accede

(= δέχομαι, συναινώ),
από το λατινικό accedo (= προσθέτω), από ad (= από, προς, επί) + cedo (= υποχωρώ), κατά μια εκδοχή από τις ρίζες ke- (= εκείνος, βλ. cis-) και sed- του sedeo (= κάθομαι), ↔ έζομαι ή της ρίζας ked- (= υποχωρώ, πηγαίνω).