abduct

(= απάγω),
από το λατινικό duco (= οδηγώ), της ρίζας deuk- (= οδηγώ), ↔ δείκω (δείχνω), δοκέω (νομίζω), οδόω (οδηγώ, όδωκα στον παρακείμενο).