abrogate

(= καταργώ),
από το λατινικό rogo (= ερωτώ), ↔ rego (= κυβερνώ), Henry, ρογεύω (ρογιάζω, μισθώνω), ρόγα (αμοιβή), της ρίζας reg- / h3reg- (= ισιώνω).
Αναφέρεται η νομική έκφραση letter abrogatory (= δικαστική συνδρομή).