Encyclopedia

acaricide

(= ακαρεοκτόνο), σύνθετη λέξη από το άκαρι, από το αρχαίο επίθετο ακαρής (= μικροσκοπικός, κατά λέξη «μη κουρεμένος»), από α- (στερητικό) + κείρω (= κόβω), εξού ο ακαριαίος, και από…