annoy

(= ενοχλώ),
από τη λατινική έκφραση esse in odio (= να είσαι σε μίσος), από τα odium (= μίσος), odi (= ωθώ), της ρίζας od-2 (= μίσος), ↔ οδύσσομαι (μισώ), παραλλαγή της od-1 (= όζω, οσμή), καθώς μια ενοχλητική οσμή προκαλεί αποστροφή.