Encyclopedia

adage

(= παροιμία, ρητό), από το λατινικό adagium (= παροιμία, ρητό), από ad (= εις) + ago (= άγω) ή από το aio (= λέγω), ↔ αρχαίο ημί (φημί, λέγω).

adagio

από το λατινικό adagium (= παροιμία, ρητό), από ad (= εις) + ago (= άγω) ή από το aio (= λέγω), ↔ αρχαίο ημί (φημί, λέγω).

adder

(= οχιά), από τα λατινικά no (= νάω, πλέω) και natrix (= νερόφιδο), που απέβαλλε το n, όπως το orange, για να γίνει an adder, ↔ ναυς, νάμα.

adept

(= επιδέξιος, ειδήμονας), από ad + οpus, operis, από ops, opis (= δύναμη, υπηρεσία), ↔ όμπνη (σιτηρά, τροφή) ή από aptus (= επιδέξιος), του άπτω (συνάπτω).