E

  • Each (= καθένας),
    της ρίζας aiw-, βλ. ever.
  • eager (= ενθουσιώδης),
    από το λατινικό acetum (= ξινό, εννοείται κρασί, vinum, δηλ. vinegar = ξίδι), της ρίζας ak-, ↔ acid, οξύς.
  • early (= νωρίς),
    από το αρχαίο ήρι (νωρίς, πρωί), που απαντά στο άριστον, το πρωινό γεύμα (ήρι εστόν), από το εσθίω. εναλλακτικά από το ηώς. Ο άριστος είναι από το αραρίσκω.
  • ease (= μετριάζω),
    της ρίζας ye- (= στέλνω), ↔ ίημι.
  • easel (= καβαλέτο),
    σχετίζεται με τον όνο, βλ. ass.
  • Easter (= Πάσχα),
    από τη λατινική θεά της αυγής, Αurora, η ηώς (αυγή), της ρίζας aus-1 (= λάμπω). Από τη συγγενή ρίζα aus-2 (= χρυσός) προήλθαν ο λατινικός χρυσός, aurum, ο Αυρήλιος (Aurelius) και η Ορλεάνη (Orleans).
  • eastern (= ανατολικός),
    όπως το Easter.
  • eavesdrop (= κρυφακούω),
    σύνθετη λέξη από eaves (= μαρκίζα), της ρίζας upo- (= υπό) + drοp (= ρίχνω, σταγόνα).
  • ebb (= άμπωτη, καταλαγιάζω),
    ομόρριζο του από. Η άμπωτη προέρχεται από ανά + πίνω.
  • ebullient (= βραστός, ενθουσιώδης),
    αυτός που βγάζει φυσαλίδες, κυρίως με τη μεταφορική σημασία, από ex + bullio (= boil, βράζω), από bulla, ↔ φυσάλη (φυσαλίδα), της ίδιας σημασίας, βλ. budge.
  • eburnean (= από ελεφαντόδοντο),
    από το λατινικό ebur, από τον ελέφαντα, με παράγωγο το χρώμα ιβουάρ.
  • echelon (= κλιμάκιο, διοικητικό επίπεδο),
    από το λατινικό scando (= σκαρφαλώνω), ↔ scandal, το αρχαίο σκάνδαλον (εμπόδιο, παγίδα).
  • echo (= ηχώ),
    ηχομιμητικής ρίζας, ↔ ιαχή, ήχος, ηχάδιον (τραγουδάκι, εξού το χάδι). Οι ηχομιμητικές λέξεις χαρακτηρίζονται ως echoic.
  • eczema (= έκζεμα),
    από το ζέω, της ρίζας yes- (= βράζω).
  • edacious (= αχόρταγος),
    από το έδω (τρώγω), με παράγωγο το έδεσμα, της ρίζας ed-.
  • edema (= οίδημα),
    της ρίζας oid- (= πρήζω), ↔ Oιδίπους.
  • edentate (= νωδός),
    από ex + dens, dentis (= οδούς, δόντι), ↔ έδεσμα.
  • edge (= όριο, πλεονέκτημα),
    της ρίζας ak-, ↔ άκρον, ακίς κ.α.
  • edict (= έδικτον, διάταγμα),
    από ex dico (= λέγω, αφιερώνω), ↔ δείκνυμι, της ρίζας deik-.
  • edifier (= καθοδηγητής, μέντορας),
    από το λατινικό aedificium, από aedis (= ναός, κατοικία με εστία), ↔ αίθω (καίω), + facio (= φτιάχνω).
  • editor (= εκδότης),
    από το λατινικό edo, έδω, που κανονικά σημαίνει τρώγω, αλλά επίσης στέλνω, συγκεντρώνω, της ρίζας ed-.
  • effect (= αποτέλεσμα),
    από ex + facio (= φτιάχνω), του τίθημι.
  • effeminate (= θηλυπρεπής),
    από το λατινικό femina (= γυναίκα), ↔ θηλή, της ρίζας dhe(i)-.
  • effervescent (= αναβράζων),
    από τα λατινικά ex + fervo (= θερμαίνω), ↔ θερμός.
  • effete (= θηλυπρεπής),
    από ex + fetus (= έμβρυο), της ρίζας dhe(i)- (= θηλάζω), ↔ θηλή, φεμινισμός, της ρίζας dhe(i)-.
  • efficient (= αποτελεσματικός),
    από το λατινικό efficio (= εκτελώ), από ex + facio (= φτιάχνω), ↔ τίθημι.
  • effigy (= ομοίωμα),
    από ex + fingo (= σχηματίζω), της ρίζας dheigh- / dih- (= σχηματίζω, λερώνω), ↔ πήγνυμι, τείχος.
  • effluent (= λύματα),
    από τα λατινικά ex + + fluo (= ρέω), από φλέω (αφθονώ) / φλύω (αναβράζω).
  • effort (= προσπάθεια),
    από ex + fortis (= ισχυρός). Πιθανές προελεύσεις: της ρίζας bhergh- (= υψηλός), ↔ Πέργαμος ή της ρίζας dher- (= στηρίζω, συγκρατώ), ↔ θράνος (έδρα), θρόνος, ή από τον ρηματικό τύπο πέφορται του φέρω.
  • effrontery (= αυθάδεια),
    από το λατινικό effrons (= με γυμνό πρόσωπο), από το frons (= μέτωπο), ↔ φροντίδα.
  • effulgent (= λαμπερός),
    της ρίζας bhel-1 (= λάμπω).
  • effuse (= ρέω, χύνομαι),
    της ρίζας gheu- (= χύνω), βλ. fuse.
