Encyclopedia

abandon

(= εγκαταλείπω), γαλλικής και γερμανικής προέλευσης, από τα λατινικά ad (= από, προς, επί) + bannum (= απαγόρευση), της ρίζας bha-2- (= ομιλώ), ↔ φήμη, φημί, φωνή banal, banish, bandit,…

abash

(= προκαλώ αμηχανία), από τα λατινικά ex + bato (= χασμουριέμαι), bado, pateo, ↔ πετάννυμι. Ίσως σχετίζεται και με το base #2.

abate

(= υποχωρώ, μετριάζω), από το γαλλικό rebattre (= ξαναχτυπώ), από το λατινικό battuo (= χτυπώ, πολεμώ), της ρίζας bhau- (= χτυπώ), ↔ bοutonniere (= μπουτονιέρα).

abdicate

(= αποκληρώνω), από τα λατινικά ab + dico (= ομιλώ, λέγω), ↔ δίκη, δείκνυμι, της ρίζας deik-. Σημειώνεται ότι dico σημαίνει επίσης «αφιερώνω», dedicate, πιθανώς από άλλη συγγενή ρίζα, από…

abduct

(= απάγω), από το λατινικό duco (= οδηγώ), της ρίζας deuk- (= οδηγώ), ↔ δείκω (δείχνω), δοκέω (νομίζω), οδόω (οδηγώ, όδωκα στον παρακείμενο).