affinity

(= συγγένεια),
από το λατινικό affinis, συγγενής, από ad + finis (= τέλος, όριο), ↔ ραφινάρω, refine, paraffin. Για την ετυμολογία έχουν προταθεί τα πάος / πήος (συγγενής) ή findo (= σχίζω, σπάζω), ομόριζο με φείδομαι, ή figo (= fix = διορθώνω) ή φθίνω.