  • egg. Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις: η πρώτη είναι το ομόρριζο αβγό (ωόν). Η δεύτερη σημαίνει «παρακινώ», της ρίζας ak-, ↔ acid, άκρη, οξύς.
  • egress (= έξοδος),
    όπως το aggress.
  • ejaculate (= εκσφενδονίζω, εκσπερματίζω),
    από το λατινικό ακόντιο, iaculum, του iacio (= κείμαι), ↔ ίημι (στέλνω, ρίχνω), της ρίζας ye- (= στέλνω, ρίχνω).
  • eke (= αυξάνω συμπληρώνω το εισόδημα),
    από το αύξω, της ρίζας aug- / h2eug-, ↔ author, inaugurate, augment.
  • elan (= έξαρση),
    από ex + lancea (= λόγχη), πιθανώς κελτικής καταγωγής, με παράγωγα τα launch (= εκτοξεύω, καθελκύω), το γαλλικό relance (= ξαναρχίζω), ρελάνς. Η λόγχη ίσως προήλθε από το λαχαίνω (σκάβω), εξού το λάχανο.
  • elapse (= περνώ, για τον χρόνο),
    από τα λατινικά ex + labor (= εργασία, γλιστρώ), όπως το collapse.
  • elate (= χαροποιώ, ενθουσιάζω),
    από elatus (= ανυψωμένος), ρηματικός τύπος του effero (= εκτελώ), από τη μετοχή latus του fero.
  • elbow (= αγκώνας),
    σύνθετη λέξη από ell (= παλιά μονάδα μήκους, από την ωλένη) + bow #1.
  • elder (= μεγαλύτερος),
    συγκριτικός βαθμός του old, της ρίζας al-3 (= αυξάνω, τρέφω), ↔ άλλος, αλέω (αλέθω), άναλτος (αχόρταγος).
  • elect (= εκλέγω),
    από ex + lego (= διαλέγω).
  • elegant (= κομψός),
    από το eligo (= μαδώ), από ex + lego (= διαλέγω).
  • elicit (= προκαλώ, αποσπώ),
    από το λατινικό elicio (= αποσπώ με βρασμό), από ex + lacio ↔ έλκω. Κατά άλλη εκδοχή από το lacero (= κομματιάζω), βλ. lacerate.
  • elide (= παραλείπω, ακυρώνω),
    νομικός όρος, από ex + laedo (= χτυπώ), βλ. collision.
  • elixir (= ελιξήριο). Η κανονική ετυμολογία του προέρχεται από το ξηρός (ξηρίον) και το αραβικό άρθρο el. Μια άλλη δυνατότητα είναι από το λατινικό elixus
    (= βρασμένος), μετοχή του elicio (= αποσπώ), από ex + liceo / lacio (= προσελκύω), από το έλκω με αναγραμματισμό.
  • elk (= άλκη),
    ομόρριζα με την έλαφο, της ρίζας olki- / el-2 (= καστανέρυθρος).
  • elm (= φτελιά),
    όπως το elk.
  • elongate (= επιμηκύνω),
    από ex + longus (βλ. belong).
  • elope (= απάγομαι εκουσίως). Η ελληνική συγγένεια περιορίζεται στο αρχικό «e» που προέρχεται από τη ρίζα ant- του αντί μέσω γερμανικής διαδρομής. το υπόλοιπο τμήμα είναι ακραιφνώς γερμανικό και σχετίζεται με το leap
    (= πηδώ).
  • eloquence (= ευγλωττία),
    από το λατινικό loquor (= ομιλώ), ↔ λάσκω (φωνάζω, βροντώ) ή απο τον λόγο, όλα της ρίζας tolkw- (= ομιλώ) που δε σχετίζεται με το talk..
  • else (= άλλος),
    όπως το alias.
  • elucidate ( = διαφωτίζω, διευκρινίζω), της ρίζας leuk-
    (= λευκός), ↔ illustrious, lea.
  • elude (= διαφεύγω),
    όπως το delude.
  • elute (= εκλούω),
    από το λατινικό lavo (= λούω), της ρίζας leue-.
  • emaciated (= ισχνός),
    από τα λατινικά ex + macer, macri (= αδύνατος), ↔ μακρός, μήκος, Μακεδών (υψηλός), της ρίζας mak-.
  • emanate (= αναδύομαι, εκπέμπω),
    από τα λατινικά ex + mano (= χύνω), πιθανώς συγγενές με το μανός (αραιός) του μανόμετρου, από το λατινικό madao (= υγραίνω), ↔ μαδάω, μαστός, μαδαρός (υγρός), μαντάρα, ματ, mat, της ρίζας ma-3 / meh-2 (= υγρός).
  • emancipate (= χειραφετώ),
    από manus (= μάρη, χέρι) + capio (= αρπάζω) / κάπτω (καταβροχθίζω).
  • embark (= επιβιβάζομαι, ξεκινώ),
    όπως το barge.
  • embarrass (= φέρω σε αμηχανία),
    από τη λατινική barra (= ράβδος).
  • embassy (= πρεσβεία),
    όπως το ambassador.
  • embed (= βυθίζω),
    από bed (= κρεβάτι, κοίτασμα), από το λατινικό fossa, ↔ βόθυρος / βόθρος, της ρίζας bhedh-.
  • embellish (= καλλωπίζω),
    από τα λατινικά bellus (= όμορφος), από bonellus, bonus, της ρίζας deu-2 (= κάνω).
