχω), του habeo (= έχω).
  • binocular (= κιάλια),
    από oculus (= όμμα, μάτι).
  • biota (= το σύνολο ζωντανών οργανισμών μιας περιοχής),
    από τον βίο, της ρίζας για τη ζωή, gwei-.
  • bipartite (= διμερής),
    από bi- (= δι-) + part. Στη χημεία υπάρχει ο αντίστοιχος όρος dimer.
  • birefringence (= διπλοθλαστικότης),
    από bi- (= δι-) + re- (= επανα-, ξανά) + fringe (= όριο), ↔ frango / fraction, ρήγνυμι.
  • birth (= γέννηση),
    της ρίζας bher-1 (= φέρω, γεννώ), διά της γερμανικής οδού.
  • bisect (= διχοτομώ),
    από το bi- (δι-) + seco, της ρίζας sek- (= κόπτω) του ξέω.
  • bishop (= επίσκοπος),
    ομόρριζα, από επί + σκοπός.
  • bit (= κομματάκι),
    από το λατινικό findo (= σχίζω), ↔ φείδομαι (λογαριάζω, ελεώ).
  • bite (= δαγκώνω),
    της ρίζας bheid- (= σχίζω, διαιρώ), όπως το bait. συγγενής με την pizza και πιθανώς με την πίτα, λέξη της βυζαντινής εποχής, γερμανικής προέλευσης, ή συγγενής με την πηκτή.
  • blackmail (= εκβιάζω),
    σύνθετη λέξη από black + mail (βλ. #3 στο λήμμα mail, ↔ meet, μήδομαι, της ρίζας med-.
  • bitter (= πικρός),
    όπως το bite.
  • blade (= λεπίδα, έλασμα),
    της ρίζας bhel-3 (= ευδοκιμώ), ↔ φύλλο.
  • blame (= κατηγορώ),
    σύνθετη λέξη, από το βλασφημώ, blaspheme, του οποίου το πρώτο συστατικό προέρχεται από βλάπτω ή βλαξ, της ρίζας mel-3- (= κακός, ψευδής), ↔ malus (= κακός), μέλεος (άχρηστος), ενώ το δεύτερο συστατικό είναι της ρίζας bha-2 (= ομιλώ, φημί).
  • blanch (= ζεματίζω, ασπρίζω),
    της ρίζας bhel-1 ή bhleg- (= λάμπω), ↔ φλέγω.
  • bland (= άνοστος, αδιάφορος),
    από το λατινικό blandus, των ριζ )ών mel-1 / meldh- / mlad- (= μαλακός), ↔ μύλος.
  • blandish (= κολακεύω),
    όπως το bland.
  • blank (= λευκός, άδειος),
    όπως το blanch.
  • blanket (= κουβέρτα, αρχικά λευκού χρώματος),
    όπως το blanch.
  • blasphemy (= βλασφημία),
    σύνθετη λέξη, βλ. blame.
  • blast (= έκρηξη),
    της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω), ↔ φύλλο.
  • blaze. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «καίω, λάμπω», ↔ φλέγω, της ρίζας bhel-1 (= λάμπω). Η δεύτερη σημαίνει «κοινοποιώ», της ρίζας bhel-2
    (= φυσώ), ↔ blow, φύλλο.
  • bleak (= θλιβερός),
    όπως το blanch.
  • bleat (= βελάζω, γκρίνια),
    ομόρριζα και ηχοποίητα, όπως τα βληχάομαι, βελάζω.
  • blemish (= κηλιδώνω),
    όπως το blanch.
  • blench (= φοβάμαι, ζαρώνω),
    όπως το blanch.
  • blend (= ανακατεύω),
    όπως το blanch.
  • blende (= μεταλλουργικός όρος που αναφέρεται σε μετάλλευμα του ψευδαργύρου, τον σφαλερίτη),
    όπως το blanch.
  • bless (= ευλογώ),
    της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω, ευδοκιμώ), ↔ φύλλο.
  • blight (= φυτική νόσος, φθορά),
    της ρίζας bhel-1 (= λάμπω), όπως το blank.
  • blind (= τυφλός),
    περιέργως της ρίζας bhel-1 (= λάμπω), όπως το blank.
  • blister (= χιονίστρα),
    όπως το bless.
  • bloat (= φουσκώνω),
    από τα αρχαία φλέω / φλιδάω (φουσκώνω), της ρίζας bhle- / bhel-2 (φουσκώνω), ↔ φλοίσβος.
