Encyclopedia

alleviate

(= ελαφρώνω, ανακουφίζω), από levis ↔ ελαφρός, light), ελαχύς, λεβιέ, της ρίζας legwh- (= ελαφρός). η συγγενής ρίζα lengwh- (= ταχύς) έχει δώσει το ελάφι.

alley

(= δρομάκι), από το λατινικό ambulo (= περπατώ), από ambo (= αμφί), *alo (= περιπλανώμαι), της ρίζας al- / el- των ελαύνω και αλάομαι / αλύω (περιπλανώμαι).

alliance

(= συμμαχία, συνασπισμός), από το λατινικό alligo (= ενώνω), από ad + ligo (= συνδέω), ↔ lego / λέγω (= συλλέγω), λύγος (λυγαριά), λέσχη.

allow

(= επιτρέπω), από συνδυασμό των λατινικών alloco + allaudo, το πρώτο από locus (βλ. allocate), το δεύτερο από laudo (= επαινώ), από το ηχοποίητο laus, laudis που έχει δώσει το…