  • ember (= αναμμένο κάρβουνο, στον πληθυντικό η χόβολη). Πρόκειται για σύνθετη λέξη από τις συγγενείς ρίζες ai-2
    (= αίθω, καίω), ↔ αιθάλη, + heus- (= καψαλίζω), ↔ εύω (καψαλίζω). Το ‘b’ δεν δικαιολογείται (unetymological).
  • embrace (= αγκαλιάζω),
    από en (in) + βραχίων (μπράτσο), της ρίζας mregh- (= βραχύς).
  • embrocation (= αλοιφή),
    από τη βροχή, της ρίζας mergh- (= ραντίζω, υγραίνω).
  • embroil (= μπλέκω),
    της ρίζας bhreu- (= αναβράζω), ↔ φρέαρ, βρυτός.
  • emend (= διορθώνω),
    όπως το mend.
  • emerald (= σμάραγδος),
    από την ινδική λέξη maragada.
  • emery (= σμύρις),
    λέξεις ομόρριζες, από το μορύσσω (κηλιδώνω), ↔ μούχρωμα.
  • eminent (= διαπρεπής, εξέχων),
    από ex + mons, montis ↔ βουνό.
  • emit (= εκπέμπω),
    από το mitto (= στέλνω, βάζω), ↔ μετιώ (ρίχνω, υποχωρώ).
  • emmer (= ποικιλία σιταριού),
    από γερμανική λέξη, από το άμυλο.
  • emmolient (= μαλακτικό),
    από το λατινικό mollis (= μαλακός), από το ομηρικό αμαλός, επίσης μαλακός, της ρίζας mel-1- (= μαλακός), ↔ βλαξ. Συγγενή του mollis είναι τα ραμολί, αμολάω, λαμόγιο (από το ιταλικό la moglie = η σύζυγος) και τα αρχαία βλαδύς (αθενής), αμαλδύνω (εξασθενίζω), βλίτον, βλιτομάμμας (ευήθης).
  • emnity (= έχθρα),
    όπως το amateur.
  • emoticon. Λέξη αμετάφραστη, από emotion + icon (= εικόνα).
  • emotion (= συναίσθημα, συγκίνηση),
    από ex + τη μετοχή motus του moveo (= κινούμαι), της ρίζας mei-1.
  • empathy (= συμπόνοια),
    της ρίζας kwenth-, ↔ πάθος, πένθος.
  • emperor (= αυτοκράτορας),
    από το λατινικό impero (= κυβερνώ, διατάζω), από paro (= παρέχω, ετοιμάζω), της ρίζας per- (= παράγω) που έχει δώσει τα προ, παρά, περί, πέραν, πέρας, πριν, πρωί, πρώτος.
  • employ (= απασχολώ),
    από το λατινικό plecto ή plico (= πλέκω).
  • emprise (= πρόθεση, πολεμική ανδρεία),
    όπως το depredate.
  • empty (= άδειος),
    γερμανικής προέλευσης, πιθανώς της ρίζας med- του μήδομαι.
  • empyrean (= ουράνιος),
    κατά λέξη «διάπυρος», βλ. fire.
  • enamel (= σμάλτο),
    από το αγγλικό smelt (= τήκω), γερμανικό smalt, γαλλικό email, ιταλικό smalto, όλα της ρίζας mel-1- (= μαλακός).
  • enchant (= μαγεύω),
    από in + canto = cano (= τραγουδώ), από το χάνω / χαίνω, όταν ανοίγει το στόμα, ↔ hen, cantata, καντάδα, εικανός.
  • enclave (= θύλακος),
    από in + clavis (= κλεις, κλειδί).
  • encomium (= εγκώμιο),
    από τον κώμο (τιμητική γιορτή) της κωμωδίας.
  • encompass (= συμπεριλαμβάνω),
    από τα λατινικά en (= in) + com (= cum) + passus, μετοχή του patior (= υποφέρω), ↔ πάσχω, passo (= περπατώ), pando (= κάμπτω, απλώνω), πετάννυμι.
  • encounter (= συνάντηση, αρχικά εχθρική),
    από in + contra (= cum + -ter- το φώνημα του συγκριτικού βαθμού).
  • encroach (= θίγω, εισβάλλω),
    της ρίζας grew- (= κάμπτω), βλ. crook.
  • encumber (= εμποδίζω),
    από το λατινικό combrus, της ρίζας keue- (= φoυσκώνω), ↔ cumulus, κυέω. Δεν έχει σχέση με το cumber.
  • end (= τέλος),
    από το λατινικό ante, της ρίζας ant- (= εμπρός), ισοδύναμο του αντί ή από το ένδον.
  • endeavo(u)r (= σκληρή προσπάθεια),
    από debo (= οφείλω), από de- + habeo (= έχω), της ρίζας ghabh-.
  • endorse (= οπισθογραφώ, επιδοκιμάζω),
    από το λατινικό dorsum (= ράχη), ↔ δέρη (λαιμός), εξού το περιδέραιο, ενώ για τη ράχη χρησιμοποιόταν η δειρή.
  • endow (= προικίζω),
    ομόρριζο του δίδω.
  • enema (= κλύσμα),
    από εν + ίημι.
  • enemy (= εχθρός),
    όπως το amateur.
  • energy (= ενέργεια),
    βλ. erg.
  • enforce (= επιβάλλω),
    από το λατινικό fors, fortis, ↔ πύργος.
  • engender (= δημιουργώ),
    από genus / generis, το γένος.
  • engorge (= ξεχειλίζω),
    όπως το gorge.
  • engulf (= περικλείω, καταπίνω),
    της ρίζας kwelp- (= σχηματίζω καμάρα), βλ. gulf και whelm.