  • blond (= ξανθός),
    όπως το blanch.
  • blood (= αίμα),
    της ρίζας bhel-3 (= ευδοκιμώ), ↔ flour, flower, φύλλο.
  • bloom (= ανθίζω, ακμάζω),
    από το λατινικό flos και το αρχαίο χλώρις, ↔ flower, φύλλο, φλύαρος, φλοιός κ.α. της ρίζας bhel-3 / bhlo- (= ευδοκιμώ).
  • blow. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις. #1. Σημαίνει «φυσώ, διογκώνω», από το λατινικό flo (= αναπνέω, φυσώ),
    της ρίζας bhle- / bhel-2 (φουσκώνω), ↔ φαλλός, σουφλέ. #2. Σημαίνει «ανθίζω», όπως το bloom. #3. Σημαίνει «χτύπημα», γερμανικής προέλευσης.
  • blowsy (= ατημέλητος),
    όπως το blow.
  • blunder (= γκάφα),
    της ρίζας bhel-1 (= λάμπω)
  • blunt (= αμβλύς, ωμός, άνοστος),
    όπως το blunder.
  • blush (= κοκκινίζω),
    όπως το blanch.
  • board (= σανίδα, επιτροπή, επιβιβάζομαι),
    της ρίζας bherH- (= τρυπώ, κτυπώ), ↔ πέρθω (καταστρέφω), πορθώ (κόβω), bore και perforate (= τρυπώ).
  • boast (= κομπορρημονώ),
    της ρίζας beu- (= φουσκώνω).
  • bobbin (= μπομπίνα, bobine στα γαλλικά),
    από τον βόμβυκα, επειδή μοιάζει με το κουκούλι του μεταξοσκώληκα. Χρησιμοποιείται για την περιέλιξη νημάτων και ταινιών, όπως σύρματος και του κινηματογραφικού φιλμ.
  • bog (= έλος),
    όπως το bow #1.
  • boil. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη είναι ρήμα που σημαίνει «βράζω», προέρχεται δε από το λατινικό bulla, ↔ φυσάλη (φυσαλίδα), της ρίζας bhel-2 ή, λιγότερο πιθανώς ομόρριζο του bull
    (= ταύρος, ωθώ). Η δεύτερη είναι ουσιαστικό και σημαίνει «σπυρί, σκληρός όγκος», της ρίζας bhel-2 / beu- (= φουσκώνω).
  • bole (= κορμός δέντρου),
    όπως το bold.
  • boll (= κάψα, κυρίως για φυτά),
    είναι της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω).
  • bolster (= μαξιλάρα, υποστηρίζω),
    όπως το belly.
  • bombast (= παραγέμισμα από βαμβάκι, βάτα),
    από τον βόμβυκα (βαμβάκι), από περσική λέξη.
  • bombastic (= μεγαλόστομος, φουσκωμένος),
    όπως το bombast.
  • bonanza (= ευημερία),
    αμερικανική λέξη, από την ομώνυμη ισπανική (= μπουνάτσα), από τη λατινική bonacia, από τη malacia (= ηπιότητα) του μαλακού, σε συνδυασμό με bonus (= καλός).
  • bond. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη είναι ουσιαστικό και ρήμα και σημαίνει «δεσμός, συνδέω», της ρίζας bhendh- (= συνδέω),
    βλ. bind. Η δεύτερη είναι επίθετο και σημαίνει «ανελεύθερος», όπως το bondage.
  • bondage (= δουλεία),
    της ρίζας bheue- / bhuH- (= αυξάνω, υπάρχω), νορβηγικής προέλευσης, ↔ φύλο, φύω, be, beam, future, build.
  • bonus (= καλός, μπόνους),
    της ρίζας deu-2 (= εκτελώ) που έχει δώσει επίσης το bellus (= όμορφος).
  • boom. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «κοντάρι», της ρίζας bheue-, ↔ beam, future, φύω, φύλο, ενώ η δεύτερη είναι ηχοποίητη, όπως βόμβος και bomb, και σημαίνει έναν ισχυρό βαθύ θόρυβο, μεταφορικά δε την έκρηξη, μεγάλη ανάπτυξη, βλ. και bound #1 και #4.
