allow

(= επιτρέπω),
από συνδυασμό των λατινικών alloco + allaudo, το πρώτο από locus (βλ. allocate), το δεύτερο από laudo (= επαινώ), από το ηχοποίητο laus, laudis που έχει δώσει το γερμανικό διεθνοποιημένο κλασικό τραγούδι, lied.