  • enhance (= αυξάνω),
    από το λατινικό inaltiaro (= ανυψώνω), in + alto (= υψώνομαι), από altus (= υψηλός), ↔ αλδαίνω / αλθαίνω (αυξάνω, υγιαίνω).
  • enigma (= αίνιγμα),
    από το αίνημι (ομιλώ).
  • enjoy (= απολαμβάνω),
    όπως το joy.
  • ennui (= ανία),
    από τα γαλλικά, όπως το annoy.
  • enormous (= πελώριος),
    από ex + norma (= γνώμονας), από το γιγνώσκω.
  • enough (= αρκετός),
    σύνθετη λέξη από το παλιό αγγλικό πρόθεμα ge- (= cum = συν) + γερμανικής καταγωγής λέξη της ρίζας nek-2 (= επιτυγχάνω), ↔ διηνεκής, σχετίζεται με τον ρηματικό τύπο ενεγκείν του φέρω.
  • enquire (= ρωτώ, ανακρίνω),
    όπως το acquire.
  • ensample (= υπόδειγμα),
    όπως το sample.
  • ensign (= σημαία, έμβλημα),
    από το σιγίλλιον (αυτοκρατορικό έγγραφο), το λατινικό sigillium, ↔ signum (= στάμπα, εξού το σινιέ), έπομαι, της ρίζας sekw-1 (= έπομαι, ακολουθώ), ↔ οπαδός.
  • ensorcell (= μαγεύω),
    βλ. sorcery.
  • ensue (= επακολουθώ),
    από sue (= μηνύω), ↔ sequi (= ακολουθώ), έπομαι, της ρίζας sekw-1.
  • ensure (= εξασφαλίζω),
    από το sure.
  • entail (= συνεπάγομαι),
    από το γαλλικό tailler (= κόβω), από το λατινικό talea (= κλαδί, ραβδί), από τον θαλλό, όπως το detail.
  • entelechy (= εντελέχεια),
    αριστοτελικός φιλοσοφικός όρος, από τα τέλος (βλ. teleology) + έχω. Το έχω είναι της ρίζας segh- που έχει δώσει πολυάριθμα παράγωγα, συνήθως με αρχή το σύμπλεγμα σχ- / sch-, αλλά και το σθ-, όπως στo σθένος, εξού η ασθένεια, asthenia.
  • entente (= κατανόηση),
    από τα γαλλικά, από tend, όπως το attempt.
  • entertain (= διασκεδάζω),
    από inter + ten(d)o (= τείνω).
  • enthrall (= αιχμαλωτίζω, σαγηνεύω),
    από το thrall (= σκλάβος), της ρίζας threh- (= τρέχω).
  • enthralling (= συναρπαστικός),
    όπως το enthrall.
  • enthuse (= ενθουσιάζομαι),
    από τον ένθεο, όπως ο ενθουσιασμός.
  • entice (= δελεάζω),
    από το λατινικό titio (= καυσόξυλο), πιθανώς από το θύω.
  • entire (= ολόκληρος),
    από το λατινικό και αγγλικό integer, από το tango (= εφάπτομαι), ↔ τάσσω, της ρίζας tag- (= αγγίζω).
  • entitle (= δικαιούμαι),
    από τον τίτλο.
  • entity (= οντότης),
    της ρίζας es- (= be, είμαι), από το λατινικό ens, entis, ως μετάφραση του όντος.
  • entourage (= συνοδεία),
    από τα γαλλικά entour, en + tour (= γύρος), ↔ turn / torno (= περιστρέφομαι), τόρνος.
  • entrance (= είσοδος, μαγεύω),
    από τα λατινικά en- (= εντός) + trans (= πέραν) + eo (= πηγαίνω), ομόρριζo των είμι, ίημι. Το trans πιστεύεται ότι προήλθε από την έκφραση «πέραν ες», βλ. όμως entrench.
  • entreaty (= ικεσία),
    από treat (= διαπραγματεύομαι), συγγενές με tract (= έκταση), από το drag (= σύρω) και όχι το λατινικό traho που έδωσε ένα άλλο tract (= μπροσούρα).
  • entrench (= εδραιώνω),
    από τα λατινικά truncus (= κορμός), trux (= άγριος), της ρίζας tere-2 (= διέρχομαι), ↔ τείρω (τρίβω, καταπονώ), trans, thrill.
  • enumerate (= απαριθμώ),
    από το λατινικό numerus, της ρίζας nem- (= διαιρώ, ορίζω), ↔ νέμω (βόσκω, διαιρώ), νόμος.
  • enunciate (= αρθρώνω),
    της ρίζας neu- (= φωνάζω), ↔ νεύω.
  • envisage (= αντιμετωπίζω),
    από το γαλλικό και αγγλικό visage (= πρόσωπο), της ρίζας weid- (= ορώ).
  • envoy (= αποστολή),
    από in + via, όπως στο convey, ή από το ομόρριζο οίμος (δίοδος), του ίημι.
  • envy (= ζήλεια, ζηλεύω),
    από το λατινικό invidia (= πονηριά), από in + video, της ρίζας weid- (= βλέπω), ↔ είδω (= βλέπω).
  • eolianite (= αιολίτης),
    πέτρωμα που σχηματίστηκε από λιθοποίηση ιζημάτων υπό την επίδραση του ανέμου.
  • epoch (= εποχή),
    της ρίζας segh- (= κρατώ), ↔ scheme, school, severe.
  • equal (= ίσος),
    από τα λατινικά aequus (= ίσος), από το αρχαίο είκω (φαίνομαι όμοιος) ή από την αίσα (απόφαση της μοίρας), εξού αίσιος, αιτώ.
