Encyclopedia

alms

(= ελεημοσύνη), στα λατινικά alimosina, στα ιταλικά limosina, στα παλιά αγγλικά almes, ↔ έλεος, ελεεινός, ανηλεής, πιθανώς ηχομιμητικού χαρακτήρα.