Encyclopedia

alacrity

(= ζήλος, ταχύτης), από το λατινικό alacer, ↔ ελαύνω, ελατήριο, ελαστικός, έλασμα. Αναφέρεται πιθανή σχέση με το λατινικό ala (= φτερό), βλ. aisle.

aleatory

(= τυχαίος, αβέβαιος), από τα λατινικά alea (= ζάρι), axlea, axis (= άξονας), αναφερόμενο στο αξονικό οστό (pivot bone), από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το ζάρι. Ο όρος είναι οικονομικός,…