  • equal (= ίσος),
    όπως το adequate.
  • equilibrium (= ισορροπία),
    από equal + libra (= ζυγαριά).
  • equine (= ιππικός, αλογίσιος),
    της ρίζας ekwo- για τον ίππο, πιθανώς συγγενές του ωκύς (ταχύς). Σημειώνεται ότι ο ίππος ήταν τόσο αγαπητός στους αρχαίους Έλληνες, ώστε έχουν καταγραφεί πάνω από 300 ονόματα σύνθετου τύπου που περιέχουν τον ίππο ως πρώτο ή δεύτερο συνθετικό.
  • equinox (= ισημερία),
    από equal + nox, noctis, τη νύχτα, νυξ, από ρίζα για το σκοτάδι (εναλλακτικά από το νη + άγω).
  • equip (= εφοδιάζω),
    από τα γαλλικά, équipe (= ομάδα), συγγενές με ship, της ρίζας skei- (= σχίζω).
  • equipoise (= αντίβαρο),
    από aequus (= ίσος), άγνωστης ετυμολογίας + poise (= στηρίζω), της ρίζας (s)pen-, ↔ pendeo / pendo, πόνημα, σπονδή.
  • equivalent (= ισοδύναμος),
    από equal + valeo (= είμαι ισχυρός), ↔ θαλέω / θάλλω.
  • equivocal (= διφορούμενος),
    από equal + τη ρίζα wekw- (= ομιλώ), ↔ οψ (φωνή), έπος.
  • era (= εποχή),
    από το λατινικό aes (= χαλκός), της ρίζας aus- (= λάμπω), ↔ ηώς, αυγή.
  • eradicate (= ξεριζώνω, εξαλείφω),
    από τα λατινικά ex + radix (= ρίζα), ο αρχαίος ράδιξ, αρχικά το κλαδί, της ρίζας wrad- (= ρίζα, κλάδος). Σημειώνεται ότι το γαλλικό arracher (αρχαίο esrachier) είναι ομόρρριζο με το eradicate κι έχει καθιερωθεί ως όρος, αρασέ, στην άρση βαρών.
  • erase (= σβήνω),
    από ex + rado (= χράω = ξύνω), ↔ χρίσμα, της ρίζας red-, βλ. abrasive.
  • erepsin (= ερεψίνη),
    από τα ερείπω / ερέπτομαι (καταστρέφω), παλιά ονομασία μίγματος πρωτεολυτικών ενζύμων του πεπτικού συστήματος. Από το συγγενές ερέφω προήλθε η οροφή.
  • erg (= έργιο),
    μονάδα έργου, από το αρχαίο ρέζω (πράττω, εργάζομαι), ↔ ρέκτης (δραστήριος άνθρωπος).
  • ergo (= άρα),
    επίρρημα λατινικό-αγγλικό, από ex + rego, της ρίζας reg- (= ευθειάζω).
  • erode (= αποσαθρώνω),
    όπως το erase.
  • err (= σφάλλω),
    από το λατινικό erro (= περιπλανώμαι, ξεγελώ), από το έρρω (= βαδίζω με κόπο), της ρίζας ers-1 (= κινούμαι). Εναλλακτικά της ρίζας eis- που σχηματίζει λέξεις πάθους, ↔ ιερός, οίστρος (= αλογόμυγα), οίμα (το, ορμή, έφοδος). Η ίδια αμφιβολία ισχύει και για άλλες λέξεις που αναφέρονται σε άλλα σημεία, ενώ για τα errant, erratic υπάρχει και μια άλλη πρόταση.
  • errant (= πλανόδιος, παρεκκλίνων),
    όπως το err. εναλλακτικά από το eo, όπως το ambient, διαφορετικό του errand (= μήνυμα), γερμανικής προέλευσης.
  • erratic (= ανακόλουθος),
    όπως τα err, errant.
  • erroneous (= εσφαλμένος),
    όπως το erratic.
  • eructate (= εκτοξεύω, ρεύομαι),
    από το λατινικό eructo, το αρχαίο ερεύγομαι, με ρηματικό τύπο ερυγείν.
  • erudite (= πολυμαθής, εμβριθής),
    από το λατινικό erudio (= μορφώνω), από ex + rudus (= ακατέργαστος), ίσως από το αρχαίο ορούω (σπεύδω). Η παλαιότερη ετυμολογία από rufus (= ερυθρός) μάλλον δεν ευσταθεί.
  • eruption (= έκρηξη),
    από το λατινικό rumpo (= σπάζω), από το ruo (= γκρεμίζομαι), συγγενές με το ορούω (ορμώ). Η λέξη rump (= κιλότο) είναι άσχετη, σκανδιναβικής προέλευσης.
  • erysipelas (= ερυσίπελας),
    δερματική ασθένεια, από ερυθρός + πέλμα.
  • escalate (= κλιμακώνομαι),
    από ex + scando (= ανέρχομαι), ↔ σκάνδαλον (παγίδα, βρόχος, πρόσκομμα), σκάλα.
  • escalator (= κυλιόμενη σκάλα),
    όπως το echelon, ↔ σκάλα.
  • escape (= δραπετεύω),
    από τα λατινικά ex + cappa (= κάπα), από caput (= κεφαλή), ↔ σκαπουλάρω, σκαμπαβία.
  • escort (= συνοδεύω),
    από ex + corrigo (= διορθώνω), από rego (= ισιώνω, κυβερνώ), ↔ ορέγω (εκτείνω, προσφέρω), όρεξις (διάθεσις), αρήγω (βοηθώ).
