horror

(= τρόμος),
με αρχική σημασία την όρθια σκληρή τρίχα, της ρίζας ghers-, από τα λατινικά horreo (= φρικιώ), hordeum (= κριθάρι), eris (= σκαντζόχοιρος). Πιθανά συγγενή το όρνυμι (διεγείρω, σηκώνομαι), χέρσος, ορρωδέω (τρέμω).