bow

Πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις:
η πρώτη σημαίνει «τόξο, υποκλίνομαι», της ρίζας bheug- (= κάμπτω), ↔ βιός (τόξο). το τόξο είναι ομόρριζο με το δοξάρι, επειδή και τα δύο είναι καμπυλωτά.
Η δεύτερη σημαίνει «πλώρη», από το bough (= κλαδί), ↔ πήχυς, όμως ίσως είναι της ίδιας ρίζας με το #1.