accent

(= τόνος, προφορά, διακοσμητικό),
μετάφραση της προσωδίας στα λατινικά, accentus, από ad + cano (= τραγουδώ), της ρίζας kan-, ↔ καναχέω (κροτώ, κουδουνίζω), κανάσσω (καταπίνω με θόρυβο), καντάδα, καντάτα. ηικανός λεγόταν ο πετεινός. Σημειώνεται ότι υπάρχουν αρκετές λέξεις που λήγουν σε -cent, ποικίλης ετυμολογίας, όπως ascent, decent, docent, innocent, Milicent, recent, εκ των οποίων μόνο η λέξη percent αναφέρεται στο εκατό, cent.