Encyclopedia

acaricide

(= ακαρεοκτόνο), σύνθετη λέξη από το άκαρι, από το αρχαίο επίθετο ακαρής (= μικροσκοπικός, κατά λέξη «μη κουρεμένος»), από α- (στερητικό) + κείρω (= κόβω), εξού ο ακαριαίος, και από…

accede

(= δέχομαι, συναινώ), από το λατινικό accedo (= προσθέτω), από ad (= από, προς, επί) + cedo (= υποχωρώ), κατά μια εκδοχή από τις ρίζες ke- (= εκείνος, βλ. cis-)…

accent

(= τόνος, προφορά, διακοσμητικό), μετάφραση της προσωδίας στα λατινικά, accentus, από ad + cano (= τραγουδώ), της ρίζας kan-, ↔ καναχέω (κροτώ, κουδουνίζω), κανάσσω (καταπίνω με θόρυβο), καντάδα, καντάτα. ηικανός…

accentuate

(= δίνω έμφαση), μετάφραση της προσωδίας στα λατινικά, accentus, από ad + cano (= τραγουδώ), της ρίζας kan-, ↔ καναχέω (κροτώ, κουδουνίζω), κανάσσω (καταπίνω με θόρυβο), καντάδα, καντάτα. ηικανός λεγόταν…

accept

(= δέχομαι), από ad + capio / capto (= αρπάζω), της ρίζας kap- (= καταπίνω, αρπάζω) του κάπτω, ↔ κώπη (κουπί), αρχικά η λαβή ξίφους, κατσάδα, κατσίβελος (από το ιταλικό…