  • boon. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «προσευχή, θείο δώρο», της ρίζας bha-2 (= φωνή, ομιλώ) του φημί, βλ. ban. Η δεύτερη σημαίνει τον καλό φίλο, της ρίζας deu-2
    (= καλός), όπου το λατινικό επίθετο bonus έχει δώσει αρκετές ελληνικές λέξεις όπως μπόνους, μπουνάτσα, μπελαντόνα, Βενέδικτος, από αντίστοιχες ιταλικές που έχουν επίσης αγγλοποιηθεί.
  • boor (= χωρικός),
    1 απαρχαιωμένη λέξη της ρίζας bheue- (= υπάρχω, αυξάνω), ↔ φύω, φύσις. Εναλλακτικά από το λατινικό bos (= βόδι), σε συνδυασμό με το επίσης αρχαίο gebur (= χωρικός).
  • booth (= θάλαμος, περίπτερο),
    από γερμανική / νορβηγική λέξη για πρόχειρο κατάλυμα, ↔ be (= είμαι), της ρίζας bheue-, στα ελληνικά φυ- των φύω, φυτό.
  • bottle (= μπουκάλι),
    από το αρχαίο γαλλικό boteille, από το υποκοριστικό butticula του λατινικού buttis (= βαρέλι), ↔ αρχαία πυτίνη (βαρέλι). Εναλλακτικά, από το μεσαιωνικό ιταλικό boccale, από το αρχαίο δοχείο βαύκαλις, από το βαυκαλώ (= κοιμίζω), λέξη ηχοποίητη.
  • bottom (= πυθμένας),
    ομόρριζα, όπως το λατινικό fundus, της ρίζας budh- / bhudh-.
  • bough (= κλαδί),
    ↔ πήχυς, της ρίζας bhagu-. Εναλλακτικά της ρίζας bhengh- (= πυκνός), ↔ παχύς, pachysandra (= βοτανικός όρος για τον χαρακτηρισμό του στήμονα, του «ανδρικού» τμήματος του άνθους).
  • boulder (= ογκόλιθος),
    της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω).
  • boulevard (= βουλεβάρτο),
    γαλλική λέξη, αρχικά ήταν ο ελεύθερος χώρος περιπάτου που προέκυψε από γκρεμισμένα τείχη, βλ. bulwark.
  • bound. Πρόκειται για τέσσερις διαφορετικές λέξεις, με πολλές σημασίες. #1. Πήδημα, από το γαλλικό bondir (= πηδώ, ηχώ υπόκωφα),
    από το λατινικό bombitio (= βομβώ), από τον βόμβο, λέξη ηχοποίητη. #2. Όριο, γαλατικής καταγωγής. #3. Μετοχή του bind. #4. Ως επίθετο «υποχρεωμένος, προορισμένος για», της ρίζας bheue- (= υπάρχω, αυξάνω), ↔ φύω.
  • bounty (= γενναιοδωρία),
    από το λατινικό bonitas, από το πρόθεμα bene- της ρίζας deu-2 (= κάνω), πιθανώς ↔ δύναμαι.
  • bourgeois (= μπουρζουά),
    γαλλική λέξη διεθνοποιημένη, της ρίζας bhergh-2 (= υψηλός), ↔ πύργος.
  • bow. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη σημαίνει «τόξο, υποκλίνομαι», της ρίζας bheug- (= κάμπτω),
    ↔ βιός (τόξο). το τόξο είναι ομόρριζο με το δοξάρι, επειδή και τα δύο είναι καμπυλωτά. Η δεύτερη σημαίνει «πλώρη», από το bough (= κλαδί), ↔ πήχυς, όμως ίσως είναι της ίδιας ρίζας με το #1.
  • bower (= δωμάτιο, κατοικία),
    όπως το bondage.
  • bowl. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη (= μπολ) είναι της ρίζας bhel-2
    (= φουσκώνω). Η δεύτερη (= ξύλινη μπάλα), είναι από τη bulla, βλ. bull #2.
  • boy (= παιδί),
    από παις, ↔ παύρος (μικρός, βραχύς). Εναλλακτικά από την έκφραση «βόειαι δοραί», δέρματα βοδιών, από τη λατινική λέξη boia για ένα κολάρο από δέρμα βοδιού που φορούσαν οι κατάδικοι.
  • bra (= σουτιέν),
    συντομογραφία του brassiere, από τον βραχίονα (μπράτσο), της ρίζας mregh- (= βραχύς).
  • brace (= επιγονατίδα, άγκιστρο, στον πληθυντικό οι τιράντες, τεντώνω),
    όπως το bra.