  • esculent (= εδώδιμος),
    από το λατινικό esca (= τροφή), ↔ edible, έδω, ίσκα.
  • escutcheon (= ασπίδα που φέρει οικόσημο, το τμήμα του πλοίου όπου γράφεται το όνομά του),
    από scutum (= σκύτος) , της ρίζας skei- / skheid- (= σχίζω).
  • esophagus (= οισοφάγος),
    το πρώτο συστατικό από τη ρίζα oit- (= παίρνω), από τον μέλλοντα οίσω του φέρω ή από το εσθίω (θα ήταν όμως ταυτολογία).
  • espionage (= κατασκοπία),
    της ρίζας spek- (= παρατηρώ, σκοπώ), από το σκοπώ (= βλέπω), δια της γερμανικής οδού, aspect, conspicuous.
  • espouse (= παντρεύομαι),
    από τη σπονδή.
  • esprit (= φρόνημα, πνεύμα),
    από spero (= ελπίζω), από spes (= ελπίδα), ↔ spirit, σπάω.
  • esquire (κύριος), από squire
    (= ακόλουθος ιππότη), από το λατινικό scutum (= ασπίδα), το σκύτος, της ρίζας skei- / skheid- (= σχίζω) .
  • essence (= ουσία, εσάνς),
    από το esse (= είμαι), της ρίζας h1es- / es- (= be, είμαι), ↔ ουσία, ετεός (αληθής), έτυμον (η αληθής προέλευση, αληθώς), ετός (ματαίως).
  • essential (= ουσιώδης),
    όπως το essence.
  • establish (= ιδρύω),
    από το λατινικό stabilis (= σταθερός), από sto / ίστημι.
  • establishment (= κατεστημένο),
    όπως το establish.
  • estate (= κτήμα, περιουσία),
    της ρίζας sta- του ίστημι.
  • esteem (= εκτίμηση),
    όπως το estimate.
  • estimate (= υπολογίζω),
    από τα λατινικά aestimo / aestumo, από aes (= χαλκός, χρήματα), βλ. aim, + temno (= τέμνω, απεχθάνομαι), ↔ στιμάρω, τομή, ταμίας, τμήμα, της ρίζας temh-2 / tend- (= κόβω). Επισημαίνονται η διαγραφή του s και οι αλλαγές φωνήεντος (τμήμα, ταμίας, τέμενος, τομή, esteem, estimate).
  • estrus (= αλογόμυγα),
    από τον οίστρο, ↔ λατινικό ira (= οργή), irascible, ιατρός, ιαίνω (θερμαίνω) της ρίζας eis- (= ενεργώ).
  • esurient (= άπληστος),
    από το λατινικό esurio (= πεινώ), ↔ έδω (τρώγω).
  • etch (= διαβρώνω),
    από γερμανική λέξη της ρίζας h1ed- (= τρώγω), στα λατινικά edo, ↔ έδω.
  • eternal (= αιώνιος),
    από το λατινικό aevum (= αιώνας), της ρίζας aiw- / h2ey-, ↔ αεί, αιών.
  • eternity (= αιωνιότης),
    όπως το eternal.
  • etiolate (= κιτρινίζω),
    λέγεται για φυτά, από το λατινικό stipula, βλ. stipulate.
  • etiquette (= εθιμοτυπία),
    από τo αρχαίo γαλλικό estiquette, που σήμαινε «ειδοποιητήριο αναρτημένο σε δημόσιο χώρο», από το instigo (= κεντώ, διεγείρω), ↔ στίζω / στίγμα.
  • etymology (= ετυμολογία),
    από ετεός (αληθής), ↔ εταίρος, της ρίζας set- (= σταθερός).
  • euphemism (= ευφημισμός),
    από ευ, της ρίζας es- (του εστί) + φημί.
  • evacuate (= εκκενώνω),
    από το vacuum (= κενό), από το αρχαίο εάω (αφήνω), της ρίζας eue-.
  • evade (= διαφεύγω),
    από το λατινικό vado, ↔ βάω / βαίνω.
  • evaluate (= αξιολογώ),
    από το λατινικό valeo (= είμαι ισχυρός), ↔ θαλέω / θάλλω.
  • evanescent (= φευγαλέος, παροδικός),
    της ρίζας eue-, όπως στα vacuum, avoid.
  • evasive (= διφορούμενος, υπεκφεύγων),
    της ρίζας bheid- (= σπάζω, διαιρώ), βλ. bite.
  • event (= γεγονός),
    από το λατινικό venio (= έρχομαι), της ρίζας gwa- / gwem-, ↔ βαίνω.
  • ever (= πάντα, ποτέ),
    της ρίζας aiw- (= αιωνιότης, ζωτική δύναμη) που φέρεται με άλλες πέντε παραλλαγές, ↔ αεί, αιών, αέναος, age.
  • evert (= αναποδογυρίζω),
    από το λατινικό everto, της ρίζας wer-2 (= στρέφω), ↔ ρατάνη.
  • every (=καθένας),
    όπως το ever.
  • eviction (= έξωση),
    από ex + vinco ή vincio (= νικώ ή συνδέω), ↔ είκω (φαίνομαι όμοιος), βλ. victory.
  • evident (= προφανής),
    από ex + video (= είδω = βλέπω).
  • evince (= υποδεικνύω),
    όπως το eviction.
  • evocative (= υποβλητικός, που ξυπνάει αναμνήσεις),
    από το λατινικό evoco (= προσκαλώ), από ex + vox (= φωνή, voice), ↔ είπον, έπος, οψ (η, φωνή), της ρίζας wekw- (= ομιλώ), βλ. vocation.
