Encyclopedia

aleatory

(= τυχαίος, αβέβαιος), από τα λατινικά alea (= ζάρι), axlea, axis (= άξονας), αναφερόμενο στο αξονικό οστό (pivot bone), από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το ζάρι. Ο όρος είναι οικονομικός,…