  • bracken (= φτέρη),
    της ρίζας bhreg-, όπως το brake.
  • braise (= σιγοβράζω),
    της ρίζας bhreu- (βράζω), ↔ Brazil, βρυτός, φρέαρ.
  • brake (= φρένο, είδος θάμνου),
    από το λατινικό frango (= σπάζω), συγγενές με τα ρήγνυμι / ράσσω (ρηγνύω, ράπτω), επειδή προήλθε από εργαλείο με το οποίο χτυπιόταν το λινάρι για να αποχωριστούν οι ίνες του, της ρίζας bhreg-.
  • brand (= μάρκα, στιγματίζω),
    της ρίζας gwher- που έδωσε τα warm / θερμός, βράζω / brew, επειδή η αρχική σημασία ήταν για το μαρκάρισμα των ζώων που γινόταν με πυρωμένο σίδερο. Η έκφραση brand new, για κάτι πολύ καινούργιο, αναφερόταν αρχικά σε αντικείμενα μόλις κατασκευασμένα από διάπυρο σίδηρο.
  • brandish (= κραδαίνω),
    όπως το brand.
  • brave (= γενναίος, μπράβος),
    από το λατινικό pravus (= αισχρός), από παρά / πάρος (πρότερον). Η εναλλακτική ετυμολογία από το βάρβαρος δεν ευνοείται πλέον.
  • brawn (= δύναμη, η πηχτή),
    της ρίζας bhreu- (= βράζω), της ρίζας bhreu- (βράζω), ↔ Βραζιλία, βρυτός, φρέαρ, bread, ferment.
  • braze. Πρόκειται για δύο διαφορετικά ρήματα: το πρώτο (= καίω) είναι της ρίζας bhreu- (βράζω),
    όπως το brawn, ενώ το δεύτερο (= συγκολλώ), είναι από το brass (= ορείχαλκος).
  • brazier (= μαγκάλι),
    όπως το braze #1.
  • breach (= σπάζω),
    όπως το break.
  • bread (= ψωμί),
    της ρίζας bhreu- (= αναβράζω, βράζω), βλ. brew.
  • break (= σπάζω, διάλειμμα),
    από το λατινικό frango (= σπάζω), από τον μέλλοντα ραγώ του ράσσω (ρηγνύω, ράπτω), της ρίζας bhreg- / bhreu-.
  • breast (= στήθος),
    της ρίζας bhreus- (= φουσκώνω), συγγενούς της ρίζας bhreu-, βλ. bread.
  • breathe (= αναπνέω),
    της ρίζας bher-, ↔ φρέαρ, βρυτός (μπίρα) ή της ρίζας gwhre- (= μυρίζω).
  • breed (= εκτρέφω, αναπαράγω, ράτσα),
    της ρίζας bhreu- (= καίω, αναβλύζω), ↔ φρέαρ.
  • breeze (= αεράκι, αύρα),
    από το ιταλικό brezza (= βορειοανατολικός άνεμος), από aurezzza (= αύρα).
  • brevity (= συντομία),
    από το λατινικό ομόρριζο brevis (= βραχύς), της ρίζας mregh-. βράχεα λέγονταν τα ρηχά νερά.
  • brew (= παρασκευάζω μπίρα, αφέψημα),
    από fervo (= είμαι θερμός), της ρίζας bhreu- (= βράζω, αναβράζω), όπως το breed.
  • brick (= τούβλο),
    όπως το break.
  • brief (= βραχύς, ενημερώνω),
    από το λατινικό brevis, της ρίζας mregh- (= βραχύς), ↔ βραχύς, μπράτσο.
  • brigandine (= μπριγκαντίνι, είδος ιστιοφόρου),
    της ρίζας gwere-1 (= βαρύς).
  • brilliant (= αστραφτερός, πολύ έξυπνος, μπριγιάν),
    από τη βήρυλλο, ινδικής προέλευσης.
  • brim. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η πρώτη σημαίνει «γείσο, είμαι γεμάτος», ↔ βρέμω (βρυχώμαι), βρομέω, βροντή. Η δεύτερη είναι παλιά ονομασία της θάλασσας, της ρίζας bher-
    (= αναβράζω), με πιθανό παράγωγο το φριμάζω / φρουμάζω των αλόγων.
  • brimstone (= κατά λέξη «θερμή πέτρα», παλιά ονομασία του θειαφιού),
    από το αρχαίο αγγλικό brinnen (= καίω), γερμανικής προέλευσης, της ρίζας gwher- (= θερμός) + stone, βλ. burn.