  • evoke (= προκαλώ),
    όπως το evocative.
  • evolution (= εξέλιξη),
    από τα λατινικά ex + volvo, αρχική αναφορά στο ξετύλιγμα του παπύρου.
  • ewe (= προβατίνα),
    από το ομηρικό όις (πρόβατο).
  • exacerbate (= επιδεινώνω),
    από ex + acerbo, από acerbus (= πικρός, άγουρος), από acer (= τραχύς), ↔ άκρος.
  • exact (= ακριβής),
    όπως το examination.
  • exaggerate (= υπερβάλλω),
    από τη λατινική agger (= σωρός), από ad + gero (= φέρω).
  • examination (= εξέταση),
    από το examino (= ζυγίζω), από examen (= πλήθος, γλώσσα ζυγαριάς), από exigo (= ζυγίζω επακριβώς, αποβάλλω), ex + ago.
  • examine (= εξετάζω),
    από anima (= ψυχή), ↔ άνεμος.
  • example (= παράδειγμα),
    από τα λατινικά exemplum, eximo (= απομακρύνω), από emo (= αγοράζω), της ρίζας em- (= διανέμω).
  • exasperate (= ερεθίζω, εξορκίζω),
    από asper (= τραχύς), ↔ ασπίδα.
  • excavation (= ανασκαφή),
    από το λατινικό cavus (= σπήλαιο), όπως το cajole, της ρίζας keue- (= φουσκώνω).
  • except (= εξαιρώ, εκτός),
    από ex + capio (= κάπτω), της ρίζας kap- (= αρπάζω), ↔ κώπη / κουπί.
  • excerpt (= απόσπασμα),
    από ex + carpo (= κόβω, μαδώ), ↔ καρπός, κείρω (κόβω), βλ. και scar.
  • exchange (= ανταλλάσσω),
    από τα λατινικά ex + cambio (= συναλλάσσομαι, αλλάζω), από camba (= καμπή).
  • excipient (= έκδοχο),
    όπως το except.
  • excise (= αποκόπτω),
    από το λατινικό caedo (= τεμαχίζω, φονεύω), ↔ καίνω / κτείνω (σκοτώνω). Η ίδια λέξη, ολλανδικής καταγωγής, σημαίνει «φόρος», από το accensum, με προέλευση το censor (= κήνσωρ).
  • excite (= διεγείρω),
    από τα λατινικά ex + citο / cierο, ομόρριζο και ίδιας σημασίας με το κινώ.
  • exclaim (= αναφωνώ),
    όπως το acclaim.
  • exclude (= αποκλείω, εξαιρώ),
    από το λατινικό claudo (= κλείω).
  • excoriate (= κατακρίνω, κατά λέξη «γδέρνω»),
    από το corium (= δέρμα), ↔ χόριον, της ρίζας sker-1 (= κόβω).
  • excrement (= απόβλητα, κόπρανα),
    από ex + creno (= κοσκινίζω), από κρίνω (αρχικά διαχωρίζω).
  • excrescence (= έπαρμα),
    από ex + cresco (= αυξάνω), της ρίζας ker-2 (= αυξάνω), ↔ κούρος, increase.
  • excruciate (= βασανίζω),
    από το λατινικό crux (= σταυρός), ↔ τρύχω (βασανίζω).
  • excuse (= συγχωρώ),
    από το λατινικό causa (= αιτία).
  • exempt (= εξαιρώ) από ex + το λατινικό emo
    (= αγοράζω), ↔ νέμω, της ρίζας em-.
  • exert (= εξασκώ),
    από ex + το λατινικό sero (= συνδέω), ↔ είρω, (συνδέω στη σειρά), ειρμός, της ρίζας ser-.
  • exhale (= εκπνέω),
    από το halo (= αναπνέω), ↔ άω (φυσώ).
  • exhaust (= εξαντλώ, εξάτμιση),
    από τα λατινικά ex + haurio (= αντλώ, στραγγίζω), ↔ αρύω (αντλώ), αίρω, αύρα.
  • exhibit (= εκθέτω),
    από τα λατινικά ex + habeo (= έχω).
  • exhort (= προτρέπω),
    ↔ χαίρω, της ρίζας gher-2 (= μου αρέσει), βλ. hortatory.
  • exhume (= κάνω εκταφή),
    από humus (= χώμα), από το χαμαί, της ρίζας dhghem- (= χθων).
  • exigency (= έκτακτη κατάσταση),
    από exigo (= επιβάλλω), από ex + ago (= άγω).
  • exigent (= ως επίθετο, σπονδείος, απαιτητικός),
    από το άγω.
  • exiguous (= πενιχρός),
    από το κατινικό exigo (= εξάγω, ζυγίζω), από ex + ago (= άγω), ↔ examination.
  • exile (= εξορία),
    από το λατινικό exul (= εξαφανισμένος), από το αλάομαι (περιπλανώμαι), της ρίζας al-2 (= περιπλανώμαι) ή της ρίζας helh- (= ελαύνω).
  • exit (= έξοδος),
    από το eo, όπως το ambient.
  • exonerate (= δικαιώνω, αθωώνω),
    από το λατινικά ex + onus, oneris (= βάρος), από ονέω (συσσωρεύω, υποστηρίζω) ή όνομαι (ψέγω, διαπληκτίζομαι), ↔ ανία, όνειδος.
  • expand (= διαστέλλομαι) από ex + pando
    (= απλώνομαι), ↔ πετάννυμι, της ρίζας pete- (= απλώνω).
