affix

(= στερεώνω, πρόσφυμα),
από τα λατινικά ad + figo (= μπήγω, στερεώνω), ↔ φιξάρω, σοφίτα και το απαρχαιωμένο φιξατέρ (ανδρικό καλλυντικό των μαλλιών).