  • bring (= φέρω),
    της ρίζας pher-.
  • brink (= άκρη, χείλος),
    της ρίζας bhren- (= εξέχω), ↔ φρενίτις, φρην, φρονώ, φροντίδα.
  • brioche (= μπριός),
    είδος γλυκίσματος, από το λατινικό frango (= σπάζω), ↔ ρήγνυμι, της ρίζας bhreg-. Στα λατινικά brisa λέγονταν τα πατημένα σταφύλια, ενώ κατά τον Ησύχιο βρίζω σήμαινε πιέζω.
  • bristle (= σκληρή τρίχα),
    της ρίζας bhar-, βλ. barley.
  • brittle (= εύθραυστος),
    όπως το brioche.
  • broach (= τρυπώ, σουβλί),
    ↔ brocade.
  • brocade (= μπροκάρ),
    απο το γαλλικό brocart, από το ιταλικό ύφασμα broccato, από την έκφραση “robe broccate d’ oro”, δηλ. ρούχα κεντημένα με χρυσή κλωστή, από τα brocco / broccus (= μεταλλική αιχμή, καρφάκι), συγγενή με τον πρόχοο, αρχαίο κανάτι.
  • broccoli (= μπρόκολο),
    από το brocco που σήμαινε επίσης ξερόκλαδο και βλαστάρι.
  • broil (= καβγαδίζω),
    της ρίζας bhreu- (= βράζω, αναβράζω), ↔ φρέαρ.
  • brome (= βρώμιο),
    από το αρχαίο βρωμάομαι (αποφέρω δυσωδία), ίσως συγγενές του βιβρώσκω. Η γραφή βρόμιο, από το βρομέω (παταγώ, βροντώ) είναι απαράδεκτη.
  • brooch (= καρφίτσα κόσμημα),
    ↔ brocade.
  • brood (= κλωσσώ),
    όπως το breed.
  • broth (= ζωμός),
    όπως το breath.
  • brotherhood (= αδελφότης),
    από το λατινικό frater (= αδελφός), ο φρατήρ. Το επίθημα -hood είναι από την παλιά αγγλική λέξη hade (= πρόσωπο), της ρίζας (s)kai- (= λαμπερός), ↔ το επίθημα -heid, π.χ. στη λέξη apartheid.
  • brow (= φρύδι),
    ↔ οφρύς.
  • browse (= ψάχνω, φυλλομετρώ, κατά λέξη «τρέφομαι με μπουμπούκια, φύλλα κ.λπ.»),
    από γερμανική λέξη της ρίζας bhreus- / bhreu- (= φουσκώνω, βλαστάνω), ↔ bread. Συγγενές είναι και το επόμενο λήμμα.
  • bruise (= μελανιάζω, μώλωπας),
    της ρίζας bhreg- / bhreus- (= σπάζω), ↔ θραύω, frustum (= κόλουρος κώνος ή πυραμίδα).
  • brumal, brumous (= χειμωνιάτικος),
    από τα λατινικά brevis / brevissimus (= η μικρότερη, εννοείται ημέρα), ↔ βραχύς, της ρίζας mregh- (= βραχύς).
  • brunettte (= καστανομάλλα),
    όπως το beaver.
  • brutal, brute (= βάναυσος, ωμός),
    από το λατινικό brutus (= βαρύς, ηλίθιος), ↔ βάρος, της ρίζας gwere-1.
  • bruxism (= βρυγμός),
    το τρίξιμο των δοντιών, από το βρύκω / βρύχω (καταβροχθίζω).
  • buccal (= στοματικός),
    από το γαλλικό και αγγλικό bouche (= στόμα), όπως το bucket.
  • bucket (= κουβάς),
    της ρίζας beu- (= φουσκώνω), ↔ βούλλα, μπούκα, μπουκιά, από το λατινικό bucca (= στόμα, μάγουλο), βλ. buckle, budge.
  • buckle (= πόρπη),
    από το λατινικό buccula, υποκοριστικό του bucca (= μάγουλο), ηχοποίητη λέξη κελτικής προέλευσης, με παράγωγο την μπούκλα.
  • buckram (= καναβάτσο),
    αραβικό ένδυμα προσκυνητών της Μπουχάρα του Ουζμπεκιστάν, ↔ χράμι.
