abrasive

(= τραχύς λειαντικός),
από ab + rado (= χράω = ξύνω), ↔ χρίσμα, ράσο (εννοείτα το τραχύ ύφασμα, απο τη μετοχή rasus = ξυρισμένος), rodent, της ρίζας red-. Σημειώνεται η ύπαρξη δύο άλλων χράω (επιτίθεμαι και δίνω χρησμό) που κλίνονται διαφορετικά. από το πρώτο προκύπτουν τα χρως (δέρμα), χρώμα.