  • expect (= αναμένω, προσδοκώ),
    της ρίζας spek-, ↔ σκέπτομαι, σκοπός, spy, spice (κλασική περίπτωση αμοιβαίας μετάθεσης συμφώνων).
  • expectorant (= αποχρεμπτικό),
    από το λατινικό pectus (= στήθος), από πηκτός / πήγνυμι.
  • expedient (= πρόσφορος),
    από ex + pes, pedis (= πους).
  • expedite (= επισπεύδω),
    όπως το expedient.
  • expedition (= εκστρατεία, εξόρμηση),
    όπως το expedient.
  • expel (= αποβάλλω),
    από το λατινικό pello (= ωθώ), ↔ πάλλω.
  • expense (κόστος, δαπάνη), από τα λατινικά expendo, pendo
    (= κρεμώ, ζυγίζω), της ρίζας (s)pen- / (s)pend- (= έλκω), ↔ πόνος, σπένδω, σπονδή.
  • experiment (= πείραμα),
    της ρίζας per-3 (= προσπαθώ), ↔ πείρα (δοκιμή), πειρατής.
  • expert (= έμπειρος, εξπέρ),
    όπως το experiment.
  • expire (= εκπνέω),
    από τα λατινικά ex + spiro (= αναπνέω), όπως το aspire.
  • expletive (= εξύβριση, δεν είναι επίθετο),
    από ex + plecto (= πλέκω), της ρίζας plek-.
  • explication (= ξεδίπλωμα, εξήγηση),
    από το λατινικό plecto ή plico (= πλέκω).
  • exploit (= εκμεταλλεύομαι),
    από το λατινικό plecto ή plico (= πλέκω).
  • explore (= εξερευνώ),
    από το λατινικό ploro (= φωνάζω, κλαίω), με την έννοια του ψάχνω φωνάζοντας, βλ. deplore.
  • exponent (= εκθέτης),
    από ex + pono (= θέτω).
  • expound (= εκθέτω),
    από ex + pono (= θέτω).
  • express (= εκφράζω, ταχύς),
    από το λατινικό premo (= πιέζω), της ρίζας per-4 (= χτυπώ), ↔ τρέμω, τρέω (τρέπομαι σε φυγή).
  • expulse (= αποβάλλω),
    όπως το compulse.
  • expunge (= τρυπώ, διαγράφω),
    από ex + point, της ρίζας peug- / peuk- (= τρυπώ), ↔ πυγμή.
  • exquisite (= εξαιρετικός),
    όπως το acquire.
  • exsert (= απλώνω),
    όπως το exert.
  • extend (= εκτείνομαι),
    από το λατινικό ανάλογό του, από ex + tendo (= τείνω), όπως το attempt.
  • exterior (= εξωτερικός),
    βλ. extreme.
  • extinct (= εξαφανισμένος, ανενεργός),
    της ρίζας steig-, από τα stinguo (= κεντώ, σβήνω) και στίζω (κεντώ).
  • extinguish (= σβήνω),
    όπως το extinct.
  • extirpate (= εξολοθρεύω),
    από ex + stirps (= η ρίζα και το κάτω μέρος του κορμού των δέντρων), της ρίζας sterh3- (= απλώνω), ↔ στρώμα, στρωτός.
  • extol (= εκθειάζω),
    από tollo (= υψώνω), της ρίζας tele- (= φέρω), ↔ λατινικά latus (= φερμένος, από το fero), tellus (= γη), και τελούριο, τολμώ, τάλαντο, Άτλας (φέρει τη γη).
  • extort (= αποσπώ εκβιαστικά),
    από torqueo (= περιστρέφω), ↔ τρέπω / τροπέω (γυρίζω).
  • extract (= εκχυλίζω),
    από το λατινικό traho (= έλκω), ↔ τρέχω, της ρίζας dhregh- / tragh- (= σύρω).
  • extradition (= έκδοση εγκληματία),
    από extra + tradition (= παράδοση), βλ. λήμμα.
  • extraneous (= εξωτερικός),
    από το λατινικό extra, της πρόθεσης εκ, του γαλλικού étranger, ↔ εχθρός / έχθος (μίσος).
  • extravagand (= παράξενος),
    από το λατινικό vagus (= περιπλανώμενος), ↔ βάω / βαίνω.
  • extreme (= ακραίος),
    από το ex (= εκ) του οποίου αποτελεί τον υπερθετικό βαθμό (eks-ter-emo-), όπως το (eks-tero-) είναι ο συγκριτικός βαθμός του exterior. Σε λέξεις που ακολουθείται από ορισμένα σύμφωνα, το x του ex αποβάλλεται.
  • extricate (= απαλλάσσω),
    από τα λατινικά tricae (= μικροπράγματα), από torqueo (= περιστρέφω), ↔ τρέπω, ή από τις τρίχες.
  • extrovert (= εξωστρεφής),
    από το λατινικό verto.
  • extrude (= εξωθώ),
    από το λατινικό trudo (= ωθώ), πιθανώς ↔ τρύω (φθείρω), τιτρώσκω, τρώω.
  • exuberant (= πληθωρικός, κεφάτος),
    από το λατινικό ubero (= αφθονώ), από uber (= μαστός), από το ομηρικό ούθαρ, μαστός ζώου, udder.
  • exude (= εκκρίνω, στάζω),
    ↔ sweat (= ιδρώτας), από το λατινικό sudor (= ιδρώτας), ίδος στα αρχαία ελληνικά, εξού το σουδάριο (μαντίλι), από το ύδος (υγρασία).
  • exult (= θριαμβολογώ),
    από saltio (άλλομαι, πηδώ).
No Comments