  • bud. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη, επίσης buddy, είναι αμερικανική και σημαίνει τον φίλο, από brother. εναλλακτικά έχουν προταθεί τα booty (= λάφυρο) και better, της ρίζας bhad-
    (= κακός!). Το άλλο bud (= μπουμπούκι), είναι γερμανικής προέλευσης.
  • budge (= κουνιέμαι, αλλάζω γνώμη),
    από το λατινικό bulla (= βούλλα), βλ. bull #2.
  • buffer (= προφυλακτήρας, ανακόπτω, ρυθμίζω),
    ηχοποίητη λέξη.
  • bugle (= σάλπιγγα),
    από το λατινικό buculus, υποκοριστικό του bos (= βους).
  • build (= χτίζω),
    της ρίζας bheue- (= υπάρχω), γερμανικής προέλευσης, ↔ φύω, βλ. bond.
  • bulb, ↔ και της ίδιας σημασίας με τον βολβό (επίσης ο λαμπτήρας), της ρίζας bhel-2
    (= φουσκώνω).
  • bulge (= εξόγκωμα, φούσκωμα),
    όπως το bulb.
  • bulimia (= βουλιμία),
    από βους + λιμός.
  • bulk (= ασυσκεύαστος, χύδην),
    της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω).
  • bull. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη (= ταύρος),
    είναι της ρίζας bhel-2 (= φουσκώνω), βλ. blast. Η δεύτερη αναφέρεται στην παπική βούλλα (σφραγίδα) είναι γαλατικής προέλευσης, της ίδιας ρίζας ή της ρίζας beu- (= φουσκώνω) ↔ φυσαλίς, βώλος.
  • bulldoze (= φοβερίζω),
    από bull #1 + δόσις.
  • bulldozer (= μπουλντόζα),
    όπως το bulldoze.
  • bullion (= μάζα χρυσού),
    όπως το boil.
  • bully. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη (= αγαπημένος),
    είναι υποκοριστικό της ολλανδικής λέξης boel για τον αδελφό (broeder-brother-φρατήρ). Η δεύτερη (= φοβερίζω), είναι από το bull #1.
  • bulwark (= τείχος, κουπαστή πλοίου),
    από τις ρίζες bhel-2 (= εξόγκωμα) + werg- (= έργο).
  • bumpkin (= βλαχαδερό),
    όπως το beam.
  • bundle (= δέσμη),
    της ρίζας bhendh- (= συνδέω), βλ. bind.
  • buoy (= σημαδούρα),
    μάλλον oμόρριζο του beacon.
  • burden (= φορτίο, επιβαρύνω),
    της ρίζας bher- (= φέρω, εγκυμονώ), δια της γερμανικής οδού, του παραλλαγμένου φορέω. ↔ φόρησις, phoresy (συμβίωση, βιολογικός όρος), electrophoresis.
  • burg (= πόλη),
    της ρίζας bhergh- (= ψηλός), ↔ πύργος, Πέργαμος, από όπου προήλθαν ο αγγλικός δήμος, borough, και το Εδιμβούργο, Edinburgh.
  • burger, συντομευμένη μορφή του hamburger (= σάντουιτς με κιμά),
    από το Αμβούργο, Hamburg, βλ. burg.
  • burglar (= διαρρήκτης),
    από το λατινικό burgus, ↔ πύργος, βλ. iceberg.
  • burly (= παχύσαρκος, της ρίζας bher-1
    (= φέρω, γεννώ), δια της γερμανικής οδού.
  • burn (= καίω),
    της ρίζας gwher- (= θερμαίνω), ↔ warm / θερμός, brew.
  • burnish (= γυαλίζω),
    όπως το bruin.
  • bursar (= ταμίας),
    από bursa (= πουγκί), η βύρσα (= δέρμα).
  • bury (= θάβω),
    της ρίζας bhergh-1 (= κρύβω), ↔ πύργος, fort, borough (= δήμος), -burg, που χρησιμοποιείται ως κατάληξη σε τοπωνύμια, βλ. bourgeois.
  • bustle (= κίνηση, είμαι ενεργός),
    της ρίζας bheue- (= αυξάνω, υπάρχω), νορβηγικής προέλευσης, ↔ φύω, build.
  • butler (= μπάτλερ),
    από bottler, όπως το bottle.
  • bylaw (= κανονισμός). Σύνθετη λέξη νορβηγικής προέλευσης, το πρώτο συστατικό όπως το bondage, το δεύτερο όπως το law.
No Comments